Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ανδρέας Παναγίδης και Στέλιος Μαυρομμάτης: Το τελευταίο τρίο της αγχόνης
«Κάθε άνθρωπος οφείλει την ψυχήν του εις τον Θεόν»
21 Σεπτεμβρίου 1956. Ξημέρωμα Παρασκευής. Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Τρεις λεβεντονιοί, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο Ανδρέας Παναγίδης και ο Στέλιος Μαυρομμάτης βρίσκονται κάτω από τη σκιά της αγχόνης. Έξω από τα κελιά τους, ένα ολόκληρο Έθνος υμνεί τον Άγιο Αγώνα τους.
Οι τρεις νέοι αντιμετώπιζαν την επικείμενη εκτέλεσή τους με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Ο Ανδρέας Παναγίδης σκεφτόταν τη σύζυγό του, Γιαννούλα, και τα τρία μικρά παιδιά τους. Ο Αριστείδης ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Η Δέσποινα δυόμισι. Η μικρή Αυγή δεν είχε ακόμη συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής της. «Συναισθάνομαι πλήρως», φέρεται να είπε, «ότι είμαι οικογενειάρχης με σύζυγον και τρία ανήλικα παιδιά, τα οποία εγκαταλείπω τελείως απροστάτευτα και άνευ περιουσίας».
Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας ήταν παντρεμένος με την Ευγενία. Τις τελευταίες του ώρες τις πέρασε με προσευχή και ψαλμούς. Στο τελευταίο γράμμα του προς τη μητέρα του, μέσα από τις Κεντρικές Φυλακές, προσπάθησε να της δώσει δύναμη αντί να ζητήσει ο ίδιος παρηγοριά.
Της έγραφε: «Προσεύχομαι στην Υπεραγία Θεοτόκο να σας δώσει θάρρος και ψυχραιμία γιατί Εκείνη έχασε τον Υιό της. Ο Χριστός σταυρώθηκε, για να μας απαλλάξει από τα δεσμά, από την αδικία και τον φόβο του θανάτου… Γιατί φοβάστε, αφού πιστεύουμε στο αληθινό φως;»
Στον αποχαιρετισμό του προς την οικογένειά του ζήτησε από τη σύζυγό του να σταθεί δυνατή. Στη μητέρα του είπε πως είχε έρθει η ώρα να δείξει ότι είναι «πραγματική Ελληνίς μητέρα». Και στα αδέλφια του ζήτησε να σταθούν δίπλα της. Ύστερα είπε κάτι που φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το θάρρος με το οποίο αντιμετώπιζε την επικείμενη εκτέλεση του: «Αδέλφια μου, θα πάω να εύρω τον μακαρίτην πατέρα μας».
Την τελευταία νύχτα, όπως κατέγραψε ο «Φιλελεύθερος», έψαλλε θρησκευτικούς ύμνους και το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Και είπε πως, όταν θα βάδιζε προς την αγχόνη, θα έψαλλε τον Εθνικό Ύμνο.
Ο Ανδρέας Παναγίδης εργαζόταν ως μάγειρας στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Μαζί με τον Μιχαήλ Κουτσόφτα και τον Παρασκευά Χοιροπούλη, συμμετείχε σε επιχείρηση στο αεροδρόμιο όπου εργαζόταν. Ακολούθησε ένοπλη συμπλοκή κατά την οποία έπεσε νεκρός ο Βρετανός σμηνίας Patrick John Hale. Οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν. Στα κρατητήρια της Ομορφίτας ακολούθησαν ανακρίσεις και φρικτά βασανιστήρια. Ο Χοιροπούλης, λόγω της ηλικίας του, απέφυγε την ποινή του θανάτου και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Η αντίδρασή του όταν πληροφορήθηκε την απόφαση μεγαλειώδης: «Γιατί ρε εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;»
Ο Στέλιος Μαυρομμάτης εντάχθηκε στην Ε.Ο.Κ.Α. με την έναρξη του αγώνα. Έδρασε κυρίως στη Λευκωσία και ιδιαιτέρως στην περιοχή των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, που οι Βρετανοί είχαν αποκαλέσει «μίλι του θανάτου». Ανάμεσα στους συνεργάτες του ήταν και ο εξάδελφός του, Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Η οικογένειά του συμμετείχε ενεργά στη στήριξη της δράσης του, βοηθώντας στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, αλλά και στη φιλοξενία και φυγάδευση καταζητουμένων.
Σε επιχείρηση εναντίον Βρετανών αεροπόρων στον Άγιο Δομέτιο, ο Μαυρομμάτης συνελήφθη κατά την αποχώρησή του. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Η οικογένειά του έμελλε να πληρώσει βαρύ τίμημα. Μετά τον απαγχονισμό του, κατά τη διάρκεια έρευνας στο πατρικό σπίτι, όπλο Βρετανού στρατιώτη εκπυρσοκρότησε. Η αδελφή του Μαρία τραυματίστηκε σοβαρά στη σπονδυλική στήλη και καθηλώθηκε από τα 27 της χρόνια σε αναπηρικό καροτσάκι.
Την παραμονή της εκτέλεσης, ο Στέλιος Μαυρομμάτης μίλησε εκ μέρους και των τριών. Τα λόγια του ήταν λόγια πίστης και συμφιλίωσης με το αναπόφευκτο: «Αισθανόμεθα απόλυτον γαλήνην, διότι είμεθα πεπεισμένοι ότι ο Θεός μας έχει ήδη συγχωρήσει και μας συμπαρίσταται».
Δεν έκρυψε, όμως, την ανθρώπινη αγωνία του. Η σκέψη του ήταν στην οικογένειά του. Στον ηλικιωμένο πατέρα του. Στις δύο ανύπαντρες αδελφές του. Στην αγωνία για το τι θα απογίνουν οι δικοί του άνθρωποι όταν εκείνος δεν θα υπάρχει πια.
Το τελευταίο τραγούδι
Οι τρεις νέοι αντίκρισαν χαμογελώντας την αγχόνη. Οι συγγενείς τους, που τους επισκεφθούν πριν από την εκτέλεση, τους βρήκαν ψύχραιμους. Οι αποχαιρετισμοί ήταν δύσκολοι, αλλά δεν έγιναν μόνο με δάκρυα. Έγιναν με λόγια δύναμης. Με τραγούδια. Με πίστη. Με μια τελευταία προσπάθεια να χαρίσουν κουράγιο εκείνοι που έφευγαν σε εκείνους που έμεναν πίσω. Ο πατέρας του Στέλιου Μαυρομμάτη, αποχαιρετώντας τον γιο του, φέρεται να φώναξε: «Τι τιμή στο παλικάρι όταν πρώτος στην φωτιά…» Ο Κουτσόφτας έψαλλε θρησκευτικούς ύμνους.
21 Σεπτεμβρίου 1956. Λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυκτα. Οι τρεις νέοι οδηγούνται στην αγχόνη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που διασώθηκαν, προχωρούσαν ψάλλοντας. Και ύστερα ακούστηκε ο γδούπος της καταπακτής. Για μια στιγμή, σιωπή. Μια σιωπή που πάγωσε τις Κεντρικές Φυλακές. Και μετά, από τα κελιά των άλλων κρατουμένων, ακούστηκε η φωνή: «ΑΘΑΝΑΤΟΙ! ΑΘΑΝΑΤΟΙ!»
Τρεις λεβέντες είχαν μόλις αφήσει πίσω τους τις οικογένειές τους, τη νιότη τους και τη ζωή που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Ο Μιχαήλ ήταν 21 ετών. Ο Ανδρέας 23. Ο Στέλιος 23. Η ιστορία του Μιχαήλ Κουτσόφτα, του Ανδρέα Παναγίδη και του Στέλιου Μαυρομμάτη δεν είναι μόνο η ιστορία τριών απαγχονισμών. Είναι και η ιστορία τριών οικογενειών που συνέχισαν να ζουν με την απουσία τους. Είναι η ιστορία μιας μάνας που έπρεπε να θρηνήσει τον γιο της. Ενός πατέρα που αποχαιρέτησε το παιδί του. Μιας συζύγου που έμεινε μόνη με τρία μικρά παιδιά. Αδελφών που έπρεπε να συνεχίσουν τη ζωή τους έχοντας χαραγμένη μέσα τους εκείνη την τελευταία ημέρα.
Μα η ιστορία του Μιχαήλ Κουτσόφτα, του Ανδρέα Παναγίδη και του Στέλιου Μαυρομμάτη, είναι, πάνω απ' όλα, μια από τις ενδοξότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας που εξακολουθεί να προκαλεί δέος! επειδή πίσω από τις μεγάλες έννοιες: Αγώνας, Ελευθερία, Ένωση, θυσία, υπήρχαν άνθρωποι ατρόμητοι, αποφασισμένοι να πεθάνουν για την Ελλάδα! Νέοι άνθρωποι. Με οικογένειες. Με όνειρα. Με αγαπημένους ανθρώπους. Νέοι άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, να χαρούν τη ζωή, να δουν τα όνειρά τους να πραγματοποιούνται. Έμειναν όμως τα ονόματά τους. Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ανδρέας Παναγίδης και Στέλιος Μαυρομμάτης. Και έμεινε κι εκείνο το τελευταίο τραγούδι μέσα στις φυλακές της Λευκωσίας. Μέχρι τη στιγμή που η καταπακτή άνοιξε. Και οι αντάρτες κρατούμενοι έψαλλαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους τον Ύμνο προς την ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού…..
*Ακαδημαϊκός - Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Από το Μονάγρι Λεμεσού