Περί πολιτικής κυριαρχίας στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα έχουν γίνει και αποφασιστεί εν ονόματι της ΔΔΟ, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε μια συλλογική αναζήτηση της ιστορικής μας ευθανασίας

Η συζήτησις για τα δύο κράτη και η έννοια της πολιτικής ισότητας έχουν υπερκαλύψει τον εσωτερικό δημόσιο διάλογο για το εθνικό μας θέμα. Μπορεί για κάποιους οι όροι αυτοί να είναι νεολογισμοί στο πολιτικό λεξικό, για άλλους πρόκειται για αναμάσημα και μηρυκασμό παλαιάς ορολογίας, η οποία στο παρελθόν δεν χωνεύτηκε καταλλήλως. Αυτό όμως το οποίο καταδεικνύει η χρήσις της συγκεκριμένης ορολογίας είναι ότι οι Τούρκοι σταδιακώς και βαθμιαίως άλλαξαν την ουσία των συνομιλιών και προσπαθούν να επιβάλουν στη δική μας πλευρά νέες παραστάσεις λύσεως. Αυτό βεβαίως ήτο αναμενόμενο, αφού η τουρκική πλευρά προσαρμόζει την ρητορική της στην ουσία της πολιτικής της, δηλαδή τη σταδιακή προσαρμογή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) στη δική της στοχοθεσία, με την ελληνική πλευρά να περιορίζεται σε ακροβατικά ψελλίσματα.

Όταν έγινε αποδεκτή η πολιτική ισότητα από την ελληνική πλευρά στο πλαίσιο της ΔΔΟ, η ερμηνεία που δόθηκε ήταν ότι θα εξασφαλιζόταν αποτελεσματική συμμετοχή τόσο στους θεσμούς όσο και στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων του ομοσπόνδου κράτους. Η τουρκική πλευρά σταδιακώς άρχισε να προβάλλει το επιχείρημα ότι, για να υπάρξει αποτελεσματική συμμετοχή, είναι απαραίτητη προϋπόθεσις η ίση αριθμητική συμμετοχή Ελλήνων και Τούρκων στους θεσμούς ή δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει αριθμητική ισότητα. Το επιχείρημα αυτό της τουρκικής πλευράς ήτο αναμενόμενο και προ πολλού προβλέψιμο και υπήρξε απόρροια της αποδοχής του διοικητικού, γεωγραφικού και πληθυσμιακού διαχωρισμού της Κύπρου ως βάσεως λύσεως, ήτοι ΔΔΟ. Αυτό θα διεκδικήσουν οι Τούρκοι μέχρι τέλους, συνδυάζοντάς το με τη λογική της συνενώσεως δύο κρατών. Τώρα προετοιμάζουν το έδαφος για να εξασφαλίσουν διεθνή υποστήριξη σε βάθος χρόνου και νέα δική μας διολίσθηση.

Αναμφιβόλως, οι συζητήσεις για το Κυπριακό απέχουν πολύ από το να ευρίσκονται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η ελληνική πλευρά τους διεμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή και ακόμη περισσότερο όταν η πολιτική ηγεσία έκανε τον ούτω καλούμενο «οδυνηρό συμβιβασμό» δίκην ΔΔΟ. Είναι ευδιάκριτο ότι οι προσπάθειες επιλύσεως του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαίως και σταθερώς προς τις τουρκικές θέσεις. Αυτό οφείλεται στη, θεμελιακής σημασίας για την πορεία του Κυπριακού, αποδοχή της ΔΔΟ ως βάσεως λύσεως του Κυπριακού, μετά το 1974 εκ μέρους της ελληνικής πλευράς. Μοντέλο λύσης, το οποίο, όπως συνάγεται από επισταμένες αρχειακές έρευνες, δρομολόγησαν Βρετανοί και Τούρκοι πολύ πριν την εισβολή.

Έστω και αν οι συγκλίσεις και οι ευσεβοποθισμοί των υποστηρικτών της όποιας λύσεως παρουσιάζουν την υπό συζήτηση ΔΔΟ με το περιτύλιγμα της μίας κυριαρχίας, της μίας ιθαγένειας και της μίας διεθνούς προσωπικότητας, οι Τούρκοι με τη ρητορική τους φροντίζουν να τους ακυρώνουν. Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επιλύσεως του προβλήματος στη βάση της ΔΔΟ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτιώσεως της υφισταμένης καταστάσεως με κάποιες «συνοριακές διευθετήσεις» και με κάποιες πολιτειακές ρυθμίσεις. Με αυτά τα δεδομένα τι να κάνεις τη μία διεθνή προσωπικότητα, τη μία κυριαρχία και τη μία ιθαγένεια;

Παραλλήλως, η αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές αφού θεωρούν ότι η υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων, εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη σε μία μορφή λύσεως που ούτε τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορεί να εξασφαλίσει.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας μόνον όσα έχουν γίνει και αποφασιστεί εν ονόματι της ΔΔΟ, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε μια συλλογική αναζήτηση της ιστορικής μας ευθανασίας. Και το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά τεχνουργούνται υπό την απροσμάχητη, ανακουφιστική εκλογίκευση της «αδήριτης ανάγκης» και της αντιλήψεως ότι ο χρόνος δήθεν λειτουργεί σε βάρος μας. Συνεπώς, ένα νέο αδιέξοδο σε μια πιθανή Πενταμερή θ’ αποτελέσει όχι μόνο αμφισβήτηση της συμβατικής σοφίας με την οποία έγινε η ελληνική διαχείρισις του Κυπριακού από το 1974 και εντεύθεν, αλλά θα πρέπει να αποτελέσει και προβληματισμό έναντι του πιεστικού αιτήματος της κοινωνικής βάσεως προς την πολιτική ηγεσία του τόπου για ουσιαστική επαναχάραξη στρατηγικής στο Κυπριακό.