Η διπλωματία των παρακλήσεων και η ωμή ήττα στη θάλασσα
Πώς to τεχνητό «καλό κλίμα» απονευρώνει την κρατική κυριαρχία και μας παραδίδει στον τουρκικό εκβιασμό
Την ώρα που η Άγκυρα αμφισβητεί εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μέτωπο της ηλεκτρικής διασύνδεσης (GSI), η ηγεσία μας στην Νέα Υόρκη επενδύει σε ικεσίες προς τον εισβολέα για «πράσινο φως» επανέναρξης συνομιλιών. Η εθνική επιβίωση απαιτεί άμεση εγκατάλειψη του "καλοπιάσματος" και υιοθέτηση ενός ρεαλιστικού δόγματος ενεργητικής αποτροπής.
Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, επιχείρησε να στηλιτεύσει την τουρκική υποκρισία. Απαντώντας στον Ταγίπ Ερντογάν —ο οποίος μία ημέρα νωρίτερα παρέδιδε μαθήματα διεθνούς νομιμότητας για την Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα αξίωνε την αναγνώριση του παράνομου κατοχικού εκτρώματος— ο κ. Χριστοδουλίδης ορθώς παρατήρησε πως αν η Άγκυρα επιθυμεί να επικαλείται τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, οφείλει πρώτα να τον εφαρμόσει στην Κύπρο.
Η ρητορική αυτή αναλαμπή, ωστόσο, εξανεμίστηκε στην αμέσως επόμενη δήλωσή του: «Καλώ τον κ. Ερντογάν να δώσει το πράσινο φως για την επανέναρξη των συνομιλιών».
Στη συγκεκριμένη φράση συνοψίζεται ανάγλυφα το διαχρονικό στρατηγικό έλλειμμα της Λευκωσίας. Μετά από μισό και πλέον αιώνα παράνομης κατοχής, η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να ικετεύει τον εισβολέα να «ανάψει πράσινο φως», εκχωρώντας του ουσιαστικά τον ρόλο του νόμιμου ρυθμιστή των εξελίξεων. Την ώρα που η Άγκυρα κλιμακώνει στο πεδίο την επιβολή του αναθεωρητικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», η δική μας διπλωματία επενδύει σε δημόσιες σχέσεις, διαχωρίζοντας παιδιάστικα τις διαπραγματευτικές διεργασίες από τον καθημερινό στρατηγικό στραγγαλισμό της χώρας.
Το παραπέτασμα καπνού του «καλού κλίματος»
Εδώ και εβδομάδες, η κυβερνητική επικοινωνιακή μηχανή καλλιεργεί προσδοκίες για τριμερείς συναντήσεις και «κινητικότητα». Πρόκειται για έναν επικίνδυνο εγκλωβισμό σε μια τεχνητή ευφορία. Για να συντηρηθεί αυτό το υποτιθέμενο «καλό κλίμα», η κυβέρνηση επιλέγει τη χαμηλή ένταση και τον δισταγμό απέναντι στην ωμή τουρκική επιθετικότητα.
Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης - Κύπρου (Great Sea Interconnector). Ενώ η Τουρκία απειλεί και εκδίδει παράνομες NAVTEX για να ανακόψει τις έρευνες και την πόντιση, αμφισβητώντας ευθέως τα όρια της κυπριακής ΑΟΖ, η Λευκωσία αναλώθηκε σε μήνες εσωτερικών ταλαντεύσεων, οικονομιστικών υπεκφυγών και αναβολών. Αντί το ενεργειακό αυτό έργο να καταστεί η απόλυτη γεωπολιτική γραμμή άμυνας και έμπρακτης κυριαρχίας σε πλήρη σύμπνοια με την Αθήνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πηγή πολιτικού άγχους, μήπως «ενοχληθεί η Άγκυρα» και διαταραχθεί το κλίμα του διαλόγου.
Το κουρέλιασμα της διεθνούς νομιμότητας
Η κυβέρνηση όφειλε να μην αρκεστεί σε γενικόλογες επικλήσεις αρχών. Όφειλε να θέσει τον Γενικό Γραμματέα και τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ προ των συγκεκριμένων άρθρων του Διεθνούς Δικαίου που η Τουρκία καταπατά καθημερινά:
Άρθρα 56, 58 και 79 της Σύμβασης UNCLOS (1982): Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει ρητά ότι στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη όλα τα κράτη απολαμβάνουν την ελευθερία τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και σωληναγωγών (Άρθρο 58, παρ. 1). Το παράκτιο κράτος δεν δικαιούται να παρεμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρησή τους (Άρθρο 79). Η τουρκική απαίτηση για έκδοση «αδειών» βάσει του νομικώς ανυπόστατου τουρκολιβυκού μνημονίου συνιστά πράξη θαλάσσιας αυθαιρεσίας.
Άρθρο 2, Παράγραφος 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ: Απαγορεύει ρητά την «απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους». Η αποστολή πολεμικών σκαφών απέναντι σε ευρωπαϊκά ερευνητικά πλοία αποτελεί απροκάλυπτη απειλή χρήσης βίας
Ψηφίσματα 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας: Καταδικάζουν την απόπειρα απόσχισης και κηρύσσουν νομικώς άκυρη τη συγκρότηση του ψευδοκράτους.
Όταν ο Ερντογάν ζητά από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης την αναγνώριση των τετελεσμένων της εισβολής, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ικεσία για «πράσινο φως». Η απάντηση όφειλε να είναι η ευθεία καταγγελία της Τουρκίας ως κράτους που παραβιάζει συστηματικά τις δεσμευτικές αποφάσεις του ίδιου του Οργανισμού.
Τρεις άξονες ενεργητικής αποτροπής
Ο φόβος του πολιτικού κόστους και η αγωνία αποφυγής του «blame game» οδηγούν σε έναν καταστροφικό στρουθοκαμηλισμό. Ο επεκτατισμός δεν κατευνάζεται με χαμόγελα στους διαδρόμους του Μανχάταν. Όσο η Λευκωσία διαχωρίζει τη διπλωματία από την άσκηση ισχύος στη θάλασσα, τόσο αποθρασύνει την Άγκυρα.
Αν η Κυπριακή Δημοκρατία επιδιώκει να επιβιώσει ως κυρίαρχο κράτος και όχι ως υπό ομηρία κοινότητα, οφείλει να εγκαταλείψει τις παρακλήσεις και να υιοθετήσει άμεσα ένα δόγμα ενεργητικής αποτροπής:
- Ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής ρήτρας αλληλεγγύης & κοινή ναυτική συνοδεία: Το έργο του GSI αποτελεί επισήμως ευρωπαϊκό Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI). Η Λευκωσία και η Αθήνα οφείλουν να απαιτήσουν την προστασία των ποντιστικών σκαφών μέσω μόνιμης ναυτικής παρουσίας από κράτη-μέλη της ΕΕ (π.χ. Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία), καθιστώντας σαφές ότι η παρενόχληση του καλωδίου αποτελεί ευθεία επίθεση στην ενεργειακή ασφάλεια ολόκληρης της Ένωσης.
- Σύνδεση ευρωτουρκικών σχέσεων με το Δίκαιο της Θάλασσας: Καμία αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας, καμία απελευθέρωση θεωρήσεων εισόδου (visas) και καμία κοινοτική χρηματοδότηση δεν νοείται να προχωρήσει χωρίς την απόλυτη αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας βάσει της UNCLOS. Το κυπριακό βέτο πρέπει να πάψει να αποτελεί ταμπού και να λειτουργήσει ως εργαλείο επιβολής πραγματικού κόστους στην Άγκυρα.
- Αναβίωση του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου & παράκτια άμυνα: Η διπλωματία χωρίς ισχύ είναι γράμμα κενό. Απαιτείται άμεση ενίσχυση των δυνατοτήτων παράκτιας επιτήρησης και αποτροπής της Εθνικής Φρουράς, αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών σε αέρα και θάλασσα και επιχειρησιακή επανασύνδεση με τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, ώστε οποιοσδήποτε τυχοδιωκτισμός στο πέλαγος να ενέχει πραγματικό στρατιωτικό ρίσκο για την Τουρκία.
- Αμυντικό δόγμα όπως την Taiwan.
Τα «πράσινα φώτα» δεν χαρίζονται από τους κατακτητές ούτε κερδίζονται με ρητορικά παρακάλια στη Νέα Υόρκη. Επιβάλλονται μόνο όταν ένα κράτος διαθέτει τη στρατηγική βούληση, το νομικό θάρρος και τα μέσα να υπερασπιστεί την επικράτειά του.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία