Τα Σεπτεμβριανά και η τουρκική πολιτική μυθολογία
Με τον όρο «Σεπτεμβριανά» καθιερώθη να αναφέρεται στην ιστοριογραφία το οργανωμένο πογκρόμ της νύκτας 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου του 1955, όταν ο καθοδηγούμενος από το τουρκικό παρακράτος όχλος προκάλεσε βίαια επεισόδια, κυρίως εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, δημιουργώντας κλίμα τρομοκρατίας και ανασφάλειας. Τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν την αρχή για τη σταδιακή συρρίκνωση έως αφανισμό του Ελληνισμού της Πόλεως. Έκτοτε, το τουρκικό κράτος ανέπτυξε μία πολιτική μυθολογία αποδίδοντας την έκρηξη του όχλου στον συναισθηματισμό που προκάλεσε η έκρηξις βόμβας στο σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη και στην αντίδραση που προκαλούσε ο αγώνας της ΕΟΚΑ τότε στην Κύπρο για Ένωση με την Ελλάδα.
O βασικός σκοπός της κρίσεως ήταν να αποδυναμωθούν αριθμητικώς οι μειονότητες. Η έκρηξις στη Θεσσαλονίκη ήταν η αφορμή, ενώ το κυπριακό ζήτημα δεν αποτελούσε τη βασική αιτία για τις επιθέσεις. Την περίοδο αυτή βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη η δημιουργία του τουρκικού εθνικού κράτους, που είχε ξεκινήσει με την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας. Από τη δεκαετία του 1920, η ηγεσία της Τουρκίας δεν εμπιστευόταν τις μειονότητες, φοβούμενη ότι θα συνεργάζοντο με τους ομοεθνείς τους, που ζούσαν στα γειτονικά ανεξάρτητα κράτη. Για τον λόγο αυτό προηγήθηκε μια σειρά από ενέργειες σε βάρος των μειονοτήτων, όπως ο Φόρος Περιουσίας ή ο εκτοπισμός των Αρμενίων και των Εβραίων από την περιφέρεια, τη δεκαετία του 1930. Σε έκθεση που είχε συνταχθεί το 1944 υπογραμμιζόταν ότι «οι Ρωμιοί είναι η πολυπληθέστερη και η πλέον επικίνδυνη μειονότητα, γιατί μπορεί να συνεργαστεί με την Ελλάδα».
Αυτό μαρτυρεί γιατί οι Έλληνες δέχθηκαν τον μεγαλύτερο όγκο των επιθέσεων, χωρίς, ωστόσο, να είναι οι μόνοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα «Σεπτεμβριανά» του 1955 δεν χτυπήθηκαν μόνον οι Έλληνες. Στους καταλόγους που κρατούσαν στα χέρια τους οι καθοδηγητές υπήρχαν και τα αρμενικά καταστήματα και οι αρμενικές οικογένειες. Κατά συνέπεια, αν η αιτία ήταν το Κυπριακό, για ποιο λόγο στράφηκαν εναντίον και των δύο άλλων κοινοτήτων;
Όλα έγιναν με απόλυτη μυστικότητα και το βέβαιο είναι ότι συνεργάστηκαν πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες. Το σχέδιο υλοποίησαν στελέχη του κυβερνώντος τότε Δημοκρατικού Κόμματος, οι μυστικές υπηρεσίες, των οποίων τα μέλη ήταν κυρίως στρατιωτικοί, και το σωματείο «Η Κύπρος είναι τουρκική». Στις 6 Σεπτεμβρίου, στις ρωμαίικες συνοικίες έκαναν την εμφάνισή τους ομάδες 20-30 ανδρών. Πριν ακόμη κυκλοφορήσει η έκτακτη έκδοσις της εφημερίδας Istanbul Express, έγινε γνωστό ότι «έβαλαν βόμβα στο σπίτι του Ατατούρκ». Οι φοιτητές άρχισαν να βγάζουν εμπρηστικούς λόγους σε διάφορα μέρη, κυρίως στην πλατεία Ταξίμ. Σε κάθε ομάδα υπήρχε ένας ή ακόμη και τρεις καθοδηγητές, οι οποίοι υπεδείκνυαν στο φανατισμένο πλήθος ποιον να χτυπήσει, σύμφωνα με τους καταλόγους που είχαν στη διάθεσή τους. Έτσι ξεχώριζαν ένα ελληνικό κατάστημα από ένα τούρκικο, το οποίο άφηναν άθικτο.
Σύμφωνα με γαλλικό αρχειακό υλικό, οι κατάλογοι αυτοί ετοιμάστηκαν από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στην πραγματικότητα, το καθεστώς των Νεοτούρκων, που εγκαθιδρύθηκε το 1908, πέρα από το ότι εγκαινίασε τις πολιτικές διαστάσεις μίας επαναστάσεως στρατιωτικών, αποπειράθηκε επίσης να προβεί σε μία πιο άμεση παρέμβαση στην οικονομική ζωή της Αυτοκρατορίας. Όντας υπό την επιρροή μίας θετικιστικής ιδεολογίας, που οδηγούσε κατευθείαν στην ελιτιστική κοινωνική οργάνωση, οι Νεότουρκοι θεωρούσαν ότι ήταν θεμελιακής σημασίας η δημιουργία μίας «εθνικής οικονομίας». Μη έχοντας πλέον εμπιστοσύνη στην αναδυομένη αστική τάξη των Ελλήνων και Αρμενίων, επειδή ήταν υπερβολικώς προσδεδεμένη στα ξένα συμφέροντα, άρχισαν να προωθούν τη λιγότερο μεταπρατική αστική τάξη μουσουλμανικού θρησκεύματος. Για τον σκοπό αυτό, επεχείρησαν να επιστρατεύσουν τον ιδιαίτερα ενισχυμένο στρατιωτικό - γραφειοκρατικό μηχανισμό προς την κατεύθυνση της καπιταλιστικής αναπτύξεως. Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας, ωστόσο, παρεμποδίστηκε για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, το εξωτερικό χρέος της Αυτοκρατορίας είχε δημιουργήσει μια κατάσταση εξαρτήσεως από τις μεγάλες Δυτικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούσαν να ελέγχουν τους περισσότερους από τους οικονομικούς πόρους που ήταν δυνατόν να επιστρατευθούν. Η εξυπηρέτησις του εξωτερικού χρέους απαιτούσε άμεσα περισσότερο από το ένα τέταρτο των κρατικών εσόδων και ασκούσε υπερβολική επιρροή, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός είχε καταστεί χρονίως ελλειμματικός, με το έλλειμμα να καλύπτεται μέσω της ετήσιας συσσωρεύσεως νέου εξωτερικού χρέους.
Δεύτερον, η ομάδα της επίδοξης αστικής τάξεως, την οποία οι Νεότουρκοι επέλεξαν να προωθήσουν, δεν βρισκόταν στο κέντρο του εμπορίου αλλά στην περιφέρεια και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να διαμορφώσει μιαν ανεξάρτητη βάση οικονομικής εξουσίας. Έτσι, αντί μίας συμμαχίας, η κατάστασις ήταν πλησιέστερα σε μία κηδεμονία, με την στρατογραφειοκρατική ελίτ να ελέγχει τις πηγές του πλεονάσματος, που το κατένειμε μέσα από μία επιλεκτική χρησιμοποίηση των παραδοσιακών προνομίων του κράτους.
Η βίαιη εκδίωξις των Ελλήνων και Αρμενίων κατά τη διάρκεια της περιόδου 1916-1923 επέτρεψε στη στρατογραφειοκρατική ελίτ να αποκτήσει μεγάλο μέρος στον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο της χώρας, όχι όμως πλήρως. Η αδυναμία των μουσουλμανικών αλλά και των λιγοστών εναπομεινασών μη-
μουσουλμανικών αστικών οικογενειών να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας στη δεκαετία του 1920, περίοδο κατά την οποία η Συνθήκη της Λωζάννης έθετε διάφορους περιορισμούς στην οικονομική πολιτική της κυβερνήσεως του Ατατούρκ, έδωσε την ευκαιρία στη στρατο- γραφειοκρατική ελίτ, μέσω της εφαρμογής του κρατικισμού (etatism), να νομιμοποιήσει την παρέμβαση του κράτους σε όλους σχεδόν τους τομείς της εθνικής οικονομίας. Με τα Σεπτεμβριανά, πλέον, συντελείται η ολοκλήρωσις αυτής της διαδικασίας, δηλαδή της πλήρους τουρκοποιήσεως της οικονομίας.