Αναλύσεις

Ανατομία της ψηφιακής διαπόμπευσης: Ο σύγχρονος διαδικτυακός κανιβαλισμός

Στη φιλοσοφική εποχή της μετανεωτερικότητας, την οποία ιστορικά μόλις αρχίσαμε να διανύουμε και την οποία εξετάσαμε εν μέρει προηγουμένως, οι συχνότητες επικοινωνίας της δημόσιας σφαίρας έχουν μετατοπιστεί από το επίπεδο της συμβατικής αναλογικότητας στο πλέγμα του τεχνοψηφιακού πολιτισμού. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμφανίστηκαν αρχικά ως προσβάσιμοι χώροι συμμετοχικότητας, κοινοποίησης και διεύρυνσης του δημόσιου λόγου, ενσαρκώνοντας σε πρώτη φάση, την υπόσχεση μιας μορφής ψηφιακής δημοκρατίας. Σταδιακά όμως, εξελίχθηκαν και σε πεδία έντονης κοινωνικής πόλωσης, συμβολικών συγκρούσεων και εκτονωτικής βίας. Τούτο, πέρα από τα επιμέρους δεδομένα, καταδεικνύει και το ασύλληπτο μέγεθος των σύγχρονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, των οποίων ήδη γινόμαστε μάρτυρες σε πλανητικό επίπεδο.

Μέσα από το διαδικτυακό περιβάλλον, η ανάδυση συστατικών κοινωνικής πόλωσης επιταχύνεται δραματικά, ενώ μεταξύ άλλων μεγεθύνεται και το φαινόμενο της ψηφιακής διαπόμπευσης. Πρόκειται για τη συλλογική και δημόσια στοχοποίηση μεμονωμένων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων, τα οποία υφίστανται τις επιπτώσεις του «διαδικτυακού κανιβαλισμού» από σωρεία χρηστών (users) ή ψηφιακών κοινοτήτων (digital communities), όπου συχνά απουσιάζουν τόσο η τεκμηρίωση όσο και η δυνατότητα απολογίας. Στην ουσία, πρόκειται για τη μετεξέλιξη προγενέστερων πρακτικών δημόσιας διαπόμπευσης, προσαρμοσμένων πλέον στις συνθήκες του τεχνοψηφιακού πολιτισμού.

Από κοινωνιολογική σκοπιά, το φαινόμενο μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από την προσέγγιση του Ρενέ Ζιράρ αναφορικά με το λεγόμενο εξιλαστήριο θύμα ή κατά τη θρησκευτική απόδοση τον αποδιοπομπαίο τράγο. Σε περιόδους κατά τις οποίες οι κοινωνίες βιώνουν αλλεπάλληλες κρίσεις, διευρυμένη ανασφάλεια, καταρράκωση αρχών και αξιών (όπως η αλήθεια, ο σεβασμός και η πίστη), καθώς και έντονες εσωτερικές αντιφάσεις, τείνουν να μεταθέτουν τη συσσωρευμένη ένταση σε μεμονωμένα ή συλλογικά υποκείμενα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανάληψη προσωπικής ευθύνης και οι ενδεχόμενες ηθικές προεκτάσεις αποσείονται, ενώ η κοινότητα ανακτά, έστω και προσωρινά, μια αίσθηση κοινωνικής συνοχής.

Όταν ένα μεμονωμένο άτομο ή μια κοινωνική ομάδα υποπέσουν σε πραγματικά ή υποτιθέμενα παραπτώματα, σχεδόν αυτόματα ενεργοποιείται το κοινωνικό αντανακλαστικό που ο Στάνλεϊ Κοέν περιέγραψε ως «ηθικό πανικό». Στον χώρο του διαδικτύου, οι ετερόκλητες ψηφιακές κοινότητες αναζητούν ακόμη και ενδεικτικούς ενόχους, προς τους οποίους κατευθύνεται το συλλογικό μένος. Κατά συνέπεια, η γενικευμένη κατακραυγή που εκδηλώνεται αποσκοπεί πρωτίστως στην κοινωνική απαξίωση του στοχοποιημένου υποκειμένου. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από τους αλγόριθμους των ψηφιακών πλατφορμών και εφαρμογών, οι οποίοι ευνοούν την ανάδειξη ψηφιακού περιεχομένου (digital content) ικανού να προκαλέσει ενστικτώδεις συναισθηματικές αντιδράσεις. Εκφράσεις όπως η οργή, ο ενθουσιασμός, η αγανάκτηση, ο φόβος και ο αποτροπιασμός, απολήγουν σε συμπεριφορικά εργαλεία καταγραφής αντίστοιχων τάσεων, καθώς αυξάνουν το «ψηφιοποιημένο κεφάλαιο» της διαδικτυακής αλληλεπίδρασης, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον των χρηστών.

Αναμφίβολα, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και οι ψηφιακές εφαρμογές, πολλές φορές έχουν λειτουργήσει ως παράγοντες μαζικής κινητοποίησης, κοινωνικής αλληλεγγύης και αποκάλυψης πραγματικών περιπτώσεων κατάχρησης εξουσίας. Ωστόσο, η ανάγκη αδιάλειπτης ροής πληροφοριών και συνεχούς διακίνησης «ψηφιοποιημένου κεφαλαίου» ευνοεί συχνά την προβολή περιεχομένου υψηλής συναισθηματικής φόρτισης, ανεξαρτήτως της κοινωνικής σημασίας ή της αντικειμενικής του ακρίβειας. Τούτη η κατάσταση επιβεβαιώνει το θεωρητικό σχήμα του Νοτιοκορεάτη στοχαστή Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, το οποίο ορίζει ως «ψηφιακό σμήνος» (digital swarm). Σε αντίθεση με τις καθιερωμένες μορφές κοινωνικής δράσης, το ψηφιακό σμήνος δεν συγκροτείται γύρω από σταθερούς συλλογικούς δεσμούς ή κοινούς πολιτικούς σκοπούς. Πρόκειται για μια εφήμερη συνάθροιση, η οποία συσπειρώνεται πρόσκαιρα με αφορμή το υποκείμενο της ψηφιακής διαπόμπευσης και αμέσως μετά διαλύεται, για να μετακινηθεί με την ίδια ευκολία προς το επόμενο υποκείμενο στοχοποίησης.

Κρίσιμη παράμετρο που συνδράμει στην ανάπτυξη της ψηφιακής διαπόμπευσης αποτελεί και η ευρύτερη διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τους φορείς της δημόσιας σφαίρας. Σε κοινωνίες όπου η διαφθορά, η ατιμωρησία, η ευνοιοκρατία και οι κοινωνικές ανισότητες γίνονται αντιληπτές από την ιδιωτική σφαίρα ως κατάσταση «κανονικότητας», οι άνθρωποι υπό την ιδιότητα του πολίτη (συμ)βιώνουν εντονότερα τα όρια της κοινωνικής ματαίωσης. Όταν η δικαιοσύνη καθυστερεί ή δεν αποδίδεται όπως επιβάλλεται, όταν η πολιτική εκφυλίζεται σε καθεστώς κομματοκρατίας, αποκομμένη από τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, αναπαράγοντας τον τυχοδιωκτισμό και εξυπηρετώντας περισσότερο την ιδιοτέλεια παρά την κοινωφέλεια, όταν η υποτιθέμενη έγκυρη ενημέρωση των παραδοσιακών μέσων μαζικής επικοινωνίας εμφανίζεται να αλώνεται από διαπλεκόμενα συμφέροντα, αυτοαναιρούμενη ως προς την αξιοπιστία της, τότε το πληκτρολόγιο μετατρέπεται συλλήβδην σε δημόσιο όπλο άσκησης μιας άτυπης λαϊκής ετυμηγορίας.

Κατά συνέπεια, η ανεπίσημη καταδίκη που «κυρώνεται» λειτουργεί ως υποκατάστατο θεσμών και φορέων οι οποίοι έχουν πλέον καταστεί, στη συλλογική συνείδηση, διάτρητοι. Η κοινωνική απαίτηση για ουσιαστική λογοδοσία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των δομικών παθογενειών μεταφέρεται από τις ανεπαρκείς (μετα)δημοκρατικές διαδικασίες στο πεδίο των σχολίων (comments), των κοινοποιήσεων (shares) και της δημόσιας έκθεσης (public display), μέσω περιεχομένου που παράγουν οι ίδιοι οι χρήστες (user generated content). Αποτέλεσμα είναι το συσσωρευμένο μένος της ιδιωτικής σφαίρας απέναντι στις διαχρονικές στρεβλώσεις να μετατρέπεται σε μια εκδικητική και παράλληλα τυφλή μορφή ψηφιακής τιμωρίας, η οποία στρέφεται εναντίον του ίδιου του συστήματος.

Η λεγόμενη κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) συνιστά την πλέον αναγνωρίσιμη έκφραση τούτης της κοινωνικής τάσης. Κατά κανόνα, έχει ως αφετηρία το εύλογο αίτημα λογοδοσίας προσώπων, οργανισμών, θεσμών ή φορέων που κατέχουν κοινωνική δύναμη. Όταν όμως γίνεται αντιληπτό ότι παραγκωνίζονται ουσιώδεις «ασφαλιστικές δικλείδες», όπως οι συνταγματικές αρχές της νομιμότητας, της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και της ισότητας (ακόμη και στο όνομα της αταλάντευτης απαίτησης για την ουσιαστική λειτουργία ενός κράτους δικαίου), η λογοδοσία μπορεί εύκολα να εκτραπεί σε διαδικασία δημόσιας εξόντωσης υποκειμένων. Υπό αυτό το πρίσμα, ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεμιτή λογοδοσία και την ψηφιακή διαπόμπευση αποβαίνει εξαιρετικά δυσδιάκριτος, εφόσον η ανέπαφη αλληλεπίδραση των ανθρώπων ως ψηφιακών χρηστών, εμπεδώνει την κοινωνική απόσταση. Η μεσολάβηση της οθόνης αφαιρεί από την επικοινωνία το βλέμμα και τον τόνο της φωνής, αποδυναμώνοντας την αίσθηση παρουσίας του «γενικευμένου άλλου», όπως θα έλεγε ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μηντ. Τούτο διευκολύνει την εμπέδωση της επιθετικότητας, ενώ ταυτόχρονα την ανάγει σε θέαμα, κατά τα πρότυπα της αρχαίας Ρώμης (panem et circenses). Έτσι, ο άνθρωπος παύει από οντολογική σκοπιά να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με αρετές, ελαττώματα και δικαίωμα στο σφάλμα και μεταλλάσσεται σε αντικείμενο διαδικτυακού κανιβαλισμού από τον ψηφιακό πλέον όχλο, χωρίς να προηγείται ουσιαστική αξιολόγηση.

Δεν αποτελεί μυστικό ότι η ψηφιακή διαπόμπευση συνιστά διαρκές σύμπτωμα σύγχρονων κοινωνιών, οι οποίες έχοντας εξαντλήσει σημαντικό μέρος των ιστορικών τους περιθωρίων, αναζητούν «λόγο ύπαρξης», συλλογικό νόημα και ταυτότητα μέσα στη χοάνη των παγκόσμιων εξελίξεων, όπως αυτές διαμορφώνονται υπό το πνεύμα και τις επιταγές της μετανεωτερικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, σταθερές, αρχές και αξίες, ακόμη και επιστημονικά δεδομένα, σχετικοποιούνται, υπό το «πιασάρικο» σύνθημα “anything goes. Ωστόσο, ο τεχνοψηφιακός πολιτισμός δεν δημιούργησε το φαινόμενο. Μάλλον παρείχε τα μέσα για τη μαζικότερη, ταχύτερη και συχνά ανώνυμη εκδήλωση συλλογικών συμπεριφορών που ανέκαθεν συνόδευαν την ανθρώπινη ιστορία. Η αποτελεσματική διαχείριση, προϋποθέτει περαιτέρω ώθηση του ψηφιακού γραμματισμού, μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία των αλγορίθμων και δραστική προστασία από συνθήκες στοχοποίησης. Εξίσου αναγκαία είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς, ώστε η κοινωνική απαίτηση για λογοδοσία να διοχετεύεται σε θεσμικά κανάλια, παρά σε ψηφιακά λαϊκά δικαστήρια. Συγχρόνως, είναι επιβεβλημένη η συγκρότηση των προδιαγραφών μιας αποδοτικής ψηφιακής δημοκρατίας, όπου η τεχνολογία δεν θα λειτουργεί ως επιταχυντής του δημόσιου διασυρμού, αλλά ως αντίβαρο αμοιβαίου σεβασμού, ουσιαστικής συμμετοχής, δημόσιας διαβούλευσης και λογοδοσίας.

Συμπερασματικά, το σοβαρότερο διακύβευμα της εποχής μας ίσως να μην είναι πρωτίστως τεχνολογικό, αλλά κοινωνιολογικό. Όπως επανειλημμένα υπογράμμισε ο Χρήστος Γιανναράς, η ποιότητα του δημόσιου βίου εξαρτάται από την ποιότητα της σχέσης με τον «άλλον». Όταν ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και γίνεται αντικείμενο χρήσης, κριτικής ή εξόντωσης, τότε η κοινωνία διολισθαίνει αναπόφευκτα σε μορφές βαρβαρότητας, ακόμη και όταν τούτες «εκφέρονται» μέσω των πλέον εξελιγμένων τεχνολογικών μέσων. Επομένως, η παράκαμψη της ψηφιακής διαπόμπευσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ανάπτυξη της τεχνολογίας, αλλά από την αποκατάσταση μιας κουλτούρας κοινωνικών σχέσεων ευθύνης και αλληλοπεριχώρησης. Τότε η ψηφιακή δημόσια σφαίρα θα μπορέσει ίσως να μεταποιηθεί σε ένα παρατεινόμενο πεδίο αληθινής δημοκρατικής συνύπαρξης.

*Κοινωνιολόγος