Ανθρώπινες Ιστορίες

Η Κύπρος μας, οι μικρές υπερβολές της καθημερινότητάς της

Oι Κύπριοι οι οποίοι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο εξωτερικό, έχουμε γενικά μια κάπως διαφορετική σχέση με την Κύπρο. Είναι ο τόπος της καταγωγής μας, ένας τόπος με τον οποίο σχεδόν όλοι αισθανόμαστε βαθιά συνδεδεμένοι και για τον οποίο τρέφουμε μεγάλη αγάπη και σεβασμό.

Έτσι, ίσως έχουμε το μικρό πλεονέκτημα ή το μεγάλο μπέρδεμα να βλέπουμε την κυπριακή καθημερινότητα έχοντας συνηθίσει και έναν διαφορετικό τρόπο συμπεριφοράς, επικοινωνίας και κοινωνικής συναναστροφής. Δεν θεωρώ ότι ο ένας τρόπος είναι καλύτερος από τον άλλο. Ούτε πιστεύω ότι οι Καναδοί είναι πιο πολιτισμένοι ή οι Κύπριοι λιγότερο ευγενικοί. Κάθε κοινωνία έχει τις δικές της αρετές, τις δικές της αδυναμίες και, φυσικά, τις δικές της μικρές υπερβολές.

Αγαπώ την Κύπρο και εκτιμώ βαθιά τον Καναδά, και ίσως αυτή η διπλή οπτική να μου επιτρέπει να χαμογελώ με ορισμένα από τα καθημερινά μας παράδοξα χωρίς να τα παίρνω ούτε πολύ στα σοβαρά ούτε πολύ προσωπικά.

Κάθε πολιτισμός έχει τις ιδιορρυθμίες του. Άλλες είναι γοητευτικές, άλλες διασκεδαστικές και άλλες, ομολογώ, αρκετά δύσκολες να τις ανεχθεί κανείς.

Οι Καναδοί, για παράδειγμα, είναι γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο για την ευγένειά τους. Τόσο γνωστοί, μάλιστα, ώστε μερικές φορές αναρωτιέται κανείς αν το «Sorry» αποτελεί επίσημο μέρος της καναδικής καθημερινότητας. Βέβαια, η καναδική ευγένεια δεν είναι πάντοτε συνώνυμη με την απόλυτη ειλικρίνεια. Ένας Καναδός μπορεί να σου πει «That's interesting» ενώ εννοεί «Δεν μου αρέσει καθόλου», και να χαμογελάσει τόσο θερμά ώστε να μην καταλάβεις ποτέ τι πραγματικά σκέφτεται.

Αυτό βρίσκεται σχεδόν στο αντίθετο άκρο από τον πολύ πιο ευθύ και άμεσο τρόπο με τον οποίο εκφράζονται αρκετοί Κύπριοι. Στην Κύπρο, τουλάχιστον, συνήθως δεν χρειάζεται να μαντέψεις τι σκέφτεται ο άλλος. Θα σου το πει. Και πιθανότατα θα σου το πει δυνατά, με έντονη χειρονομία, σε απόσταση περίπου τριών μέτρων, ώστε να το ακούσει και ο άνθρωπος στο διπλανό κατάστημα.

Μία από τις ιδιορρυθμίες που έχω παρατηρήσει επανειλημμένα αυτό το καλοκαίρι είναι ακριβώς αυτή: η υπερβολική ένταση με την οποία ένα μικρό, αλλά πολύ εμφανές, ποσοστό συμπολιτών μας αντιμετωπίζει τις πιο ασήμαντες καταστάσεις της καθημερινότητας. Δεν μιλώ για ανθρώπους που έχουν πραγματικό λόγο να είναι θυμωμένοι. Δεν μιλώ για δικαιολογημένη αγανάκτηση, ούτε για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας. Μιλώ για κάτι διαφορετικό: για την τάση να μετατρέπεται ένα απολύτως ασήμαντο περιστατικό σε μικρό κοινωνικό δράμα, με δυνατή φωνή, έντονους μορφασμούς, θεαματικές χειρονομίες και έναν τόνο που θα ταίριαζε περισσότερο σε κατάσταση εθνικής κρίσης παρά σε ένα ταμείο υπεραγοράς.

Ίσως είναι θέμα μεσογειακού ταπεραμέντου. Ίσως φταίει η ζέστη. Ίσως είναι ένας συνδυασμός κουλτούρας, χαρακτήρα και τρόπου ανατροφής. Όποια κι αν είναι η εξήγηση, το φαινόμενο είναι υπαρκτό. Για κάποιον που έχει συνηθίσει περισσότερο στην ήπια Αγγλοσαξονική προσέγγιση, η αντίθεση μπορεί να είναι εντυπωσιακή.

Ένα σάντουιτς λίγο πριν από τα μεσάνυχτα.

Πριν από λίγες ημέρες, περίπου στις 11:30 το βράδυ, μπήκα σε ένα 24ωρο φούρνο για να πάρω κάτι πρόχειρο να φάω. Μια Κύπρια κυρία γύρω στα τριάντα μπήκε αμέσως μετά από εμένα, πήγε στο ταμείο και, με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος, ρώτησε την ευγενική ταμία μέχρι ποια ώρα παραδίδονται τα φρέσκα σάντουιτς και τα αλμυρά.

Η ταμίας τής απάντησε ήρεμα ότι οι παραδόσεις γίνονται στις 4:00 και στις 6:00.

Η γυναίκα ξέσπασε.

«Είναι σχεδόν μεσάνυχτα! Εγώ δεν μπορώ να φάω αυτά!»

Η ταμίας απολογήθηκε ευγενικά και εξήγησε ότι δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ελέγξει η ίδια.

Ένιωσα περισσότερο άβολα για την ταμία παρά για την πελάτισσα. Η κοπέλα έκανε απλώς τη δουλειά της. Δεν είχε παρασκευάσει τα σάντουιτς, δεν είχε καθορίσει το πρόγραμμα των παραδόσεων και σίγουρα δεν είχε προσωπικά αποφασίσει να αφήσει την πελάτισσα χωρίς το τέλειο μεταμεσονύκτιο σάντουιτς.

Και τότε, ομολογώ, δεν μπόρεσα να κρατηθώ.

Τη ρώτησα αν, συγγνώμη, ήταν μέλος κάποιας βασιλικής οικογένειας και αν είχε συνηθίσει να της παρασκευάζουν τα σάντουιτς φρέσκα οι υπηρέτες της.

Δεν το εκτίμησε ιδιαίτερα. Με έβρισε και έφυγε.

Ίσως δεν ήταν η πιο διπλωματική μου στιγμή. Αλλά αυτό που με ενόχλησε δεν ήταν η απαίτηση για φρέσκο φαγητό. Ήταν η δυσανάλογη ένταση απέναντι σε έναν άνθρωπο που δεν έφταιγε σε τίποτα.

«Στη χώρα του δεν έχουν υπεραγορές;»

Μια άλλη ημέρα, βρισκόμουν στον διάδρομο με τα ποτά μιας υπεραγοράς. Ένας νεαρός άνδρας από την Ανατολική Ευρώπη στεκόταν περίπου ένα μέτρο μπροστά από μια κυρία γύρω στα εξήντα, γράφοντας ένα μήνυμα στο κινητό του.

Η κυρία, στην έντονη κυπριακή διάλεκτο και σε αρκετά δυνατή φωνή, σχολίασε:

«Εγώ νομίζω ότι στη χώρα του δεν έχουν υπεραγορές όπως τούτες, τζιαι εν ξέρει πώς να προχωρήσει στους διαδρόμους».

Ο νεαρός κοκκίνισε, φάνηκε αμήχανος και μετακινήθηκε.

Για ακόμη μία φορά, δυσκολεύτηκα να παραμείνω σιωπηλός.

Της είπα ότι έχω ταξιδέψει σε αυτές τις χώρες και ότι, πιστέψτε με, πρόκειται για κοινωνίες με ανθρώπους εξαιρετικά μορφωμένους, καλλιεργημένους και ευγενικούς. Άνθρωποι που διαβάζουν μυθιστορήματα, πηγαίνουν στην όπερα και συχνά επιδεικνύουν πολύ καλύτερους τρόπους από ορισμένους από εμάς.

Της είπα, κάπως ειρωνικά, ότι υπάρχουν και Κύπριοι των οποίων η έννοια της λογοτεχνίας είναι να διαβάζουν το τηλεοπτικό πρόγραμμα στον καναπέ ενώ σχολιάζουν τη ζωή όλων όσων γνωρίζουν.

Με κοίταξε ειρωνικά, με ρώτησε αν μιλούσα σοβαρά και έφυγε σπρώχνοντας το καρότσι της.

Ίσως και πάλι υπέρβαλα. Αλλά το περιστατικό με έκανε να σκεφτώ πόσο εύκολα μπορεί μια καθημερινή στιγμή να μετατραπεί σε ευκαιρία για κοινωνική ανωτερότητα.

Το «χωριό» και οι «χωριάτες».

Ένας καλός μου φίλος, οικονομικά ιδιαίτερα επιτυχημένος, ιδιοκτήτης της δικής του στέγης, με καλό και σταθερό μισθό, ωραίο αυτοκίνητο και δύο παιδιά που σπουδάζει, δεν παύει να αναφέρεται κατά καιρούς με έναν σχεδόν υπεροπτικό και υποτιμητικό τρόπο στο «χωριό» και στους «χωριάτες».

Αυτό που με διασκεδάζει περισσότερο είναι η ικανότητά του να αγνοεί εντελώς μια οικονομική πραγματικότητα που βρίσκεται ακριβώς μπροστά στα μάτια του. Ο συγκεκριμένος «υποανάπτυκτος» και «απομακρυσμένος» τόπος, τον οποίο περιγράφει περίπου σαν να βρίσκεται σε κάποια ξεχασμένη γωνιά του χάρτη, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά πολύτιμος. Η αξία της γης στην περιοχή έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς ξένοι επενδυτές έχουν αγοράσει εκτάσεις και ακίνητα, με αποτέλεσμα αρκετοί από τους ανθρώπους που κάποτε θεωρούνταν απλώς «χωριάτες» να διαθέτουν σήμερα περιουσίες αξίας εκατομμυρίων.

Δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτή την ιδιαίτερη ικανότητα ορισμένων Κυπρίων: να αποκλείεις από τη συνείδησή σου εκείνες ακριβώς τις οικονομικές πραγματικότητες που δεν ταιριάζουν με την εικόνα που έχεις ήδη αποφασίσει να πιστεύεις.

«Αήστε τα τζιαμέ, ρε!»

Είχα και αυτή την εβδομάδα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ένα ακόμη μικρό επεισόδιο κυπριακής καθημερινότητας, αυτή τη φορά μαζί με δύο φίλους μου, Κύπριους που έχουν μεγαλώσει στη Νότια Αφρική.

Βρεθήκαμε τυχαία σε μια μεγάλη υπεραγορά της Πάφου και, όταν τελειώσαμε τα ψώνια μας, φύγαμε μαζί προς τον χώρο των καροτσιών. Ψάχναμε πού ακριβώς έπρεπε να επιστρέψουμε τα καρότσια μας, όταν ξαφνικά ακούσαμε πίσω μας μια πολύ δυνατή, ιδιαίτερα ενοχλημένη αντρική φωνή στην κυπριακή διάλεκτο:

«Αήστε τα τζιαμέ, ρε!»

Ήταν ένας υπάλληλος της υπεραγοράς που, προφανώς, είχε αποφασίσει ότι η σωστή μέθοδος επικοινωνίας με τους πελάτες ήταν να τους απευθύνεται σαν να προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη σε εξέγερση.

Οι δύο φίλοι μου, που έχουν μεγαλώσει στη Νότια Αφρική, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και μετά εμένα.

Η αντίδρασή τους ήταν αποκαλυπτική.

Μου είπαν ότι στη Νότια Αφρική, σε οποιαδήποτε σοβαρή υπεραγορά, θα ήταν σχεδόν αδιανόητο ένας υπάλληλος να απευθυνθεί σε πελάτη με τέτοιο τρόπο.

Και τότε σκέφτηκα για ακόμη μία φορά πόσο παράξενη μπορεί να φαίνεται η κυπριακή καθημερινότητα όταν την κοιτάξεις από λίγο μεγαλύτερη απόσταση.

Για εμάς ίσως είναι απλώς ένας υπάλληλος που μίλησε κουρασμένος.

Για κάποιον που έχει συνηθίσει διαφορετικά πρότυπα εξυπηρέτησης, μπορεί να μοιάζει σαν να μόλις προσπαθήσαμε να επιστρέψουμε το καρότσι χωρίς την απαραίτητη άδεια του κράτους.

Όταν κάποιος άγνωστος σού δείχνει πώς να βγεις από το σπίτι σου!

Μία άλλη πρόσφατη εμπειρία ήταν ακόμη πιο χαρακτηριστική.

Έβγαινα με το αυτοκίνητό μου από το σπίτι μου, όταν ένας περαστικός αποφάσισε ότι χρειαζόμουν τη βοήθειά του για να βγω.

Άρχισε να κουνά τα χέρια του έντονα στον αέρα, να δείχνει δεξιά και αριστερά και να μου δίνει οδηγίες με φωνή που θα μπορούσε να ακουστεί από την άλλη άκρη του δρόμου.

Για λίγα δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα αν υπήρχε κάποιος λόγος που πίστευε ότι δεν ήξερα να οδηγήσω.

Μόνο που... ήταν το σπίτι μου. Γνώριζα πολύ καλά τον δρόμο, ήξερα πού ήθελα να πάω και, κατά πάσα πιθανότητα, είχα βγει με το αυτοκίνητό μου από εκεί αμέτρητες φορές.

Αυτό που με εντυπωσιάζει σε τέτοιες στιγμές είναι η ποσότητα ενέργειας που μπορεί να καταναλωθεί για κάτι τόσο απλό. Γιατί πρέπει να φωνάζουμε; Γιατί πρέπει να κουνάμε ολόκληρο το σώμα μας; Γιατί μια απλή έξοδος από έναν δρόμο πρέπει να μετατρέπεται σε επιχείρηση καθοδήγησης;

Ένα κυπριακό μεσημεριανό και το κοινωνικό ρεπορτάζ των συγγενών.

Αρχές Αυγούστου, ένας παλιός φίλος μάς είχε καλέσει στο εξοχικό του, σε ένα χωριό της επαρχίας Λάρνακας, για μεσημεριανό.

Μόλις φτάσαμε στην πόρτα, η σύζυγός του με εξέπληξε με ένα σχόλιο για την εξαιρετική ποιότητα γνωστής αλυσίδας φούρνων, από την οποία είχαμε αγοράσει ένα κέικ για να τους πάμε.

Τους δώσαμε το κέικ, δώσαμε και στον γιο τους ένα δώρο και καθίσαμε.

Τότε όμως πληροφορήθηκα κάτι που, κατά τα καναδικά μου πρότυπα, ίσως δεν χρειαζόταν να γνωρίζω ποτέ.

Η σύζυγος του φίλου μου μάς εξήγησε ότι μερικές φορές οι φίλοι τους φέρνουν στα παιδιά πολύ ακριβότερα δώρα από ό,τι ορισμένοι συγγενείς. Και θεώρησε σωστό, και αρκετά εύλογο μέσα στο κυπριακό κοινωνικό πλαίσιο, να μοιραστεί μαζί μας τη δυσαρέσκειά της για κάποιους συγγενείς τους.

Εγώ, μέχρι εκείνη τη στιγμή, απλώς έτρωγα το κέικ. Ξαφνικά βρέθηκα να συμμετέχω σε μια πλήρη οικονομικοκοινωνική ανάλυση των φίλων και συγγενών τους. Και δεν είχε τελειώσει εκεί.

Αργότερα, μόλις μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να φύγουμε, η σύζυγός μου γύρισε προς εμένα και είπε: «Πες τα!»

Γνωρίζει πολύ καλά ότι οι καναδικές μου ευαισθησίες δεν αντέχουν πάντα τέτοιου είδους κοινωνική ένταση. Ακόμη προσπαθώ να πείσω αρκετούς ανθρώπους στην Κύπρο ότι όταν οι Καναδοί λένε «It's the thought that counts», το εννοούν πραγματικά.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζουν πόσο κόστισε το δώρο. Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε ποιος αγόρασε τι. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε από ποιο κατάστημα ήταν. Και, κυρίως, δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε οικογενειακό φάκελο αξιολόγησης με βάση την τιμή των δώρων.

Μια άλλη σκηνή συνέβη στις αρχές Αυγούστου. Πήγα με την κόρη μου σε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας για να αντικαταστήσουμε την κατεστραμμένη κάρτα στο τηλέφωνό της.

Η υπάλληλος, βλέποντας το κινητό της κόρης μου, είπε δυνατά:

«Η κόρη σου έχει καινούργιο iPhone και εσύ έχεις παλιό Android!»

Και μετά άρχισε να γελά.

Δεν θα αναφέρω τι της απάντησα.

Όχι επειδή δεν είχα απάντηση, αλλά επειδή δεν θέλω αυτό το κείμενο να μετατραπεί σε κατάλογο παραπόνων. Το περιστατικό, όμως, είναι χαρακτηριστικό. Γιατί να σχολιάσει ένας επαγγελματίας το τηλέφωνο ενός πελάτη με αυτόν τον τρόπο; Γιατί πρέπει η συσκευή κάποιου να γίνει αφορμή για πείραγμα, αξιολόγηση ή κοινωνική σύγκριση;

Ένα κινητό είναι ένα εργαλείο. Δεν είναι δείκτης αξίας ανθρώπου. Μήπως το ποσό των €1.000 είναι τρομερά εντυπωσιακό για αυτή την κοπέλα;

Σίγουρα, όμως, δεν χρειάζεται να γίνει δημόσια ανακοίνωση.

«Μήπως έχεις κλέψει το κρέας;»

Και μετά υπήρξε περιστατικό σε υπεραγορά.

Είχα αρκετές συσκευασίες κρέατος στο καρότσι μου. Είπα στον ταμία ότι θα του τις έδινα μία-μία για να τις χτυπήσει, επειδή δεν ήθελα να βρέξω τον ιμάντα του ταμείου.

Φυσικά και περίμενα να κοιτάξει μέσα στο καρότσι μου. Αυτό είναι απολύτως λογικό. Είναι μέρος της δουλειάς του να ελέγχει τα προϊόντα και να βεβαιώνεται ότι όλα έχουν καταχωρηθεί.

Αυτό που με ενόχλησε ήταν η θεαματική ταχύτητα με την οποία πετάχτηκε από τη θέση του για να ελέγξει πόσα πακέτα κρέατος υπήρχαν.

Και σκέφτηκα: «Μοιάζω πραγματικά με άνθρωπο που θα κλέψει κρέας; Δεν θα έλεγε κανείς πως ο σωματότυπός μου χρήζει θερμίδες, να λέμε την αλήθεια».

Εντάξει, δεν γνώριζε τίποτα για μένα. Και ασφαλώς είχε κάθε δικαίωμα να κάνει τον έλεγχο.

Το ζήτημα δεν ήταν ο έλεγχος. Ήταν η ένταση. Αυτό είναι που επιστρέφει συνεχώς σε όλες αυτές τις μικρές ιστορίες. Θα ήταν εύκολο να διαβάσει κάποιος όλα αυτά και να συμπεράνει ότι θεωρώ τους Κύπριους αγενείς. Δεν το θεωρώ.

Αντιθέτως, έχω γνωρίσει αμέτρητους Κύπριους που είναι εξαιρετικά ευγενικοί, φιλόξενοι, γενναιόδωροι και πραγματικά ζεστοί άνθρωποι.

Η κυπριακή φιλοξενία δεν είναι μύθος. Είναι πραγματική. Η οικογενειακή ζεστασιά, η προθυμία να βοηθήσουμε, η γενναιοδωρία και η κοινωνικότητα αποτελούν σημαντικά και όμορφα στοιχεία της κουλτούρας μας.

Ακριβώς γι' αυτό δεν θέλω να απορρίψω το κυπριακό ταμπεραμέντο. Θέλω απλώς να υποστηρίξω ότι ίσως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη ζεστασιά και την υπερβολή.

Ανάμεσα στο να είσαι εκφραστικός και στο να είσαι επιθετικός. Ανάμεσα στο να βοηθάς και στο να παρεμβαίνεις. Ανάμεσα στο να αστειεύεσαι και στο να φέρνεις κάποιον σε δύσκολη θέση. Ανάμεσα στο να διεκδικείς και στο να φωνάζεις.

Στην κοινωνική συμπεριφορά που έχω γνωρίσει στον Καναδά, υπάρχει μεγαλύτερη προσπάθεια να κρατηθούν χαμηλοί οι τόνοι.

Αν ένα σάντουιτς δεν είναι φρέσκο, κάποιος μπορεί απλώς να πει:

«That's unfortunate. Is there anything else available?»

Αν κάποιος στέκεται μπροστά σου σε έναν διάδρομο, μπορεί να πεις:

«Excuse me.»

Αν κάποιος θέλει να σου δώσει οδηγίες, πιθανότατα θα τις δώσει χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του σαν τροχονόμος σε ώρα αιχμής.

Δεν σημαίνει ότι συγκρατημένοι Αγγλοσάξονες είναι καλύτεροι άνθρωποι. Κάθε κοινωνία έχει τις δικές της αδυναμίες. Η υπερβολική συγκράτηση μπορεί επίσης να γίνει ψυχρότητα, απόσταση ή υποκρισία.

Όμως υπάρχει κάτι χρήσιμο στην ιδέα ότι δεν χρειάζεται κάθε μικρή ενόχληση να γίνει δημόσιο γεγονός. Ίσως μπορούμε να χαμηλώσουμε λίγο την ένταση και να μάθουμε...

ότι το δώρο δεν μετριέται πάντοτε σε ευρώ.

ότι το «It's the thought that counts» μπορεί πράγματι να σημαίνει ακριβώς αυτό.

ότι το να βοηθήσουμε κάποιον δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να του φωνάξουμε οδηγίες.

Και ότι ένας έλεγχος στο ταμείο μπορεί να γίνει χωρίς να μοιάζει με αστυνομική επιχείρηση.

Δεν προτείνω να αλλάξουμε αυτό που είμαστε ούτε να γίνουμε λιγότερο Κύπριοι. Άλλωστε, η αμεσότητα, η ζεστασιά, η φιλοξενία, η γενναιοδωρία και ο αυθορμητισμός είναι μέρος εκείνων που κάνουν την κυπριακή κοινωνία ξεχωριστή.

Ίσως, όμως, να μπορούμε κάποιες φορές να κρατάμε λίγο περισσότερο από την κυπριακή ζεστασιά και λίγο περισσότερο από την καναδική ψυχραιμία. Να παίρνουμε από την κάθε κοινωνία ό,τι καλύτερο έχει να μας διδάξει.

Γιατί τελικά δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στην Κύπρο και τον Καναδά. Μπορούμε να αγαπάμε και να σεβόμαστε και τα δύο, ακόμη κι αν μερικές φορές γελάμε με τις μικρές υπερβολές και των δύο.

Το κυπριακό ταμπεραμέντο είναι μέρος της γοητείας μας. Αλλά δεν χρειάζεται κάθε σάντουιτς να γίνει εθνική κρίση. Δεν χρειάζεται κάθε διάδρομος υπεραγοράς να γίνει πεδίο μάχης. Δεν χρειάζεται κάθε καρότσι να συνοδεύεται από στρατιωτική εντολή. Δεν χρειάζεται κάθε οικογενειακό δώρο να γίνει οικονομικός απολογισμός.

Και δεν χρειάζεται κάθε καθημερινή αλληλεπίδραση να συνοδεύεται από φωνές, χειρονομίες και τρία λεπτά θεατρικής παράστασης. Ίσως, τελικά, το πιο πολιτισμένο πράγμα που μπορούμε να μάθουμε είναι και το πιο απλό: Δεν χρειάζεται να είμαστε λιγότερο Κύπριοι. Ίσως απλώς να χρειάζεται, κάποιες φορές, να είμαστε λίγο πιο ήρεμοι.

Το λάθος ταχυδρομικό...

Τον περασμένο μήνα, ένας φίλος μού ζήτησε μια μικρή χάρη. Να τηλεφωνήσω σε μια Αγγλίδα κτηματομεσίτρια, φίλη μου, και να της πω ότι ενδιαφερόταν να της αναθέσει την πώληση του διαμερίσματός του.

Το διαμέρισμα βρίσκεται σε μία από τις πιο προνομιούχες και «high» κοινότητες της Πάφου. Υπάρχει, όμως, μια μικρή λεπτομέρεια: ακριβώς δίπλα βρίσκεται μια άλλη κοινότητα, η οποία, τουλάχιστον σύμφωνα με ορισμένους Κύπριους, θεωρείται σαφώς λιγότερο... κοινωνικά ευλογημένη.

Η μεσίτρια, λοιπόν, με ρώτησε πού ακριβώς βρίσκεται το διαμέρισμα. Και εγώ, μέσα στην κούρασή μου, της είπα το όνομα της γειτονικής κοινότητας.

Ένα μικρό λάθος. Μία λέξη. Μερικές συλλαβές. Για εμένα, μια ασήμαντη γεωγραφική παραδρομή. Για τον φίλο μου, όμως, ήταν περίπου σαν να είχα τηλεφωνήσει στη μεσίτρια και να της ανακοίνωσα ότι το διαμέρισμά του βρίσκεται σε άλλη επαρχία.

Έγινε έξαλλος. «Μα τι της είπες;» με ρώτησε αρκετά αγριεμένα. Προσπάθησα να εξηγήσω ότι απλώς μπέρδεψα το όνομα των δύο γειτονικών κοινοτήτων.

Δεν βοήθησε. Μου εξήγησε, με τρόπο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι καμία απολύτως σχέση δεν είχε το διαμέρισμά του με τη συγκεκριμένη γειτονική κοινότητα.

Και δεν εννοούσε απλώς ότι βρισκόταν σε διαφορετική διοικητική περιοχή. Έπρεπε να τηλεφωνήσω ξανά στην Αγγλίδα μεσίτρια και να διορθώσω το λάθος.

«Πρέπει να της πεις ξεκάθαρα πού είναι!» μου τόνισε. «Και να της εξηγήσεις ότι δεν έχει καμία σχέση με εκείνη την περιοχή!»

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν απλώς ταχυδρομικές διευθύνσεις. Υπάρχουν και κοινωνικές διευθύνσεις.

Μπορεί δύο σπίτια να απέχουν μεταξύ τους διακόσια μέτρα, αλλά κοινωνικά να βρίσκονται σε διαφορετικούς πλανήτες. Το δικό σου μπορεί να είναι «στην τάδε κοινότητα», ενώ του γείτονά σου, παρότι βλέπετε ο ένας το γκαράζ του άλλου, να είναι «στην άλλη».

Και φαίνεται πως αυτή η διάκριση μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την πραγματική απόσταση. Το πιο αστείο είναι ότι επρόκειτο για μια Αγγλίδα κτηματομεσίτρια.

Εγώ ήμουν έτοιμος να της πω πού βρίσκεται το διαμέρισμα με βάση τον δρόμο, την περιοχή και ίσως κάποιο γνωστό σημείο αναφοράς. Ο φίλος μου, όμως, ενδιαφερόταν πρωτίστως να προστατευθεί η... κοινωνική του γεωγραφία.

Ακόμη και σήμερα, πάντως, δεν μου έχει μιλήσει. Ένα λάθος όνομα κοινότητας.

Και έχασα έναν φίλο. Αν κάποιος μού ζητήσει στο μέλλον να περιγράψω την τοποθεσία ενός ακινήτου στην Κύπρο, νομίζω ότι θα είμαι πολύ πιο προσεκτικός.

Θα έχω μαζί μου χάρτη, GPS, πυξίδα, και κυρίως, έναν κατάλογο με τις κοινότητες που θεωρούνται «high», «λίγο λιγότερο high» και «καλύτερα να μην τις μπερδέψεις ποτέ».

Γιατί στην Κύπρο μπορεί να κάνεις λάθος στον δρόμο και να διορθωθείς. Αλλά αν κάνεις λάθος κοινωνική διεύθυνση, μπορεί να χρειαστείς καινούργιο φίλο. Ακόμη και στην κηδεία... κοινωνικό ρεπορτάζ

Είχε οικονομικά προβλήματα;

Δυστυχώς, πρόσφατα απεβίωσε στη Λεμεσό ένας γνωστός της οικογένειάς μας. Μετά την κηδεία, ακολούθησε ο καθιερωμένος καφές. Καθόμασταν ήσυχα στο τραπέζι μας, προσπαθώντας να επεξεργαστούμε την απώλεια, όταν άρχισα να ακούω από το διπλανό τραπέζι μια σειρά από ερωτήσεις που, για να είμαι ειλικρινής, με άφησαν άφωνο.

Το αντικείμενο της συζήτησης δεν ήταν τόσο ο άνθρωπος που μόλις είχαμε αποχαιρετήσει, όσο τα οικονομικά του.

«Μα γιατί να ζητηθούν εισφορές για την οικογένεια;»

«Γιατί να μην δοθούν σε κάποια φιλανθρωπία;»

«Είχε οικονομικά προβλήματα;»

Οι ερωτήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη με τέτοια ένταση και ενδιαφέρον, ώστε για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν βρισκόμουν σε καφέ μετά από κηδεία ή σε συνεδρίαση οικονομικής επιτροπής.

Και τότε ήρθε το αποκορύφωμα. Μια κυρία, ντυμένη στα μαύρα και προφανώς αποφασισμένη να προσφέρει τη δική της οικονομική ανάλυση, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τον έφαγαν τα χρέη» και ότι η οικογένεια «έτρωγε ψωμί με βούτυρο».

Δεν ξέρω πώς ακριβώς είχε αποκτήσει αυτή την οικονομική πληροφόρηση, ούτε ακριβώς πώς την αφορούσε. Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι θεώρησε απολύτως φυσιολογικό να κάνει τέτοιες δηλώσεις δημόσια, στον καφέ που ακολούθησε την κηδεία του ανθρώπου. Εκεί, για ακόμη μία φορά, σκέφτηκα πόσο διαφορετικά μπορεί να αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι την έννοια της διακριτικότητας.

Σε πολλές κοινωνίες, όταν κάποιος πεθαίνει, η πρώτη σκέψη είναι: «Τι κρίμα. Ήταν τόσο νέος. Πώς είναι η οικογένειά του;».

Στην Κύπρο, κάποιες φορές φαίνεται να υπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη διαδικασία: «Ναι, αλλά πόσα χρωστούσε; Ποιοι θα τον κληρονομήσουν;».

Και κάπου ανάμεσα στον καφέ, τα δάκτυλα και τα κουλουράκια μπορεί να ξεκινήσει ολόκληρη οικονομική έρευνα.

Ποιος χρωστούσε σε ποιον, ποιος είχε λεφτά, ποιος δεν είχε, ποιος αγόρασε σπίτι, ποιος πήρε δάνειο και, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ποιος έτρωγε ψωμί με βούτυρο. Στο τραπέζι των εισφορών για την οικογένεια του εκλιπόντος, μια κυρία από το στενό του περιβάλλον έβγαλε τέσσερα πενηντάευρα και, προφανώς για να μην υπάρξει καμία απολύτως αμφιβολία για τη γενναιοδωρία της, φώναξε το επίθετό της και το ποσό της εισφοράς της τόσο δυνατά, που μέχρι και ο πάτερ πετάχτηκε!

Αμήν!

*Εκπαιδευτικός