Σεπτέμβρης 1992 και είμαι ανάμεσα σε Σέρβους στρατιώτες στο Σεράγεβο της Βοσνίας, την περίοδο που ο σερβικός στρατός της Βοσνίας είχε περικυκλώσει και βομβάρδιζε την πόλη - μια πολιορκία τριών χρόνων, που τέλειωσε με τον τερματισμό αυτού του άγριου εμφύλιου πολέμου, τον Νοέμβρη 1995, αφήνοντας πίσω του χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και τεράστιες καταστροφές.
Η 20ή επέτειος από την υπογραφή της Συμφωνίας του Dayton και από το τέλος του πολέμου, με παίρνει πίσω σε αυτή τη χαρούμενη φωτογραφική στιγμή, με τους νεαρούς πολεμιστές να γιορτάζουν την προσωρινή τους νίκη, ανύποπτοι και απροετοίμαστοι για το ζοφερό τους μέλλον - ένα μέλλον που δεν τους περιλάμβανε και που άφησε τους ίδιους και τις οικογένειές τους έξω και μακριά απ’ το Σεράγεβο, καθώς ένα τεράστιο ποσοστό του σερβικού πληθυσμού της βοσνιακής πρωτεύουσας ξεριζώθηκε, προσφυγοποιήθηκε και μετακινήθηκε από τότε, σε άλλες περιοχές. Έγραψα τότε στο ρεπορτάζ για το «Περιοδικό»: «Μου είπαν τα ονόματά τους μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα γιορτής, τραγουδώντας, γελώντας δυνατά, πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Ήταν, εκτός από τον Σλόποταν και τον Ντράκισα, ο Ράνκο, ο Ντούσκο, ο Ντράκαν, ο Ράντε, ο Μόμιρ... όλοι μεταξύ 20 και 25 χρονών, όλοι από την περιοχή του Σεράγεβο και όλοι φοιτητές πριν από τον πόλεμο. Με πήραν στο στρατόπεδό τους σε έναν από τους λόφους πάνω απ’ το Σεράγεβο. Είχε πια νυχτώσει. Στον τεράστιο, ψηλοτάβανο θάλαμό τους, φάγαμε ψωμί και ρύζι πηχτό και ήπιαμε τσάι ζεστό, φτιαγμένο από φρούτα.
Ήταν το πρώτο μου γεύμα τα τελευταία δύο 24ωρα. Γύρω στις 9 πηδήξαμε στο λαντ ρόβερ και με σβηστά φώτα, για να μην εντοπισθούμε από τους Μουσουλμάνους απέναντι, μπήκαμε μέσα στη σερβική συνοικία της πόλης και πήγαμε στο σπίτι του Ντράκισα στην οδό Ζαγκρέμπασκα 51, για να γνωρίσω τους γονείς του - ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας. Σε απόσταση εκατό μέτρων απ’ εκεί, αρχίζει ο μουσουλμανικός τομέας του Σεράγεβο. Η μάνα του Ντράκισα σιδέρωνε εκείνη την ώρα.
Σε λίγο ήρθε και ο πατέρας του, ο δικαστής Νίκολα Βούλετιτς, και στο μικρό καθιστικό δημιουργήθηκε πραγματικά αδιαχώρητο. Έκλεισαν καλά τις κουρτίνες να μη φαίνεται έξω το φως και η Λένα Βούλετιτς έφτιαξε καφέ και μας κέρασε ρακί. Δεν άργησαν πολύ για να κροταλίσουν τα όπλα. Ριπές πολυβόλων, προερχόμενες από τη μουσουλμανική συνοικία, σημάδεψαν την παρουσία μας στο σπίτι των Βούλετιτς, σε όλη τη διάρκεια των δύο περίπου ωρών που μείναμε εκεί...
Φύγαμε από το σπίτι του με τον ίδιο τρόπο, με τα φώτα του αυτοκινήτου σβηστά μέσα στη νύχτα, μέχρι το στρατόπεδο. Στις έξι το πρωί, το σερβικό πυροβολικό άρχισε να βομβαρδίζει τον μουσουλμανικό τομέα. Βγάζω όσες φωτογραφίες μπορώ, μέσα στον ασφυκτικά περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου. Η θλίψη μού σφίγγει την καρδιά, καθώς λίγο αργότερα αφήνω πίσω μου την πόλη. Πόσοι άραγε θα πεθάνουν σήμερα εδώ; Θα είναι και ο Ντράκισα ανάμεσά τους; Θα είναι και ο Σλόποταν ή ο Ράνκο;».