Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μας ως λαού είναι να είμαστε των άκρων και, κυρίως, ανυπόμονοι. Για τους περισσότερους από εμάς, τα πάντα κινούνται στον χρωματισμό του άσπρου ή του μαύρου και, φυσικά, για τους πλείστους εξ ημών δεν υπάρχει πουθενά το γκρίζο. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και τώρα σε σχέση με τη νέα προσπάθεια που αρχίζει με στόχο την επίλυση του εθνικού μας προβλήματος.
Μολονότι βρισκόμαστε μόλις στην αρχή της νέας αυτής προσπάθειας, ή αν θέλετε πραγματικότητας, διαπιστώνουμε ήδη να στήνεται σκηνικό πόλωσης, αρχίζοντας από την πολιτική ηγεσία, και μεταφερόμενο σταδιακά το σκηνικό αυτό μέσα στην κοινωνία.
Από τη μια πλευρά, εκείνοι που έχουν καταληφθεί από υπεραισιοδοξία και μιλούν ως τα πάντα να έχουν διευθετηθεί και το Κυπριακό να έχει περίπου λυθεί, από την άλλη εκείνοι που τίποτα θετικό δεν βλέπουν, παρά μόνο κινδύνους και αρνητικές εξελίξεις.
Δική μας άποψη είναι πως, τόσο οι μεν όσο και οι δε, θα πρέπει να κάνουν υπομονή και να μην προεξοφλούν καταστάσεις, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Χρειάζεται στη φάση που βρισκόμαστε ψυχραιμία, καθαρό μυαλό και, το κυριότερο, όχι προειλημμένες αποφάσεις. Ούτε αποδοχής, αλλά ούτε και απόρριψης των πάντων, χωρίς συζήτηση και διάλογο με την άλλη πλευρά. Ας αφεθεί η διαδικασία να «τρέξει», να γίνει η διαπραγμάτευση, και εκεί είναι που θα διαφανούν οι αληθινές προθέσεις. Αλλά και εκεί είναι που θα κριθούν χειρισμοί και αποφάσεις, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχονται. Το μόνο που μπορούμε να πούμε αυτήν τη στιγμή με σιγουριά είναι πως το Κυπριακό δεν πρόκειται να λυθεί, ούτε μέσα από ωραιοποιήσεις, αλλά ούτε και μέσα από δαιμονοποιήσεις. Θα λυθεί, όμως, και όσο πιο ορθά γίνεται, μόνο μέσα από μια προσέγγιση της διαπραγματευτικής διαδικασίας στην πραγματική της διάσταση. Δηλαδή, με επίγνωση τόσο των δυσκολιών όσο και των κινδύνων που ελλοχεύουν από τη μια, ενώ την ίδια ώρα και με επίγνωση τού ότι με το ν' αντικρίζουμε συνεχώς το ποτήρι μισοάδειο, δεν οδηγούμαστε πουθενά, παρά μόνο στην εδραίωση των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής.