Σε πρόσφατη συνάντηση του Συνδέσμου Αποφοίτων της Σχολής Οικονομικών του Λονδίνου είχα την ευκαιρία να συναντήσω τον κ. Άκκερμαν, Πρόεδρο της Τράπεζας Κύπρου, που ήταν ο κύριος ομιλητής στην συγκέντρωση. Σε σύντομη συνομιλία μας του εισηγήθηκα πως η Τράπεζα θα πρέπει να προσαρμόσει την πολιτική και τις πρακτικές της στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την κρίση του 2013. Είναι υποχρέωση των κυπριακών τραπεζών να εγκύπτουν με κατανόηση στα προβλήματα όσων συνεργάστηκαν/συνεργάζονται μαζί τους (καταθετών/οφειλετών, ομολογιούχων, μετόχων) και να βρίσκουν τρόπους παροχής διευκολύνσεων σ’ αυτούς. Μόνο έτσι θα αρχίσει να επανακτάται η τρωθείσα εμπιστοσύνη προς τους πιστωτικούς θεσμούς.
Το γεγονός ότι άλλαξαν, στο μεταξύ, οι διευθύνσεις και η μετοχική σύνθεση των τραπεζών δεν αναιρεί τις υποχρεώσεις τους. Σύμφωνα με την τελευταία απόφαση του Δικαστηρίου, η Τράπεζα Κύπρου κι ο τότε Διοικητής της κρίθηκαν ένοχοι για παραπλάνηση του κοινού ως προς την πραγματική κατάσταση των οικονομικών της τράπεζας (χειραγώγηση της αγοράς).
Ανεξάρτητα από το μέγεθος της επιβληθείσας ποινής, η καταδίκη τους θα δώσει βάσιμο έρεισμα στους ενδιαφερόμενους να προσφύγουν οι ίδιοι στη δικαιοσύνη διεκδικώντας τις απώλειές τους. Έτσι θα ανοίξει πράγματι ο ασκός του Αιόλου για την τράπεζα. Όλοι θα προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, αν γνώριζαν την πραγματική οικονομική κατάστασή της, θα έπαιρναν προληπτικά μέτρα. Ήδη οι περισσότεροι έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη για τις υποθέσεις τους. Η πρόσφατη καταδίκη της τράπεζας θα σημαίνει και την απαρχή της δικαίωσής τους.
Ευτυχώς η οικονομία επαναδραστηριοποιείται και η Κυβέρνηση και οι τράπεζες βελτιώνουν τα οικονομικά τους για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με κάποιον ικανοποιητικό τρόπο τις ζημιές που άφησε η κρίση. Ήδη η Κυβέρνηση κι όλοι οι υποψήφιοι για την Προεδρία της Δημοκρατίας, με διαφορετικό τρόπο η κάθε πλευρά, εξήγγειλαν πώς σκοπεύουν να ενεργήσουν για να αντιμετωπίσουν το θέμα. Το Κράτος, το οποίο ‘ωφελήθηκε’ από το ‘κούρεμα’ των καταθέσεων (διαφορετικά έπρεπε το ίδιο να αναλάβει να στηρίξει τη Λαική και την Τράπεζα Κύπρου, όπως έκαμε με τη Συνεργατική), θα πρέπει τώρα να συμβάλει στην απάμβλυνση των πιο πάνω προβλημάτων.
Π.χ. αφού καταγραφούν οι διάφορες περιπτώσεις από το γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου (που θα πρέπει να ενισχυθεί) κι αξιολογηθούν, να διαβιβαστούν στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, το οποίο με τη σειρά του να αρχίσει σταδιακά την περικοπή ενός ποσού, που θα έχει καθοριστεί, από τις άλλες φορολογικές υποχρεώσεις του ενδιαφερόμενου. Δεν έχει περιέλθει στην αντίληψή μου, όμως, οι ενδιαφερόμενες τράπεζες πώς σκοπεύουν να ενεργήσουν.
Η σημερινή κατάσταση φέρνει στη μνήμη μιαν άλλη, εκείνη μετά την εισβολή. Ένας από τους στόχους στα Έκτακτα Σχέδια ήταν κι η αποκατάσταση της αδικίας που έγινε με τον χειρισμό των χρεών των εκτοπισθέντων. Πάρα πολλοί Κύπριοι έχασαν με την εισβολή τις περιουσίες, τις επιχειρήσεις, τις εργασίες τους, ενώ συνέχιζαν να χρωστούν τεράστια ποσά. Η κατάσταση αυτή από τη μια εμπεριέκλειε σοβαρούς κινδύνους κατάρρευσης της πίστης και των θεσμών της κι από την άλλη ασκούσε μιαν αφόρητη πίεση στα άτομα/επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αδυναμία επαναδραστηριοποίησής τους.
Ένα από τα πρώτα μελήματά μας ήταν η σύσταση μιας Επιτροπής στο πλαίσιο της Οικονομικής Συμβουλευτικής Επιτροπής, υπό την προεδρία μου και μέλη τόσο εκπροσώπους Οικονομικών Υπηρεσιών όσο και του ιδιωτικού τομέα, των τραπεζών, για να κάμει εισηγήσεις προς την Κυβέρνηση. Οι εισηγήσεις υποβλήθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου 1974 και προέβλεπαν την εισαγωγή νομοθεσίας για προσωρινή αναβολή και περιορισμό των αναγκαστικών πωλήσεων ακίνητης/κινητής περιουσίας και γενικές αρχές διακανονισμού τέτοιων χρεών.
Με την ψήφιση του περί Ανακούφισης Οφειλετών Νόμου το 1975, επιχειρήθηκε η προσωρινή ρύθμιση του θέματος των χρεών των εκτοπισθέντων οφειλετών. Η νομοθεσία αυτή μαζί και με άλλα μέτρα (αναδιαμόρφωση επιτοκίων) βοήθησε την επαναδραστηριοποίηση, που με τη σειρά της ‘έλυσε’ και το πρόβλημα των χρεών.
Στην πράξη η υπέρβαση του σοβαρού αυτού προβλήματος έγινε περίπου ως εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα όπου ήταν αδύνατο να εξασφαλίσουν το λαβείν τους άρχισαν να το διαγράφουν μέσω των ετήσιων κερδών, επιβαρύνοντας τον λογαριασμό κερδοζημιών με τη σιωπηρή συγκατάθεση των Φορολογικών Αρχών. Έτσι επιμερίστηκαν το εναπομείναν κόστος Κυβέρνηση και πιστωτικά ιδρύματα. Η εμπειρία εκείνη θα μπορούσε να βοηθήσει και στην παρούσα κατάσταση.
Κανονικά έπρεπε να ξεκινήσουμε με συμψηφισμό απωλειών και λογικών υποχρεώσεων εκάστου. Δεν κατάλαβα π.χ. όταν κατέρρευσε η Λαϊκή Τράπεζα κι έχασε κάποιος τις μετοχές του, που μπορεί να αποτελούσαν τις μικροαποταμιεύσεις μιας ζωής, γιατί οι υποχρεώσεις προς αυτή υπό μορφή ενός ‘παρατραβήγματος’ να εξακολουθούν να ισχύουν, αφού μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου;
Και δεν είναι καθόλου δίκαιο ένας του οποίου ‘κουρεύτηκαν’ οι καταθέσεις και τα αξιόγραφα ή ‘εξαφανίστηκαν’ οι μετοχές να καλείται από την ανάδοχο Τράπεζα Κύπρου να αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις του στη Λαϊκή και μάλιστα με πολύ επαχθείς όρους. Την ίδια ευαισθησία θα πρέπει να επιδείξουν κι οι άλλες τράπεζες, η Ελληνική κι η Συνεργατική, έναντι των πελατών τους, που επηρεάστηκαν από τις πράξεις ή παραλείψεις τους. Είναι κι αυτά από τα θέματα στα οποία πρέπει ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος να μπορεί να επεμβαίνει για ρύθμισή τους.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με τέτοια ανώδυνα μέτρα, που μπορούν να συντηρηθούν χωρίς να επηρεάζεται η γενικότερη προσπάθεια ανάκαμψης των δημοσιονομικών και των χρηματοπιστωτικών πραγμάτων. ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Πρώην Υπουργός, πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού