Αναλύσεις

Συγγνώμη, αγαπημένη Λευκωσία...

Μας ενοχλεί η αδικία. Η αυθάδεια. Η εκμετάλλευση. Μας ενοχλεί η υποκρισία. Μας ενοχλούν όλα όσα χαλάνε την ομορφιά του κόσμου. Όπου γης... Σε τούτη όμως τη μικρή πατρίδα, την τόσο μικρή, πώς γίνεται να μας ενοχλούν τόσα πολλά... Σε τούτη τη μικροσκοπική αλλά παραδεισένια πατρίδα, πώς γίνεται η ομορφιά της να παλεύει με του κόσμου τις ασχήμιες;..


Βάζουμε λοιπόν τα πόδια μας στα παπούτσια μας τα πάνινα, και περπατάμε. Και πάμε. Μπαίνουμε στην πόλη. Στην πρωτεύουσα της εναλίας γης. Και βλέπουμε. Και παρατηρούμε. Τους δρόμους με τα σκουπίδια. Τους δρόμους χωρίς χώρους στάθμευσης. Τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στα πεζοδρόμια. Τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα στη μέση του δρόμου. Στις στροφές. Συνειδητοποιούμε τότε πως οτιδήποτε σε τούτο τον τόπο λειτουργεί ως χώρος στάθμευσης. Όπως την προηγούμενη Κυριακή, βγαίνοντας από την εκκλησία, έτυχε να δω τρία αυτοκίνητα παρκαρισμένα καμαρωτά - καμαρωτά έξω από το Ιερό του ναού...


Και περπατάμε. Και πάμε... Και μπαίνουμε στην παλιά πόλη της Λευκωσίας και βλέπουμε τα παλιά τα σπίτια. Τα έρημα. Τα ερημωμένα. Τα εγκαταλειμμένα. Και απορούμε αν κάποιος υπεύθυνος της οργανωμένης αυτής πολιτείας σκέφτηκε ποτέ ότι κάποια από αυτά είναι τόσο επικίνδυνα, που θα μπορούσαν να πλακώσουν κάποιον περαστικό. Και απορούμε αν κάποιος σκέφτηκε ποτέ ότι πολλά από αυτά, κι ας είναι κλειδωμένα με αλυσίδες, στον εσωτερικό τους χώρο και στις αυλές τους θα μπορούσαν να κουβαλάνε αρρώστιες... Έχουν απολυμανθεί άραγε ποτέ; Ευχόμαστε και προσευχόμαστε να έχουν... Και περπατάμε λοιπόν.


Και πάμε. Και μπαίνουμε πιο βαθιά στην παλιά Λευκωσία. Εκεί όπου η μακαρίτισσα μάνα μου νοίκιαζε τότε ένα όμορφο σπιτάκι με αυλή... Και μπαίνουμε σιγά-σιγά στη Λήδρας και στην Ονασαγόρου. Και βλέπουμε πόσο έχει αλλάξει ο πληθυσμός. Και λέμε: “Εντάξει, ρε μάγκα, μετανάστες κι εμείς βιώσαμε αιώνες τώρα στην Αμερική, ας μην παραπονιόμαστε.


Δεν πειράζει, λοιπόν. Και περπατάμε στον περίφημο πεζόδρομο. Και πάμε... Και δεν μπορούμε να περάσουμε. Γιατί ο κάθε καταστηματάρχης έχει απλώσει την πραμάτεια του στη μέση του δρόμου. Λες και ο δρόμος όλος είναι δικός τους... Και περπατάμε. Και πάμε. Και βλέπουμε δυο συμπαθητικούς λαχειοπώλες, ο ένας Κύπριος, η άλλη Κινέζα, απέναντι - απέναντι, στη μέση του δρόμου με τα τραπεζάκια τους αντικριστά να φωνασκούν "λαχεία" - κάτι σαν λαϊκή αγορά δηλαδή ένα πράμα -. Και περπατάμε και πάμε.


Και σκύβουμε το κεφάλι και βλέπουμε τα αποτσίγαρα να πέφτουν βροχή στη μέση του δρόμου. Κι όπως προχωράμε, απορούμε αν όλα αυτά ενοχλούν και κάποιους άλλους. Ύστερα βλέπουμε τα άδεια δρομάκια της "Λαϊκής Γειτονιάς". Κι απορούμε πώς άραγε να επιβιώνουν τα εναπομείναντα καταστήματα της “γειτονιάς” αυτής, που κάποτε νομίζαμε ότι θα έσφυζε από ζωή... Και αναρωτιόμαστε μπας και είμαστε μόνο εμείς οι παράξενοι κι οι γκρινιάρηδες...


Και περπατάμε και πάμε.. Κι αμάν, να θέλουμε να προχωρήσουμε να φτάσουμε στη Μακαρίου αλλά να μην μπορούμε, γιατί η Πλατεία Ελευθερίας είναι ακόμα, αιώνες τώρα, υπό κατασκευήν... Και πάμε γύρω-γύρω για να φτάσουμε στη Μακαρίου. Και θλιβόμαστε καθώς δύο στα τρία καταστήματα γράφουν "Ενοικιάζεται". Και θλιβόμαστε γιατί η πόλη στην οποία γεννηθήκαμε μοιάζει μια άδεια πόλη. Και αναρωτιόμαστε: “Αυτή είναι η Λευκωσία;” “Aυτή είναι η πόλη με την ιστορία των χιλιάδων ετών;”...


Συγγνώμη. Συγγνώμη. Συγγνώμη, αγαπημένη Λευκωσία...