Αναλύσεις

Πού ανήκω;

Το ’χουν, βλέπεις, οι μέρες! Παντού πλανάται φορτικά το ερώτημα: Πού ανήκεις; Λες και το ν’ ανήκεις σε κόμμα είναι στοιχείο της ταυτότητας που παραλείπεις να γνωστοποιήσεις. Και κάνεις πάλι τη βουτιά πίσω: Μαγική δεκαετία του ’60, Έλβις, Μπιτλς, Ροκ, Σέικ, Μάμπο, Τσατσά. Απάνω του, κορίτσια, και τον φάγαμε τον κόσμο, τέτοιος που είναι, όμορφος, ηθικός, αντρικά πλασμένος (κατά παράφραση του ποιητή)! Δεν μας κάνει, να τον αλλάξουμε. Κυρίαρχο το σύνθημα: «Δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του αντρός μου, είμαι ο εαυτός μου». Αγώνας ασύλληπτος για τις νεότερες, για μια θέση στον ήλιο, έξω απ’ τη λάτρα και τη μέγκενη του αρσενικού, για ισοτιμία, ισονομία, ισομισθία, δικαίωμα στην άποψη (αν τα βρείτε πουθενά τέλεια εφαρμοσμένα ακόμα και σήμερα, σφυρίχτε μου κλέφτικα).


Μεσούρανα έφτανε το σύνθημα: «Κάτω το σουτιέν». Γυμνόστηθες, άρα απελευθερωμένες, τάχα μου. Ελευθερία, χίπις, τζούρα, που τότε ήταν έγκλημα και τώρα απλώθηκε παντού. Κινήματα, χούντες, συμφορές, μαυρίλα στον τόπο. Πόνος, οδυρμός. Και περάσανε τα χρόνια! Α, τι λέγαμε; Τι τον κάναμε, λέει, τον κόσμο; Τον φτιάξαμε; Σώπα! Φτιάξιμο είναι να ξεπερνάς σε απατεωνιά τους πρώτους διδάξαντες του είδους, να τους αντιγράφεις και μάλιστα άτσαλα; Όχι, για να ξέρουμε δηλαδή!


Κι όπως κάνεις έναν γύρο στα δρώμενα και σε πνίγει η μπόχα, αναρωτιέσαι: Της ξέφυγες της αλλοτρίωσης; Τότε το μόνο που ήθελες ήταν να είσαι ελεύθερη, να μην ανήκεις. Τώρα, κάθε κύτταρό σου φωνάζει: Ανήκω. Ανήκω στο ραδιόφωνο που έφερε από το Κάιρο ο πατέρας, στον ίσκιο του τον προστατευτικό που μ’ έφτιαξε ως άνθρωπο, όσο λίγο κι αν τον έζησα. Ανήκω στις τρυφερές αράδες του ανθρώπου μου, που με συντροφεύουν χρόνια τώρα μετά το φευγιό του. Ξέψυχη πια η υποσυνείδητη οργή μου που μ’ άφησαν κι ο ένας κι άλλος.


Ανήκω στον Σεφέρη που προείδε τι θα γινόταν στην Κύπρο, αλλά ως διπλωμάτης δεν μίλησε. Ανήκω στον Ελύτη που μου γνώρισε το θαλασσί του Αιγαίου, στον Γκάτσο που κάθε αράδα του ξεχειλίζει ζεστασιά, στον Καββαδία που μου ’μαθε πώς «ζουν» άνθρωποι σε μακρινούς κόσμους. Ανήκω στο σμαραγδί της θάλασσας της Σκιάθου και στον Παπαδιαμάντη της, στα δελφινάκια που μας συντρόφευαν απ’ εκεί ώς τη Σκόπελο. Ανήκω στον Πρωταρά με τις καλαμιές και τις ακακίες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με το σκαντζοχοιράκι να μας καλωσορίζει.


Ανήκω στον Μητροπάνο, που με την ψυχή που βγάζει σε νότες ανασταίνει την ελπίδα στον έρωτα. Ανήκω στους φωτισμένους που μ’ έμαθαν να διαβάζω ανάμεσα στις αράδες, ν’ αναλύω ιδέες, να μην δέχομαι πατρονάρισμα. Ανήκω στη σκυλίτσα που ορθώνεται μόλις με δει να μ’ αγκαλιάσει. Ανήκω στα χαμογελαστά μάτια της αλανιάρας γατούλας που τρίβεται στα πόδια μου και δεν καταδέχεται το τυρί πριν το χάδι. Ανήκω στο χαμόγελο του ήλιου, στην πατρίδα που μου διάλεξαν, στις γειτονιές που πρωτόγδαρα τα γόνατά μου στο παιχνίδι, που έφαγα τα μούτρα μου στον «βασιλέα».


Ανήκω στ’ αυτοκινητάκι μου που με οδηγεί στην αυτοδυναμία, στο τηλέφωνό μου που μου στέλνει την ανάσα ανθρώπων που αγαπώ. Ανήκω σ’ όσα με φαρμάκωσαν και μου ’δωσαν ακριβά μαθήματα, να καταγράφω λάθη και παραλείψεις στον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα στους άλλους, να διακρίνω και να κρατώ απόσταση ανάμεσα στην πρόθεση που δηλώνεται και τη σκοπιμότητα που κρύβεται. Όλα αυτά έγιναν εγώ. Και μόνο γι’ αυτό ανήκω, ναι, στον εαυτό μου.