Αναλύσεις

Το όνειρό μου

Εψές επήγα σπίτι μου εις τη Μόρφου – ξεκίνησα πολύ πρωί από τη Λευκωσία. Περπάτησα πολλές ώρες και έφτασα τη νύχτα. Οι δρόμοι ήταν ίδιοι, μα φορτωμένοι χόρτα – σαν να μου έκαμναν παράπονο για το κατάντημά τους. Στο σπίτι μου αντίκρισα το γιασεμί μεγάλο, τη βρύση μου που έσταζε και ακόμη τώρα στάζει. Είδα τα δένδρα της αυλής σαν να 'ταν μαραμένα, σαν να μην τα πότιζαν στα τόσα χρόνια που τα κρατούν και ζουν εκεί μαζί τους.


Είδα το σπίτι όπου έζησα, το σπίτι μου που τόσο αγαπούσα, είδα τα υπνοδωμάτια που τ’ άφησα στρωμένα και την αυλή όπου όλοι μας καθόμασταν και πίναμε καφέ. Είδα ακόμη τα πουλιά να φτερουγίζουν δίπλα, τα περιστέρια τα πολλά που γέμιζε η αυλή μας. Είδα όλα τα πράγματα που την αυλή γεμίζαν, τα πράγματα που αφήσαμε σαν φύγαμε τρεχάτοι.


Κάθισα πολλή ώρα στην αυλή και έψαχνα τη Μάνα μου, όπως τότε παλιά που ζούσαμε μαζί. Κοίταζα εδώ, κοίταζα εκεί μα πουθενά η Μάνα μου, κανένας δεν την είδε. Ρώτησα αν είδανε και κάποιους από τους δικούς μου, κανένας δεν μου έδωσε έστω και μια ελπίδα. Όλα ήταν αλλιώτικα - βουβά - θλιμμένα - έρημα, καμιά ζωή, κανένα φως όπως παλιά που ζούσα εκεί.


Λυπήθηκα αφάνταστα -έστω στο όνειρό μου- και γω βουβή εκοίταζα, δεν ήξερα τι συνέβη και όσο γύρω κοίταζα τόσο πολύ λυπόμουν, τόσο έμεινα αμίλητη, αδύναμη να κινηθώ για να ξανάρθω πίσω. Δεν ξέρω τι να πω, ούτε να εξηγήσω αν ζω εκεί και ψάχνω τους δικούς μου, ή αν ακόμη ζω εδώ, εδώ στη Λευκωσία, που τόσα χρόνια ήμουνα και είμαι μια ξένη. Είδα τις πέτρες που κουβάλαγε ο γιος μου και έκανε σπιτάκια - ήταν πεταγμένες μακριά και άγρια σκορπισμένες σαν κάποιους να ενοχλούσαν.


Κάπου μετά απ' όλα αυτά ξύπνησα και ήμουν ταραγμένη - η ψυχή μου έτρεμε μ’ όλα τα παραπάνω. Πάλι βρέθηκα μετά τ’ όνειρο πίσω στη Λευκωσία, βλέποντας από μακριά το σπίτι μου στη Μόρφου.
ΝΙΚΗ ΚΟΝΟΜΗ ΦΩΚΑ
Χειρουργός οδοντίατρος