Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Τα κινούμενα προσωπεία μιας αγνοούμενης ταυτότητας

«Οι πολιτικοί μας δεν είναι τίποτε άλλο από παιδιά ενός πελατειακού κράτους, το οποίο κτίστηκε από το 1960 με μεγάλη επιμέλεια. Είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που κάναμε με τόση μεθοδικότητα και επιτυχία. Το πιο τραγικό, δε, είναι ότι και οι νέοι πολιτικοί δεν αποτελούν τίποτε άλλο από κακά αντίγραφα αυτού του πελατειακού συστήματος»

Παρέδωσαν, πρόσφατα, στο κοινό αλλά και στην ασύγγνωστα εθελοτυφλούσα γραμματολογική έρευνα μια εξαιρετικά σημαντική ανθολογία της σύγχρονης κυπριακής ποίησης (Εκδόσεις κύμα, 2018), προκειμένου να χαρτογραφηθεί, «εν είδει πρακτικού γραμματολογικού οδηγού», η «λογοτεχνική ιστορία έξι, σχεδόν, δεκαετιών κυπριακής ποίησης».


Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης και ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, εξέχοντες, οι ίδιοι, εκπρόσωποι, της τρίτης, μετά την ανεξαρτησία, ποιητικής γενιάς, μιλούν στη «Σ» για το... πόνημά τους, αλλά και ανθολογούν τα... αποποιήματα της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας, με τη χαρακτηριστική αυστηρότητα του ποιητή-ανθολόγου.
Μ.Π. Πώς προέκυψε η ιδέα της ανθολογίας;


Γ.Χ. Ήταν ιδέα και πρωτοβουλία του εκδότη του «κύματος», Γιώργου Δάγλα, ενός πάρα πολύ αξιόλογου ποιητή, με τον οποίο μας συνδέει στενή φιλία... Μέσα από συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων, τόσο μεταξύ μας όσο και με τον Γιώργο, η ιδέα αυτή μπήκε στον δρόμο της υλοποίησης.


Μ.Π. Τι αποκομίσατε μέσα από την εκχέρσωση των γόνιμων ή και άγονων εδαφών της σύγχρονης κυπριακής ποιητικής παραγωγής;


Π.Ν. Ήταν μια γόνιμη προσπάθεια, και το συμπέρασμα που εξάγεται μέσα από αυτήν είναι ότι η σύγχρονη κυπριακή ποίηση είναι μια πολύ αξιόλογη ποίηση. Δυστυχώς, όμως, δεν έχει βρει την ανταπόκριση που της αρμόζει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Αυτό, νομίζω, ήταν και μία από τις κινητήριες πεποιθήσεις μας, ώστε να αποδεχθούμε αυτήν την πολύ σημαντική πρόταση.


Νομίζω ότι μέσα από αυτήν την εμπειρία καταφέραμε να θέσουμε σ’ ένα βιβλίο τα κατ’ εμάς αξιόλογα ποιήματα και τους αξιόλογους ζώντες δημιουργούς της ανεξαρτησιακής και εντεύθεν περιόδου. Γεγονός που καταδεικνύει ότι η κυπριακή ποίηση είναι πολύ αξιόλογη και μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση που παράγεται παγκοσμίως.


Γ.Χ. Συμφωνώ, προσθέτοντας ότι, στις καλύτερές της στιγμές, η κυπριακή ποίηση είναι συγκλονιστική. Αυτό που μας επέτρεψε να το διαπιστώσουμε, αλλά και να το επαναβεβαιώσουμε, καθ’ ότι τους πλείστους ποιητές τους γνωρίζαμε, ήταν το γεγονός ότι αυτή η ανθολογία απλώθηκε σε διάρκεια εξήντα χρόνων, συμπεριλαμβάνοντας ποιητές των τεσσάρων λογοτεχνικών γενεών, όπως τις έχει καθορίσει, με ακρίβεια και στέρεα λογοτεχνικά κριτήρια, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης. Έτσι, έχουμε ποιητές από τη γενιά του ’60 μέχρι σήμερα. Από μόνο του το γεγονός αυτό καταδεικνύει το εύρος αλλά και τη σημαντικότητα της ποιητικής παραγωγής που σημειώθηκε και σημειώνεται στον τόπο μας...


Π.Ν. Συμπληρώνοντας, να πω ότι, μέσα, ακριβώς, από αυτό το χρονικό άνοιγμα της λογοτεχνικής βεντάλιας παρατηρούμε πως, πράγματι, παράγεται συγκλονιστική ποίηση στον τόπο μας, που νομίζω, όπως το έχουμε θέσει και στην εισαγωγή μας, μπορεί να αναμετρηθεί με το διηνεκές.


Μ.Π. Θεωρείτε, λοιπόν, ότι καλύπτετε ένα σημαντικό κενό όσον αφορά την πρόσληψη και μελέτη της σύγχρονης κυπριακής ποίησης;


Γ.Χ. Θεωρώ, όντως, ότι καλύπτεται ένα σημαντικό κενό, καθώς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει υπάρξει, μέχρι στιγμής, ανάλογο εγχείρημα στη γραμματολογία μας. Καλύπτοντας αυτό το κενό, έχω την αίσθηση, ταυτόχρονα, κι αυτό μπορεί να εκληφθεί ως ένα είδος αυτοκριτικής, ότι, εντελώς ακούσια, παραλείψαμε, κάτω από την πίεση του χρόνου αλλά και του περιορισμένου χώρου, ορισμένους - ευάριθμους - ποιητές, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να συμπεριληφθούν. Αυτό δεν έγινε σκόπιμα, και δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να χάνουμε το δάσος, βλέποντας μόνο το δέντρο. Τελικός, πάντα, κριτής είναι ο αναγνώστης και ο χρόνος. Ωστόσο, η συνολική προσπάθεια και οι στόχοι που τέθηκαν φρονώ ότι, σε μεγάλο βαθμό, έχουν ευοδωθεί.


Μ.Π. Πέρα από τα απροϋπόθετα συμπεφωνημένα της σύμπραξής σας, υπήρξαν και οιεσδήποτε διαφωνίες;


Π.Ν. Διαφωνίες υπήρχαν, εκατέρωθεν. Μέσα από τη συζήτηση, όμως, και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις φτάναμε σε κοινά αποδεκτούς τόπους... Θα πρέπει να πω, ωστόσο, ότι αυτές αφορούσαν, κυρίως, επιμέρους ζητήματα και όχι την ουσία των προσεγγίσεων.


Γ.Χ. Να αναφέρουμε ότι η ανθολογία συμπεριλαμβάνει 47 ποιητές, τους οποίους θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε και δημοσία για τη συνεργασία, αλλά και για τη συνέπειά τους, η οποία ήταν πολύ υποβοηθητική στο έργο μας.


Μ.Π. Αν σας έλεγε κάποιος, πέρα από ποιήματα, να... ανθολογήσετε τα κύρια προβλήματα της εποχής και, ιδία, αυτά που αντιμετωπίζει σήμερα η κυπριακή κοινωνία, πώς θα τα ιεραρχούσατε;


Π.Ν. Νομίζω ότι τα κακά που βιώνει σήμερα η κυπριακή κοινωνία δεν προέρχονται μόνον από μέσα, δεν είναι, δηλαδή, μόνον αυτοφυή, αλλά προέρχονται και από έξω. Αναφέρομαι στα ισχυρά κράτη και στο διεθνές Κεφάλαιο, που καθορίζουν αμείλικτα τις τύχες των λαών. Ένα κλασικό παράδειγμα της σύγχρονης ιστορίας είναι η συμφωνία της Γιάλτας, όπου οι τρεις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατακερμάτισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής. Στο εσωτερικό, τώρα, υπάρχουν περισσότερα προβλήματα και θεωρώ ότι είναι καιρός να εγκύψουμε στην ουσία τους...
Η απαξίωση της πολιτικής


Μ.Π. Προβλήματα που, εν πολλοίς, αντανακλούν και στο κάτοπτρο του εθνικού μας προβλήματος...


Π.Ν. Ασφαλώς... Πρωτεύον, θα έλεγα, είναι το άκρως αντιπαραγωγικό μοντέλο που έχουμε, από την ίδρυση κιόλας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τη μια, έχουμε μια οικονομική εμμονή στον τουρισμό, αποκλείοντας άλλους παράγοντες, όπως η έρευνα κ.λπ., που θα μπορούσαν να στρέψουν την παραγωγικότητα προς άλλες κατευθύνσεις, και, από την άλλη, το κράτος, μ’ έναν μηχανισμό μαμούθ, δυσλειτουργικό και αναποτελεσματικό, που οδηγεί τα πράγματα στον βυθό.


Αν συμπεριλάβουμε σ’ αυτά τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και το ρουσφέτι, νομίζω ότι η εικόνα έχει κλείσει. Αντιμετωπίζουμε, παράλληλα, την πλήρη απαξίωση της πολιτικής. Γιατί; Γιατί βλέπουμε, αφ’ ενός, την εκδήλωση μιας πρωτοφανούς πολιτικής ανευθυνότητας εκ μέρους των πολιτικών, και, αφ’ ετέρου, μια εξίσου πρωτοφανή και σκανδαλώδη κατάσταση ατιμωρησίας. Ατιμωρησία, η οποία προκαλεί στους πολίτες ένα αίσθημα αγανάκτησης και, τελικά, απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι οι οδηγοί σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές που η πατρίδα μας βάλλεται και έσωθεν και έξωθεν.


Τέλος, όλο αυτό συμβαίνει, γιατί δεν είναι μόνον πολιτική και οικονομική η κρίση, αλλά πρωτίστως πνευματική. Δυστυχώς, έχουμε, με μιαν ασύγγνωστη αβελτηρία, παραμελήσει, εδώ και χρόνια, την παιδεία μας, σαν να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Το γεγονός αυτό, νομίζω δημιουργεί αλλεπάλληλους κύκλους στον βάλτο όπου ζούμε και φτάνει σε όλες τις διαστάσεις της δημόσιας ζωής.


Έχουμε απομακρυνθεί από την ταυτότητα και τις ρίζες μας, καθιστάμενοι κινούμενα προσωπεία, χωρίς ένα κοινό, συλλογικό όραμα. Δεν μπορούμε, ως λαός, ως κράτος ή ως έθνος να οραματιστούμε ένα κοινό μέλλον. Μέγιστο παράδειγμα, το κυπριακό πρόβλημα, η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου ή η διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου. Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση, αφού τα πράγματα φαίνεται να οδηγούνται, νομοτελειακά, στην καταστροφή ή στην... αναγέννηση, δεν ξέρω...


Μ.Π. Ίσως, με μια μεταρρύθμιση στη συλλογική μας νοόσφαιρα...


Π.Ν. Για να μην πω στη συλλογική μας... ζωόσφαιρα.
Εγκλήματα χωρίς τιμωρία


Γ.Χ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχουν διαπραχθεί εναντίον αυτού του λαού σωρεία ειδεχθών, αλλ’ ατιμώρητων εγκλημάτων. Πρώτο έγκλημα, το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή, χωρίς οιοσδήποτε ένοχος να πληρώσει. Ακολούθησαν άλλα εγκλήματα: η μεγάλη απάτη του Χρηματιστηρίου, η τραγωδία στο Μαρί, η κατάρρευση της οικονομίας, εσχάτως ο Συνεργατισμός... Ποιο είναι το μήνυμα που εστάλη; Πολύ απλά, ότι δύναται, ο οιοσδήποτε, να παραβιάσει οποιονδήποτε, εσωτερικό ή διεθνή, νόμο ατιμωρητί, διατηρώντας, μάλιστα, τα «οφέλη» των έκνομων πράξεών του. Δεν νομίζω να υπάρχει πιο ισχυρό έναυσμα για την εμφάνιση και εμπέδωση μιας φαύλης νοοτροπίας, η οποία, δυστυχώς, τείνει να διαπεράσει τα πάντα. Ακόμα και τις νεότερες γενιές.


Αυτό το δηλητήριο έχει εισχωρήσει παντού, εμβάλλοντας την κοινωνία μας σε μια διαδικασία αργού θανάτου. Η παιδεία και ο πολιτισμός θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα αντίδοτο. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι λόγοι, γι’ αυτό, είναι πολλοί, και η συγκεκριμένη περίσταση δεν αρκεί για να τους απαριθμήσουμε. Το πρόβλημα, ίσως, ξεκινά από το ίδιο το κράτος, το οποίο δεν θέλει πολίτες εφοδιασμένους με κρίση.


Αυτή η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πολιτισμό και παιδεία, γι’ αυτό μας έχουν επιβληθεί συνθήκες περίπου απολίτιστης απαιδευσίας. Έχουν καταντήσει μια στείρα γραφειοκρατική διαδικασία, προσανατολισμένη προς αλλότριους σκοπούς. Υπάρχουν, ωστόσο, κράτη, όπως οι σκανδιναβικές χώρες, για να φέρω ένα παράδειγμα, για τα οποία ο πολιτισμός αποτελεί πρώτιστη μέριμνα. Εδώ βλέπουμε, δυστυχώς, φαινόμενα αναλγησίας, αδιαφορίας και ψυχρότητας...
Πολιτισμική διάβρωση


Π.Ν. Νομίζω ότι και οι τρεις, ως λογοτέχνες, αντιλαμβανόμαστε αυτόν τον λευκό πόλεμο, αυτό το πέπλο, που απλώνεται, διαβρωτικά, πάνω από τον πολιτισμό. Μόνοι εκδίδουμε τα βιβλία μας, χωρίς καμιά οικονομική στήριξη, και εύγλωττο παράδειγμα είναι η παρούσα ανθολογία. Η οποία είναι αποτέλεσμα μιας ιδιωτικής προσπάθειας και πρωτοβουλίας...


Γ.Χ. Η οποία θα μπορούσε να μην υπάρξει...


Π.Ν. Κατέστη δυνατή, γιατί ανέλαβε αυτήν την προσπάθεια ένας εκδότης στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τον δικό μας μόχθο και κόπο. Και βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η κυπριακή ποίηση πρέπει να διαβάζεται, αλλά και να αναγνωρίζεται στον ελλαδικό χώρο. Για παράδειγμα, στα ελληνικά αναγνωστικά, ποιοι Κύπριοι συγγραφείς περιλαμβάνονται;


Γ.Χ. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, αγνοούμενοι...


Π.Ν. Είναι δυνατόν, ένας Βασίλης Μιχαηλίδης να μην αναγνωρίζεται; Τον Μόντη, τον Κ. Χαραλαμπίδη, τον Πασιαρδή, τον Μηχανικό, τον Ανθία, πόσοι τους γνωρίζουν; Και μιλάμε για λογοτέχνες που έχουν ολοκληρώσει σχεδόν τον κύκλο τους...


Γ.Χ. Πόσω μάλλον για νεότερους, που τώρα βρίσκονται στην ακμή τους... Αλλά και το ίδιο το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, σε μεγάλο βαθμό τούς αγνοεί επιδεικτικά. Μας φοβούνται, φοβούνται τη λογοτεχνία, διότι η λογοτεχνία ξυπνά ή διαμορφώνει συνειδήσεις, δεν θέλουν τη λογοτεχνία στα σχολεία, στην εκπαίδευση, στην καθημερινότητα, διότι αν οι νέες γενιές έχουν αυτόφωτη σκέψη, αν είναι μυημένες στα πιο ανατρεπτικά και μεγαλειώδη λογοτεχνικά έργα, αν έχουν συνεπώς αναπτύξει προσωπικότητα μέσα από μια τέτοια Παιδεία, κρίση, που σημαίνει πρωτίστως αμφισβήτηση, αξίες αδιαπραγμάτευτες, πώς θα στηριχτεί το σαθρό υποσύστημα του πελατειακού κράτους, που με τόσο κόπο έχουν χτίσει και συντηρούν;
Πεπαλαιωμένες πρακτικές


Μ.Π. Σ’ αυτήν την έκδοση δεν είχατε καθόλου την αρωγή του αρμόδιου υπουργείου;


Γ.Χ. Τώρα που εκδόθηκε το βιβλίο, ελπίζουμε ότι θα υπάρξει, έστω μια στήριξη στην προώθηση της ανθολογίας. Δεν θέλουμε να αμφισβητήσουμε τις καλές προθέσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, όμως, εκείνο που συνιστά πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι η εμμονή σε πεπαλαιωμένες πρακτικές, η άρνηση αποδοχής και αφομοίωσης νέων αντιλήψεων ως προς το πώς το κράτος μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της δικής του πολιτισμικής παραγωγής. Χωρίς, βεβαίως, να φθάνουμε στο άλλο άκρο, της ποδηγέτησης και χειραγώγησης. Ο συγγραφέας πρέπει να είναι ελεύθερος να δημιουργεί, χωρίς να εξαρτάται από κανένα κράτος σ’ αυτό που κάνει.


Από την άλλη, το κράτος έχει ηθική και πολιτισμική ευθύνη να συμμετέχει στην προώθηση της λογοτεχνίας και της πολιτισμικής παραγωγής. Και δεν εννοώ με αυτό, τη συμμετοχή στο τι γράφεται και λέγεται, όπως γινόταν και γίνεται στα δικτατορικά καθεστώτα. Αυτό το κάνουν οι θαυμαστές, για μένα, σκανδιναβικές χώρες - και το βίωσα διά ζώσης -, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στους λογοτέχνες τους να απομονωθούν για ένα ικανό χρονικό διάστημα και να γράψουν τα βιβλία τους, τα οποία, ακολούθως, το ίδιο το κράτος εκδίδει και διανέμει. Αυτά, βεβαίως, μπορεί να ακούγονται ουτοπικά σε χώρες όπως τη δική μας. Είμαι σίγουρος ότι, αν ένας Κύπριος συγγραφέας τολμούσε να διανοηθεί και να ζητήσει κάτι τέτοιο, θα τον θεωρούσαν τρελό...
Πελατειακό κράτος


Μ.Π. Γίνεται λόγος για πνευματικό έλλειμμα, έλλειμμα παιδείας κ.λπ. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, σε έλλειμμα πνευματικής ηγεσίας, έλλειψη οράματος ή στη μη ύπαρξη αποτελεσματικών δομών μετάδοσης και αξιοποίησης της κουλτούρας;


Γ.Χ. Οι πολιτικοί μας δεν είναι τίποτε άλλο από παιδιά ενός πελατειακού κράτους, το οποίο κτίστηκε από το 1960 με μεγάλη επιμέλεια. Είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που κάναμε με τόση μεθοδικότητα και επιτυχία. Το πιο τραγικό, δε, είναι ότι και οι νέοι πολιτικοί δεν αποτελούν τίποτε άλλο από κακά αντίγραφα αυτού του πελατειακού συστήματος...


Μ.Π. Και δεν βλέπουμε να υπάρχουν καθόλου πολιτικές πατροκτονίες...


Γ.Χ. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι τα πράγματα με τους νέους πολιτικούς είναι ακόμη χειρότερα, καθ’ ότι οι παλαιότεροι είχαν και κάποιες ικανότητες - λόγου χάριν ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως τού αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του, είναι ένας πολιτικός με ικανότητες. Αντί, λοιπόν, οι νέοι πολιτικοί να φέρουν την ανατροπή και τη ρήξη με το παλιό, προτείνοντας ένα νέο όραμα, λειτουργούν ως ομοιώματα αυτού που υπάρχει και ως γνήσιοι φορείς μιας τραγικής αναπαλαίωσης των πραγμάτων.


Π.Ν. Ασφαλώς δεν ευθύνονται για όλην αυτήν την κατάσταση μόνο οι νέοι, για τους οποίους έχουμε πάντα έτοιμη μια εύκολη αντίδραση απαξίωσης. Προσωπικά, ελπίζω στους νέους και, συνακόλουθα, στους νέους πολιτικούς. Διαφορετικά, θα έπρεπε να βρούμε τον τρόπο και τον χρόνο μιας ήσυχης και νηφάλιας συλλογικής αυτοκτονίας. Το πρόβλημα νομίζω βρίσκεται στο ίδιο το κομματικό σύστημα, το οποίο δημιουργεί τις δομές αναπαραγωγής και διαιώνισης αυτής της νοσηρής κατάστασης, αποκλείοντας τους πραγματικά ικανούς...


Μ.Π. Ίσως, λοιπόν, θα έπρεπε να επανεξετάσουμε και την έννοια της ίδιας της πολιτικής ελίτ, διερωτώμενοι κατά τι το πολιτικό μας προσωπικό αποτελεί «ελίτ», πέραν, ασφαλώς, από την παραδοσιακή διάσταση της προνομίας. Προσωπικά, μου ακούγεται σαν σχήμα οξύμωρο, αφού, πώς μπορεί να αποκαλείς ελίτ τους φορείς αλλεπάλληλων παταγωδών αποτυχιών, που είναι, ταυτόχρονα, αγωγοί μιας πολιτισμικής και πνευματικής ένδειας;


Π.Ν. Σαφώς πρόκειται για σχήμα οξύμωρο. Πρόκειται, μάλλον, για ελίτ των πολιτικών καταχρήσεων και των δημαγωγιών. Αν αναζητούμε «ελίτ» στην κυπριακή πραγματικότητα, προφανώς δεν είναι στην πολιτική που πρέπει να την αναζητήσουμε, αλλά αλλού.
Ο ρόλος των διανοουμένων


Μ.Π. Εδώ, ακριβώς, ανακύπτει και ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων και διανοουμένων, στα δυσχερή, ιστορικά και πολιτισμικά, συμφραζόμενα του τόπου.


Π.Ν. Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων είναι πρωτίστως να δημιουργούν ελεύθερα...


Γ.Χ. Να γράφουν καλά ποιήματα, καλά μυθιστορήματα, καλά διηγήματα, αν μιλάμε για συγγραφείς...


Π.Ν. Και, όταν χρειάζεται, καλή ώρα σήμερα, να λένε ελεύθερα την άποψή τους, με οποιοδήποτε κόστος.


Γ.Χ. Είναι τραγικό αυτό που παρατηρείται τα τελευταία, τουλάχιστον, χρόνια, με την προσπάθεια κάποιων πολιτικών δυνάμεων να ποδηγετήσουν, κρυφίως και με ύπουλο τρόπο, τον χώρο του πολιτισμού, προβάλλοντας καλλιτέχνες με μοναδικό κριτήριο την κομματική και ιδεολογική τους τοποθέτηση και, πολλές φορές, τη θέση τους στο Κυπριακό! Είναι κάτι τρομακτικό που, δυστυχώς, έχει ενσπείρει έναν διχασμό στη λογοτεχνική κοινότητα της Κύπρου, που δεν υπήρχε προηγουμένως.


Παλαιότερα, το κύριο και συχνά αποκλειστικό κριτήριο ήταν η εκτίμηση για την ποιότητα του έργου του εκάστοτε συγγραφέα. Τώρα, δυστυχώς, έχουν παρεισφρήσει, τεχνηέντως, άλλα κριτήρια, ιδεολογικά και κομματικά, από ανθρώπους κακόβουλους, με στόχο να δημιουργηθεί μια «αόριστα» στρατευμένη λογοτεχνία, που να εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, αποκλείοντας τη μεγαλύτερη μερίδα των λογοτεχνών, οι οποίοι έχουν διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις ή και διαφορετικές απόψεις ως προς τη λύση του Κυπριακού. Πρόκειται, πραγματικά, για ένα θλιβερό φαινόμενο...


Π.Ν. Το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού, όπως διαθλάται στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία και στις θεσμικές μορφοποιήσεις της, έχει πάρει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, μια επικίνδυνη τροπή. Η αντίθεση που εκφράζει ο Γιώργος σ’ αυτό το πράγμα, είναι απολύτως νόμιμη. Αυτή η παραμορφωτική παρέμβαση, όμως, δεν παρατηρείται μόνο στον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Τα κόμματα, δυστυχώς, έχουν μετατραπεί στη χείριστη κακοδαιμονία της ζωής μας, εισδύοντας, παντού, μ’ έναν διαβρωτικό τρόπο...


Γ.Χ. Είναι τυχαίο, άραγε, που περισσότερο από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων έχουν αποστεί του ιερού δικαιώματος της ψήφου;


Μ.Π. Θεωρείτε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια επανεπινόηση της πολιτικής, μέσα από άλλες μορφές πολιτικοποίησης, που παρακάμπτουν τα κόμματα;


Γ.Χ. Ναι, χρειαζόμαστε άλλες μορφές πολιτικής έκφρασης, καθώς το πεπαλαιωμένο κομματικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις. Εδώ θα ήθελα, ωστόσο, να επισημάνω ότι, μέσα στον ωρυμαγδό της επιπεδότητας και της δημαγωγίας, ο οποίος μας κατακλύζει καθημερινά, υπάρχουν και μερικές φωτεινές πολιτικές εξαιρέσεις, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά, όπως ο ΥΠΕΞ Νίκος Χριστοδουλίδης και ο Γιώργος Κολοκασίδης. Αλλά, δύο... δέντρα, δεν πρέπει να μας αποκρύπτουν το δάσος...

Υποστηρίξτε τη