Αναλύσεις

Δημιουργία Επενδυτικού Ταμείου

Όπως και στην Ελλάδα, το Ταμείο θα πρέπει να είναι καταρτισμένο με τεχνοκράτες, οι οποίοι θα παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στις επιχειρήσεις και θα μελετούν τα επιχειρηματικά μοντέλα και την πορεία των επενδύσεων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί επιτυγχάνονται

Την περασμένη βδομάδα η Κυβέρνηση ανακοίνωσε τη δημιουργία Επενδυτικού Ταμείου με βάση την κείμενη νομοθεσία και αρχική προικοδότηση είκοσι εκατομμυρίων ευρώ. Το ταμείο θα επενδύει στο μετοχικό κεφάλαιο (private equity) νεοφυών, καινοτόμων και άλλων εταιρειών, παρέχοντάς τους εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης.

Παρόμοιες προσπάθειες υπήρξαν και στο παρελθόν μέσα από τις χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα και τη δημιουργία συγκεκριμένου τραπεζικού οργανισμού, χωρίς όμως να έρθουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, για δύο κυρίως λόγους: τη μη σωστή αρχική αξιολόγηση των επενδύσεων και τον μη επαρκή έλεγχο μεταγενέστερα.

Η δημιουργία μιας δομής μέσα από τον νόμο των επενδυτικών ταμείων (ένα χρηματοοικονομικό προϊόν που ενισχύεται σύμφωνα με τα στατιστικά τα οποία δημοσιεύτηκαν για το ενεργητικό των επενδυτικών ταμείων) θα δώσει τη δυνατότητα μιας καθαρά τεχνοκρατικής αξιολόγησης των επενδύσεων, με πλήρη έλεγχο της πορείας τους και παρεμβάσεις εκεί και όπου χρειάζεται.

Ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και η Κύπρος είναι η έλλειψη κεφαλαίων (equity). Μπορεί να υπάρχουν αξιόλογες ιδέες και έργα με πλήρως τεκμηριωμένες μελέτες βιωσιμότητας, αλλά οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, βάσει των κανονισμών, δεν μπορούν να τα χρηματοδοτήσουν 100%, εφόσον συγκεκριμένο ποσοστό της επένδυσης θα πρέπει να καλυφθεί από ίδια κεφάλαια. Με το ταμείο που προτείνεται, θα παραχωρούνται τα μετοχικά κεφάλαια δίνοντας τη δυνατότητα άμεσης άντλησης δανεισμού ως επιπλέον χρηματοδότησης.

Σε ό,τι αφορά στη χρηματοδότηση, πέρα από την Κυβέρνηση, αυτή μπορεί να προέλθει από ευρωπαϊκά κονδύλια, διεθνείς οργανισμούς, επενδυτικά ταμεία, ταμεία προνοίας, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και επενδυτές (ίσως και μέσα από το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων).

Τα επενδυτικά ταμεία ή οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων αποτελούν σημαντικό μέρος της παγκόσμιας αγοράς χρηματοοικονομικών μέσων. Οι επενδύσεις των συγκεκριμένων οργανισμών μπορεί να είναι είτε σε κινητές αξίες, όπως μετοχές, ομόλογα, χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις (αγορές δανειακών χαρτοφυλακίων από τραπεζικά ιδρύματα) και παράγωγα ή σε ακίνητα, έργα υποδομής ή ακόμη και σε πολύτιμα μέταλλα ή άλλα αντικείμενα αξίας.

Οι συγκεκριμένοι οργανισμοί αδειοδοτούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δίνουν τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων από επενδυτές που δεν είναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους, βάσει των ιδρυτικών εγγράφων και ενημερωτικών δελτίων που εγκρίνονται από τις εποπτικές Αρχές. Επιπρόσθετα, η συνεχής εποπτεία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για πιστή εφαρμογή των προνοιών των προαναφερόμενων εγγράφων, αποτελεί επιπλέον ασφαλιστική δικλίδα για τους επενδυτές.

Μια σημαντική καινοτομία αυτών των οργανισμών είναι η δυνατότητα δημιουργίας επενδυτικών τμημάτων. Αν για παράδειγμα ένα ταμείο αποφασίσει να επενδύσει σε δύο τομείς, όπως τα ακίνητα και τη ναυτιλία, δίνεται η ευκαιρία στον επενδυτή να επενδύσει στον κάθε τομέα ξεχωριστά μέσω των επενδυτικών τμημάτων.

Ένα τέτοιο ταμείο για να λειτουργήσει θα πρέπει να έχει τους διαχειριστές του, οι οποίοι πρέπει να έχουν εμπειρία στο αντικείμενο και στις εργασίες του ταμείου, τον πάροχο διοικητικών υπηρεσιών (administrator), ο οποίος αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση των διοικητικών εργασιών (όπως την έκδοση και την εξαργύρωση των μεριδίων του ταμείου), καθώς και τον υπολογισμό της καθαρής αξίας του ενεργητικού σύμφωνα με το καταστατικό του, τον εξωτερικό ελεγκτή και νομικό σύμβουλο και τον θεματοφύλακά του, ο οποίος μπορεί να είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ΕΠΕΥ, ή άλλη οντότητα που υπόκειται σε προληπτική ρύθμιση και διαρκή εποπτεία και που εμπίπτει στις κατηγορίες ιδρυμάτων οι οποίες ορίζονται από το κράτος καταγωγής τους ως επιλέξιμες για θεματοφύλακα.

Σημαντική παράμετρος για την επιτυχία του ταμείου είναι η σωστή οργανωτική δομή και οι ξεκάθαρες και αποτελεσματικές διαδικασίες. Είναι απαραίτητο να υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου της πορείας των επενδύσεων και δυνατότητα λήψης διορθωτικών μέτρων όπου αυτά χρειάζονται. Όπως και στην Ελλάδα, το Ταμείο θα πρέπει να είναι καταρτισμένο με τεχνοκράτες, οι οποίοι θα παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στις επιχειρήσεις και θα μελετούν τα επιχειρηματικά μοντέλα και την πορεία των επενδύσεων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι στόχοι που έχουν τεθεί επιτυγχάνονται. Η ύπαρξη ισχυρών και αμερόληπτων μηχανισμών αξιολόγησης και ελέγχου, χωρίς όμως να δημιουργούνται αχρείαστα γραφειοκρατικά εμπόδια, αναμένεται να ενισχύσει το κύρος του ταμείου προσελκύοντας επιπλέον επενδύσεις.

Η Κύπρος δεν θα είναι η μόνη χώρα η οποία εφάρμοσε τέτοιο μοντέλο. Υπάρχουν παρόμοιοι οργανισμοί σε πολλές άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα η Αγγλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ο σωστός σχεδιασμός του ταμείου αναμένεται να έχει πολλαπλάσια θετικά οφέλη για την Κύπρο, εφόσον πέραν από την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, οι αποδόσεις του μπορεί να είναι τέτοιες που να αφήσουν ικανοποιημένους τους επενδυτές του, ενώ μέρος των αποδόσεων επί της συνεισφοράς του κράτους μπορεί να μετριάσει σταδιακά τη ζημιά αυτών που πλήγηκαν από τις αποφάσεις του 2013.

Στην Ελλάδα, στην προσπάθεια επαναφοράς της οικονομίας σε πορεία ανάπτυξης, ψηφίστηκε το 2016 ο αναπτυξιακός νόμος που επιτρέπει σε νέες και υφιστάμενες επιχειρήσεις να αιτηθούν επιχορηγήσεις για επεκτάσεις, δημιουργία νέων μονάδων, πρόσληψη προσωπικού και άλλες ενέργειες, που σκοπό έχουν την ώθηση της ανάπτυξης.

Σημειώνεται ότι στον νόμο γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις δαπάνες που είναι επιλέξιμες και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η κατασκευή, η επέκταση, ο εκσυγχρονισμός κτιριακών εγκαταστάσεων, η αγορά του συνόλου των παγίων μιας επιχείρησης (με βάση συγκεκριμένα κριτήρια), οι επενδύσεις σε νέα σύγχρονα μηχανήματα, τα μισθώματα χρηματοδοτικής μίσθωσης (αν στο τέλος της μίσθωσης ο μισθωτής αποκτά την κυριότητα του περιουσιακού στοιχείου), δαπάνες αγοράς δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, έρευνας και τεχνογνωσίας, καθώς και δαπάνες σε συστήματα ενίσχυσης της οργανωτικής δομής των επιχειρήσεων.

Επιπλέον επιχορηγήσεις δύνανται να λάβουν έναντι του μισθολογικού κόστους για δύο έτη επιχειρήσεις που προχωρούν σε νέες προσλήψεις, ενώ στον νόμο εντάσσονται τα έξοδα ίδρυσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και συνδεδεμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Σε ό,τι αφορά στα είδη των επιχορηγήσεων, αυτές μπορεί να αφορούν φοροαπαλλαγές (νοουμένου ότι τα κέρδη δεν κατανέμονται στους μετόχους αλλά επενδύονται εκ νέου – οι φοροαπαλλαγές είναι ιδιαιτέρα σημαντικές σε μια χώρα με πολύ υψηλό ποσοστό εταιρικού φόρου), κρατικές χορηγίες μέχρι ενός ποσοστού που διαφέρει ανά περιοχή που δραστηριοποιείται ο αιτητής, επιδότηση του μισθολογικού κόστους για νέες θέσεις εργασίας, σταθεροποίηση συντελεστή φορολογίας για εταιρείες/οργανισμούς που προχωρούν σε μεγάλες επενδύσεις και επιχορήγηση του κόστους μίσθωσης.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον νόμο, η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει σε χρηματοδότηση του επιχειρηματικού κινδύνου μέσω ταμείου συμμετοχών, είτε αναλαμβάνοντας μέρος της επένδυσης που αφορά τα ίδια κεφάλαια είτε με την παραχώρηση νέων δανείων, τα οποία σε προτεραιότητα θα είναι χαμηλότερα από άλλες μορφές δανεισμού.

Προς αυτή την κατεύθυνση ο νόμος επιτρέπει τη δυνατότητα ίδρυσης ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών επιχειρηματικού κινδύνου ( «Ταμεία Συμμετοχών» - Funds of Funds) εκ μέρους του ελληνικού Δημοσίου. Τα Ταμεία Συμμετοχών θα έχουν τη νομική μορφή οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων. Η χρηματοδότηση των ανωτέρω Ταμείων πραγματοποιείται από το Εθνικό ή Συγχρηματοδοτούμενο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ).