Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Εκατό χρόνια Λυσσαρίδης

Η πολιτική επιρροή του Γιατρού στη γένεση και την εξέλιξη του Κυπριακού Κράτους - Αν και διαφώνησε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, εντούτοις στάθηκε δίπλα από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, εκφράζοντας τις διαφωνίες του εσωτερικά, για να μη δίνει λαβές διχόνοιας

Στις 13 Μαΐου, ο γεννηθείς το 1920 στα Λεύκαρα, Βάσος Λυσσαρίδης, έκλεισε έναν αιώνα ζωής. Για να συνειδητοποιήσουμε τα χρονικά μεγέθη, ο Γιατρός είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β’, τον Henry Kissinger και τον μακαρίτη τον φίλο του τον Fidel Castro. Μυήθηκε στην ΕΟΚΑ όταν ήταν ήδη 35 ετών, τη στιγμή που η πλειοψηφία των αγωνιστών ήταν έφηβοι και νεαροί ενήλικες, με λίγους να είναι άνω των 30.

Ο Βάσος Λυσσαρίδης αναντίλεκτα άφησε το στίγμα του στην κυπριακή Ιστορία ως ένας εκ των πρωταγωνιστών της. Άποψή μου είναι ότι δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως η πραγματική πολιτική επιρροή του στην ίδια την εξέλιξη του Κυπριακού Κράτους. Μπορεί ο ίδιος, πέρα από βουλευτής, να μην υπηρέτησε ποτέ σε θέση της εκτελεστικής εξουσίας (με εξαίρεση τις φορές που αντικαθιστούσε ως Προεδρεύων τους Σπύρο Κυπριανού και Γιώργο Βασιλείου ως Πρόεδρος της Βουλής, 1986-91), αλλά οι ιδεολογικά φορτισμένες του τοποθετήσεις καθόριζαν πολλές φορές την ατζέντα. Άλλωστε, όπως κάποτε μου είπε και ο ίδιος, «η πολιτική είναι η τέχνη της επανάληψης».

Ο πολιτικός Λυσσαρίδης

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρώτη πολιτική επιρροή ήταν τα κηρύγματα του Μητροπολίτη Νικόδημου Μυλωνά και τα Οκτωβριανά του 1931, ενώ στο Παγκύπριο Γυμνάσιο μαζί με την προσδοκία της Ελλάδας και της Ένωσης διάβαζε το απαγορευμένο «Αλφαβητάρι του Κομμουνισμού» του Nikolai Bukharin.

Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών επί Ιωάννη Μεταξά, συμμετείχε στην εθνικοτοπική του ΕΑΜ Κύπρου και πέρασε ξυστά από το ΑΚΕΛ. Ως μέλος της Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα και της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων βοήθησε στην υποδοχή της «Κυπριακής Πρεσβείας» στην Αθήνα το 1946 και το 1947. Όπως γράφει ο Καθηγητής Ιστορίας Πέτρος Παπαπολυβίου στο άρθρο «Τα νεανικά χρόνια του Βάσου Λυσσαρίδη» («Φιλελεύθερος», 10/05/2020): «Τα μέλη της Πρεσβείας (μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, Δημητρός Δημητρίου, Ιωάννης Κληρίδης και Ζήνων Ρωσσίδης) είδαν όλη την πολιτική ηγεσία, από τον βασιλιά Γεώργιο μέχρι το ΕΑΜ. Καθώς είχε αρχίσει ο Εμφύλιος, δεν δόθηκε άδεια για οργάνωση συλλαλητηρίου για το Κυπριακό, ούτε συγκέντρωσης σε κλειστή αίθουσα, όμως ο Λυσσαρίδης ήταν ανάμεσα στη μικρή οργανωτική ομάδα που υποδέχθηκε και ξεπροβόδισε την “Πρεσβεία”. Αναμείχθηκε, επίσης, στην έκδοση ενός σημαντικού βιβλίου-ύμνου στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με πανέμορφη εικονογράφηση και τίτλο “Κύπρος. Το χρονικό της”, που εξέδωσε στην Αθήνα το 1947 η Ομάδα Κυπρίων Διανοουμένων και Καλλιτεχνών “Ευαγόρας”».

Από τους ελλαδικούς πολιτικούς παράγοντες, τη στενότερη σχέση θα την έχει με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον υιό του, Ανδρέα Παπανδρέου. Άλλωστε, το όνομα της ΕΔΕΚ (Ενιαία Δημοκρατική Ένωση Κέντρου) ήταν εμπνευσμένο από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου, ο οποίος είχε αντικομμουνιστικές και δημοκρατικές, σοσιαλιστικές ιδέες.

Αν και διαφώνησε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, εντούτοις στάθηκε δίπλα από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, παρά τις πολλές του διαφωνίες, τις οποίες εξέφραζε εσωτερικά για να μη δίνει λαβές διχόνοιας. Η άποψή του ήταν πως η όποια συνδρομή στη διχόνοια του Κυπριακού Ελληνισμού θα λειτουργούσε προβοκατόρικα για την επιβολή ομοσπονδιακής, διχοτομικής λύσης στο Κυπριακό, κάτι για το οποίο προειδοποιούσε σε ανύποπτο χρόνο πολύ πριν το 1974. Λόγω αυτής της στάσης, θα κατηγορείται ως «εξαπτέρυγο του Μούσκου» από μερίδα της αντιμακαριακής Δεξιάς. Από την άλλη, απόδειξη πως, παρά τις στενές προσωπικές τους σχέσεις -καθότι ήταν και ιατρός του- ο Μακάριος δεν άφησε ποτέ τον Λυσσαρίδη να γιγαντωθεί πολιτικά, αφού το δακτυλίδι της εξουσίας θα το αφήσει τελικά στη μακαριακή Δεξιά, μερίδα της οποίας θα τον κακολογήσει κιόλας πολλά χρόνια μετά θάνατον.

Μετά το 1974, ο Λυσσαρίδης θα κρατήσει ζωντανά τα συνθήματα «Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι», «Λευτεριά – επιστροφή» και «Όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους» με σταθερή αντιομοσπονδιακή γραμμή. Διαφώνησε με τις «Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου» Μακαρίου-Denktas και Κυπριανού-Denktas 1977-79 και θα κρατήσει αυτήν τη θέση παρά τις κατά καιρούς εκλογικές συμμαχίες με ΔΗΚΟ, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ. Θα διαφωνήσει και με τις λεγόμενες «Ομόφωνες Αποφάσεις» του Εθνικού Συμβουλίου του 1989 για αποδοχή λύσης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Ακόμα και σε εποχές που όλο το πολιτικό φάσμα αποδεχόταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ομοσπονδία, ο Λυσσαρίδης επικεντρωνόταν στην «ουσία» και όχι στην «ονοματολογία» για να αποφύγει την υιοθέτηση ρατσιστικής, διχοτομικής λύσης. Κορυφαία στιγμή αυτής της εθνικής θέσης ήταν η συμβολική ανάληψη της ηγεσίας της εκστρατείας του ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν τον Απρίλιο του 2004.

Άλλο ένα παράδειγμα της πολιτικής διορατικότητάς του ήταν η προειδοποίηση για «Αλεξανδρεττοποίηση» της Κύπρου μέσα από μια νόθα λύση ομοσπονδίας. Ίσως ο ίδιος, 19 χρονών τότε, να θυμάται από τις εφημερίδες της εποχής την προσάρτηση της συριακής επαρχίας στην Τουρκία το 1939 μετά από εποικισμό και νόθευση των εκλογικών διαδικασιών.

Κλείνοντας έναν αιώνα βιολογικής και πολιτικής παρουσίας, τελικά αυτό που μένει ως η πιο έντονη ιδεολογικά σφραγίδα του Βάσου Λυσσαρίδη είναι μάλλον ο κυπροκεντρικός ελληνικός εθνικισμός του διανθισμένος με την υψηλή ρητορική τέχνη και την έγχρωμη ποίησή του. Η σύνθεση της σύμπλευσης με τον Μακάριο, της παραστρατιωτικής συνδρομής στο Κυπριακό Κράτος του «Ψηφίσματος 186» και του «Δικαίου της Ανάγκης» μεταξύ 1963-74 και οι σχέσεις και επαφές με τους Αδεσμεύτους, σφυρηλάτησαν ένα αυτόχθονο είδος «αριστερού εθνικισμού» («left-nationalism»). Στις γεωπολιτικές μυλόπετρες του Κυπριακού, ο λυσσαριδικός σοσιαλισμός επικεντρωνόταν πρώτα στην εθνικολαϊκή ανεξαρτησία και μετά στους εργατικούς αγώνες. Δεν είναι τυχαίο που είναι από τους πρώτους που ανέδειξαν πολιτικά τις επαναστάσεις του Ονήσιλου κατά των Περσών και των «χωργιατών» του Ρε Αλέξη κατά των Φράγκων, για να υπογραμμίσει πως η αντιστασιακή κυπριακή παράδοση στους ξένους κατακτητές προηγείται της καθόδου των Τούρκων στην περιοχή. Επίσης, παρά το ότι σοσιαλιστής, ουδέποτε υπέσκαψε την πανάρχαια Εκκλησία της Κύπρου. Ο σεβασμός του προς την ορθόδοξη παράδοση του Κυπριακού Ελληνισμού αντικατοπτρίζεται και στην ποίησή του. Σε ομιλία του στις 17 Ιουνίου του 2006, δύο χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, είπε: «Δεν θα το ανεχθούμε, δεν θα προσυπογράψουμε τουρκοποίηση πανάρχαιων ελληνικών εδαφών».

Γι’ αυτό άλλωστε και μετά το πραξικόπημα και την εισβολή δεν κράτησε κακίες, ούτε διαιώνισε τη διχόνοια, όπως έκαναν άλλες κομματικές ηγεσίες που επένδυσαν σε αυτή. Σε μια ομιλία του στα Κοκκινοχώρια αμέσως μετά τα γεγονότα του 1974, σε μια περιοχή που το κλίμα ήταν εναντίον του, είπε το περίφημο «δεν υπάρχουν προδότες λαοί, αλλά προδομένοι λαοί».

Η πολιτική γραμμή και σκέψη του Βάσου Λυσσαρίδη φαίνεται να κινείτο κατά καιρούς σε διάφορα σημεία του φάσματος μεταξύ σοσιαλισμού και εθνικισμού, αριστεράς και πατριωτισμού, βενιζελικού-παπανδρεϊκού κέντρου και μαρξιστικής-λενινιστικής συγκεντρωτικής δημοκρατίας, σοσιαλδημοκρατίας και μπααθισμού. Οι κομμουνιστές τον κατηγόρησαν ως «εθνικοσοσιαλιστή» και οι εθνικόφρονες ως «κουμμουνιστή».

Αυτό είναι κάτι που θα αντικατοπτριστεί και στην εξωτερική διπλωματία που θα ασκήσει ως πολιτικός παράγοντας. Η σκέψη του, πολύ χονδρικά, συμπυκνώνεται στο «σοσιαλισμός και πατριωτισμός είναι δίδυμες έννοιες» (30/04/2004).

Ο λυσσαριδισμός είναι το απαύγασμα ενός αιώνα έντονης πολιτικής πράξης και παρουσίας και όχι μια προκατασκευασμένη πολιτική θεολογία.

1b.jpg

Ο στρατιωτικός Λυσσαρίδης

Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια έχει ανθίσει η έρευνα γύρω από την περίοδο 1963-64, από πολλές, μάλιστα, οπτικές γωνίες. Χωρίς φόβο και πάθος και με σεβασμό στα δεδομένα της εποχής, έχουν φωτιστεί πολλές άγνωστες πτυχές, πέρα από την προπαγάνδα ένθεν και ένθεν της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, αλλά και μεταξύ των κυπριακών κομματικών μηχανισμών.

Ο Λυσσαρίδης μυήθηκε στην ΕΟΚΑ και δημιούργησε εντός της την «Οργάνωση Αριστερών Εθνικοφρόνων» ή «Οργάνωση Αριστερών Πατριωτών», με την έγκριση του Αρχηγού Γεώργιου Γρίβα-Διγενή. Κάκιζε το ΑΚΕΛ για προδοσία της εργατικής τάξης και καλούσε τις αριστερές μάζες να στηρίξουν τον κυπριακό αντιαποικιακό αγώνα. Ήταν παράλληλα γιατρός αγωνιστών. Μετά την ανεξαρτησία, εκπροσωπούσε την αριστερή τάση του ΕΔΜΑ και του μετέπειτα Πατριωτικού Μετώπου.

Οι Κύπριοι Έλληνες στη ζυριχική Κυπριακή Δημοκρατία είχαν να αντιμετωπίσουν την τουρκοκυπριακή ΤΜΤ, που είχε σκοπό να προκαλέσει εισβολή της Τουρκίας για την επιβολή της διχοτόμησης. Για την άμυνά τους, δημιουργήθηκαν διάφοροι παραστρατιωτικοί σχηματισμοί, οι γνωστές «ομάδες», με μεγαλύτερη την «Οργάνωση» του Υπουργού Εσωτερικών Πολύκαρπου Γιωρκάτζη. Υπήρχαν επίσης «γριβικές ομάδες», οι ομάδες του «Παγκύπριου Συνδέσμου Αγωνιστών» και «ομάδες Σαμψών». Μια από τις πιο μάχιμες ομάδες ήταν οι «Κοκκινοσκούφηδες», γνωστές και ως «Λόχοι Λυσσαρίδη» υπό την στρατιωτική ηγεσία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Δώρου Ηλία και του αδελφού του, Λάκη Ψημολοφίτη. Παρά τη στενή σχέση του με τον Μακάριο, ο Λυσσαρίδης για διάφορους πολιτικούς και προσωπικούς λόγους δεν ήταν μέρος της Οργάνωσης, ούτε είχε εμπλοκή στη σύνταξη του λεγόμενου «Σχεδίου Ακρίτας».

Ωστόσο, οι «Κοκκινοσκούφηδες» θα συνεργαστούν με τις υπόλοιπες ομάδες και την ΕΛΔΥΚ για την αντιμετώπιση της Τουρκανταρσίας και θα πολεμήσουν σε περιοχές μέσα και γύρω από τη Λευκωσία, στο πλαίσιο του «χαώδους οικοδομήματος ασφάλειας» της περιόδου. Με την εκλογή του Γεώργιου Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1964 εντείνονται οι προσπάθειες για δημιουργία της «Εθελοντικής Εθνοφρουράς», ως πρώτου σταδίου ενοποίησης των παραστρατιωτικών σχηματισμών υπό την ομπρέλα της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής. Στις Ομάδες Λυσσαρίδη είχαν προσχωρήσει και εθελοντές από τον χώρο του ΑΚΕΛ, με την ανοχή ή και ενθάρρυνση της ηγεσίας τους, ιδιαίτερα μετά που επεκτάθηκαν οι συγκρούσεις.

Οι εθελοντές του Λυσσαρίδη θα ορκιστούν και αυτοί ως «ειδικοί αστυφύλακες», όπως και των άλλων ομάδων, και θα υπαχθούν στο «Γενικό Επιτελείο». «Κοκκινοσκούφηδες» θα εκπαιδευτούν από Ελλαδίτες αξιωματικούς για να αποτελέσουν την πρώτη μονάδα «εθελοντικών ΛΟΚ» και θα δώσουν ηρωικές μάχες ως «Νόμιμες Δυνάμεις του Κράτους» στον Άγιο Ιλαρίωνα του Πενταδακτύλου στα τέλη Απριλίου του 1964.

Με τη δημιουργία με νόμο της Εθνικής Φρουράς τον Ιούνιο του 1964, τον οποίο υπερψήφισε στη Βουλή ο Λυσσαρίδης, οι ομάδες του θα ενταχθούν στον νέο κυπριακό τακτικό στρατό, την ίδια εποχή που ξεκινά και η μυστική κάθοδος της Ελληνικής Μεραρχίας.

Ο Λυσσαρίδης διαφωνεί ανοιχτά με την πραξικοπηματική άνοδο των Συνταγματαρχών στην εξουσία στην Ελλάδα, ωστόσο θεωρεί λανθασμένη και επικίνδυνη την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας μετά τα γεγονότα της Κοφίνου τον Νοέμβριο του 1967.

Η στροφή του Μακαρίου από το «ευκταίο» στο «εφικτό» θα οξύνει τις ελληνοκυπριακές πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες από τη λεκτική βία θα εξελιχθούν και σε φυσική βία. Ο Λυσσαρίδης, που το 1969 όταν δημιουργούνται πολιτικά κόμματα θα δημιουργήσει την ΕΔΕΚ, θα παραμείνει στο πλευρό τού Μακαρίου και θα κατηγορηθεί ως μέρος της κρατικής «αντιβίας».

Όπως γράφει ο Δρ Λεόντιος Ιεροδιακόνου, πρώην Υπουργός Συγκοινωνιών στις κυβερνήσεις Κληρίδη, στο βιβλίο του «Τεθλασμένη Πορεία» (2003): «Όταν ιδρύθηκε η ΕΔΕΚ, η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από τη δικτατορία της στρατιωτικής Χούντας. Οι πολιτικές ομάδες και αργότερα τα κόμματα που ιδρύθηκαν στον χώρο της Δεξιάς ή συνεργάζονταν ή αδιαφορούσαν ή – και στις περιπτώσεις που διαφωνούσαν – σιωπούσαν. Το ΑΚΕΛ, ενώ ήταν εναντίον της Χούντας, δεν την πολεμούσε ανοικτά και οργανωμένα. Η μόνη πολιτική δύναμη που στρεφόταν ανοικτά και οργανωμένα εναντίον της Χούντας ήταν η ΕΔΕΚ. Ταυτόχρονα η Χούντα, μέσω των προεκτάσεών της στην Κύπρο – ιδιαίτερα με τον έλεγχο που ασκούσε στην Εθνική Φρουρά – επέστρεφε την πολεμική εναντίον της ΕΔΕΚ. Αυτή η εξέλιξη απετέλεσε μιαν άλλη σοβαρή αιτία που η ΕΔΕΚ άρχισε να προσελκύει νέους – σε μικρότερο βαθμό και πιο ώριμους – από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και του ΑΚΕΛ, το οποίο δεν τους πρόσφερε πρακτική διέξοδο αντίστασης προς τη Χούντα. Όπως έχουμε δει, το 1971 έρχεται ο Γρίβας στην Κύπρο και ιδρύει την ΕΟΚΑ-Β’. Είναι γεγονός ότι σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις τάχθηκαν εναντίον της παράνομης δράσης της ΕΟΚΑ-Β’ και των μεθόδων του χρησιμοποιούσε. Όμως την πιο μαχητική στάση τηρούσε η ΕΔΕΚ, η οποία είχε οργανώσει και μυστικές παραστρατιωτικές ομάδες. Είναι επίσης γεγονός ότι παραστρατιωτικές παρακρατικές ομάδες ίδρυσαν και δεξιοί μακαριακοί παράγοντες. Όμως και πάλι η ΕΔΕΚ επωμιζόταν το μεγαλύτερο βάρος. Και βέβαια για έναν αριστερό ήταν πιο φυσικό να ενταχθεί στις ομάδες της ΕΔΕΚ. Το ΑΚΕΛ δεν ήθελε το ίδιο να δημιουργήσει δικές του ένοπλες ομάδες. Πρότειναν στον Μακάριο να του διαθέσουν όσα άτομα ήθελε, με τον όρο όμως να τους χρησιμοποιήσει επίσημα το κράτος, είτε προς ενίσχυση της αστυνομίας είτε σ’ ένα είδος πολιτοφυλακής είτε άλλως πώς».

Μια πτυχή που πραγματικά αξίζει διερεύνησης είναι ο ρόλος των λυσσαριδικών παραστρατιωτικών σχηματισμών στο πλευρό του Μακαρίου. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της δράσης της ΕΟΚΑ-Β’, γιατί ο Μακάριος ενθάρρυνε την ύπαρξη αυτών των ένοπλων ομάδων, τη στιγμή που το νόμιμο κράτος θα μπορούσε θεωρητικά να αντιμετωπίσει την κατάσταση με θεσμοθετημένα Σώματα Ασφαλείας; Για την Εθνική Φρουρά, που ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από Ελλαδίτες αξιωματικούς προσκείμενους στο καθεστώς της 21ης Απριλίου, είναι κατανοητό. Μήπως όμως ο Μακάριος δεν εμπιστευόταν πλήρως ούτε τους αστυνομικούς θεσμούς που δημιουργήθηκαν επί προεδρίας του, λόγω διάβρωσης από την ΕΟΚΑ-Β’, γι’ αυτό και είχε τους λυσσαριδικούς ως άτυπο «εφεδρικό πέραν του Εφεδρικού»; Ίσως ο Μακάριος να είχε τις ίδιες ανησυχίες που είχε και την περίοδο 1962-63, όταν ενθάρρυνε την δημιουργία πολλών «ομάδων»…

Ένα μικρό παράδειγμα για τη σχέση αυτών των παρακρατικών ομάδων με το κράτος βρίσκουμε στο βιβλίο της Μάρως Αδαμίδου «Βάσος Λυσσαρίδης – Εκ Βαθέων: Απολογισμός ζωής και αγώνων» (2018). Ο Γιατρός αναφέρει πως ο Μακάριος «στηριζόταν πάνω στις δυνάμεις της ΕΔΕΚ σε ώρα κρίσης» και, παρά τις πιέσεις της χουντικής ΚΥΠ και Ελλαδιτών αξιωματικών στον Μακάριο, ο τελευταίος δεν αποκήρυττε τον Λυσσαρίδη. Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά του πως στο αποχαιρετιστήριο γεύμα του στη Λευκωσία, ο χουντικός Πρέσβης Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος «επαίνεσε τους κομμουνιστές για τη στάση τους και ζήτησε από τον Μακάριο να βάλει τον Λυσσαρίδη σε λοιμοκαθαρτήριο».

Τον Φεβρουάριο του 1972, προφανώς μετά την αποκάλυψη στρατιωτικών πραξικοπηματικών σχεδίων από Κύπριους αξιωματικούς της ΕΦ με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Τάσο Μάρκου, ο Λυσσαρίδης αναφέρει πως ο Μακάριος τον κάλεσε στο Προεδρικό για να τον βολιδοσκοπήσει εάν οι εθελοντές του είναι έτοιμοι να προβάλουν ένοπλη αντίσταση. Υπήρχαν ελάχιστα όπλα, «όσα κράτησαν με ατομική πρωτοβουλία μερικοί αγωνιστές του 1963-64 μετά την Τουρκανταρσία». Επιπλέον, ο Μακάριος «έστειλε οπλισμό με εντολή οι εθελοντές να καταταγούν ως άμισθοι έκτακτοι αστυνομικοί». Ο Γιατρός αναφέρει πως «το σχέδιο του Μακαρίου ήταν κάθε αστυνομικό αυτοκίνητο να επανδρώνεται από έναν αστυνομικό και δύο δικούς μας αγωνιστές γιατί γνώριζε ότι υπήρχε μεγάλη διάβρωση στην Αστυνομία».

Βέβαια, κατά την πραξικοπηματική και μεταπραξικοπηματική περίοδο, μεγάλο βάρος της αντίστασης έπεσε στους ώμους των ομάδων την ΕΔΕΚ, πέραν της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και της στρατιωτικοποιημένης αστυνομικής Τακτικής Εφεδρικής Μονάδας. Υπήρξαν μάλιστα πεσόντες, όπως ο Κόκος Φωτίου και ο Δώρος Λοΐζου. Το ΑΚΕΛ δεν συμμετείχε οργανωμένα στην αντίσταση και σύμβολο της κομμουνιστικής απουσίας έχει γίνει η περίφημη ιστορία με το «γλυκό καρυδάκι» που κέρασαν μέλη του κόμματος στους πραξικοπηματίες που αναζητούσαν τον γιο τους για συμμετοχή σε ομάδες της ΕΔΕΚ.

Μετά την εισβολή ο Λυσσαρίδης θα επιμένει στη δημιουργία «Λαϊκής Πολιτοφυλακής» και ισχυρής αμυντικής θωράκισης, ενώ ρίχνει το ιστορικό σύνθημα «κάθε σπίτι και κάστρο, κάθε πατριώτης και στρατιώτης». Η ιδέα του κάστρου είχε να κάνει με την άμυνα και όχι με την επίθεση.

Στις Προγραμματικές Θέσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ για τις βουλευτικές εκλογές του 1981, κάτω από τον τίτλο «Η γραμμή του συνετού αγωνιστικού ρεαλισμού» αναφέρεται πως η Τουρκία έχει σε πρώτο στάδιο στόχο τη «νομιμοποίηση της κατοχής και την αναγνώριση χωριστού κράτους και σε δεύτερο την ολική κατάληψη της Κύπρου». Για να γίνουν ανέφικτοι οι στόχοι προτείνει:

«Με συνέπεια στους στόχους μας και με προάσπιση της κρατικής υπόστασης της ΚΔ. Με σταθερή προσήλωση και εμμονή στις αποφάσεις του ΟΗΕ. Με σωστή διεθνοποίηση, που θα τοποθετεί το Κυπριακό ως θέμα εισβολής-κατοχής και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με τη σύνδεση του θέματός μας με τα εθνικά συμφέροντα άλλων χωρών. Με τη σωστή αμυντική θωράκιση. Με πολιτοφυλακή, που θ’ αξιοποιεί το πατριωτικό ανθρώπινο δυναμικό. Με τη δημιουργία του σωστού αγωνιστικού κλίματος. Με τη στράτευση της οικονομίας για την εξυπηρέτηση του λαού και του αγώνα. Με τη συσπείρωση όλων των τίμιων πατριωτών, που δεν είναι διατεθειμένοι να ξεγράψουν πατρίδα και δικαιώματα, σ’ ένα ευρύ Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας».

Η ιδέα τού «κάθε σπίτι και κάστρο» θα λάβει εν μέρει σάρκα και οστά με τη χορήγηση και κατ’ οίκον φύλαξη όπλων και πυρομαχικών στους εθνοφύλακες το 1989 με Υπουργό Άμυνας τον Ανδρέα Αλωνεύτη, επί Προεδρίας Γιώργου Βασιλείου. Θα επεκταθεί και στους εφέδρους με Υπουργό Άμυνας τον Γιαννάκη Ομήρου, επί Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη.

Παράλληλα, με διεθνοποίηση του Κυπριακού, πρωταγωνίστησε στη συμπόρευση με τη μεταπολιτευτική Ελλάδα στην υιοθέτηση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Στήριξε τον Γλαύκο Κληρίδη το 1998 με την προϋπόθεση της εγκατάστασης των ρωσικών πυραύλων S-300 και αποχώρησε από τη συγκυβέρνηση όταν ματαιώθηκε η έλευσή τους.

Σε μια ομιλία του στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2008, είπε: «Αν το ν’ αγωνίζεσαι για εθνική επιβίωση, για αξιοπρέπεια, για ελευθερία είναι εθνικισμός, δηλώνω ένοχος».

Στις 31 Μαρτίου 2017, ο Βάσος Λυσσαρίδης τιμήθηκε στην Πρεσβεία της Ελλάδος από την Ελληνική Πολιτεία και τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Στην παρουσία του Ελλαδίτη Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και του Κύπριου ΥΠΑΜ, παρέλαβε τη Διαμνημόνευση Αστέρα Αξίας και Τιμής από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο «για την προσφορά όλως διακεκριμένων υπηρεσιών προς το έθνος και τον κυπριακό λαό, τόσο κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου όσο και στον υπόλοιπο πολιτικό του βίο». Στην ομιλία του ο Ελλαδίτης ΥΕΘΑ ανέφερε «αποφασίσαμε να κάνουμε το ελάχιστο μπροστά σε αυτά που εσείς κάνατε για την πατρίδα και για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις», προσθέτοντας: «Είναι πολλά, τα οποία τα γνωρίζει όλος ο ελληνικός λαός, αλλά είναι ακόμα περισσότερα αυτά που προσφέρατε εσείς για την πατρίδα, για το έθνος και για τις Ένοπλες Δυνάμεις που δεν θα τα μάθει ποτέ κανείς».

Ο διπλωματικός Λυσσαρίδης

Με την εισβολή της στην Ουγγαρία το 1956, ο Λυσσαρίδης απογοητεύτηκε από την ΕΣΣΔ, ωστόσο παρέμεινε σταθερά φίλα προσκείμενος προς αυτήν και αντίθετος προς το ΝΑΤΟ. Ήταν προσωπικός φίλος με πολλούς ηγέτες εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σε Αφρική, Μέση Ανατολή, Καραϊβική, Λατινική Αμερική και Ασία, οι οποίοι έβλεπαν με δέος τον αγώνα της ΕΟΚΑ (βλ. «Σημερινή», 05/04/2020, «Περί “φασισμού”, “ναζισμού” και “ρατσισμού” της ΕΟΚΑ»). Καλλιέργησε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με ηγέτες όπως τους Yasser Arafat, Στρατηγό Hafez al-Assad, Συνταγματάρχη Muammar Ghaddafi, Fidel Castro, Nelson Mandela, Eduardo Mondlane και Amilcar Cabral.

Όπως είπε σε ομιλία του στο ΣΙΜΑΕ στις 15 Οκτωβρίου 2005: «Η εμπειρία της ΕΟΚΑ δόθηκε στους αγωνιστές της Αφρικής και αξιοποιήθηκε στο έπακρον. Η Κύπρος ήταν μια μορφή αρχηγείου αυτού του αγώνα. Όλοι οι ηγέτες της Αφρικής πέρασαν απ’ εδώ. Γκαμπράλ του PAIGC της Γουϊνέας Μπισσάου και Πράσινου Ακρωτηρίου που δολοφονήθηκε πριν την ανεξαρτησία, Νέτο, του MPLA και μετέπειτα προέδρος της Αγκόλα, Τάμπο, προέδρος του ANC της Νότιας Αφρικής, Μαρσελίνο της Μοζαμβίκης, ο Σάμ Νουτζόμε αργότερα πρόεδρος της Ναμίμπια και δεκάδες άλλοι. Η προσπάθεια υποτίμησης του αγώνα της ΕΟΚΑ είναι ακατανόητη. Όχι μόνο για τα όσα πρόσφερε στον λαό μας, αλλά και για όσα πρόσφερε σε άλλους λαούς». Και πρόσθεσε: «Μεταφέρω με κάθε σεβασμό προς την αλήθεια τη σημασία που απέδιδαν οι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, Λατινικής Αμερικής και Ασίας στον δικό μας εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, που τον θεωρούσαν πρόδρομο του δικού τους αγώνα».

Αμέσως μετά την ανεξαρτησία υπήρξε μέλος και αντιπρόεδρος του Κινήματος Αφρικανο-ασιατικής Αλληλεγγύης (AAPSO), «που αποτελούσε ως ένα βαθμό τη λαϊκή έκφραση του κινήματος των Αδεσμεύτων». Πρωτοστάτησε στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική. Αυτές οι σχέσεις και επαφές έδιναν επιρροή στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, με αποτέλεσμα η Κύπρος να αποκτήσει πολύτιμους φίλους στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Στην πολιτική του πορεία θα αναπτύξει στενές σχέσεις και επαφές με άλλους λαούς, ιδιαίτερα με τους Αρμένιους και τους Κούρδους. Τον Οκτώβριο του 2012 παρασημοφορήθηκε από τον Πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής και τον Δεκέμβριο του 2014 από τον Πρόεδρο της Αρμενίας. Επίσης, αγωνιστές της ΕΟΚΑ που καλλιέργησαν σχέσεις με Ιρλανδούς του IRA στις αγγλικές φυλακές μεταξύ 1956-59 και μετά προσχώρησαν στην ΕΔΕΚ, θα φέρουν τον Λυσσαρίδη σε επαφή με το ιρλανδικό κίνημα.

Ο πολιτιστικός Λυσσαρίδης

Η σύζευξη της πολιτικής γραμμής του με τον πολιτισμό φαίνεται συμβολικά από μια εκδήλωση του «Ιδρύματος Λυσσαρίδη» στις 16 Νοεμβρίου 2013, στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία, με θέμα τον «Παγκόσμιο Ελληνισμό». Χαιρετισμούς απηύθυναν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’, ο Πρέσβης της Ελλάδος Βασίλης Παπαϊωάννου και ο Πρόεδρος της Βουλής και Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Γιαννάκης Ομήρου. Μετά το καλωσόρισμα του ίδιου του Βάσου Λυσσαρίδη και μουσική με αρχαία όργανα και αρχαιοελληνικούς ύμνους, έγιναν οι εξής ομιλίες: Νίκος Σοφιανός - «Πορεία Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο Ελληνισμός στην Ασία», Αικατερίνη Ζορέβλιεβα - «Ελληνισμός Καυκάσου, Κριμαίας, Αζοφικής, Μαύρης Θάλασσας», Χαράλαμπος Συμεωνίδης – «Ο Ελληνισμός Πόντου και Μέσης Ανατολής», Θεόδωρος Μαυρογιάννης – «Ο Ελληνισμός στην Ευρώπη», Βάσος Καραγιώργης – «Ο Ελληνισμός στην Κύπρο», Μητροπολίτης Κένυας Μακάριος Τηλλυρίδης – «Ο Ελληνισμός στην Αφρική», Ηλίας Ηλιάδης – «Ο Ελληνισμός στην Αμερικανική Ήπειρο». Η επιλογή τίτλου, θεματολογίας και ομιλητών μιλά από μόνη της.

Η πολιτική και ιστορική παρακαταθήκη που αφήνει ο Βάσος Λυσσαρίδης, ακόμα και ως αποτέλεσμα της σχέσης του με φίλους και εχθρούς, είναι πολύ μεγάλη και σίγουρα δεν χωρεί στα στεγανά του κομματικού σχηματισμού που δημιούργησε. Μια αντικειμενική και πλήρης αποτίμησή της θα συμπληρώσει πολλά κενά στη βαθύτερη κατανόηση της σύγχρονης κυπριακής Ιστορίας.

*Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

Υποστηρίξτε τη