Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η Αγία Σοφία και «o υπαρξιακός κίνδυνος για το κράτος δικαίου στην Τουρκία»

H Αγία Σοφία αποτελεί βαρυσήμαντο σύμβολο τόσο της υφέρπουσας αναβίωσης του Οθωμανο-Ισλαμισμού στην Τουρκία, όσο και της συστημικής αδικίας σε αντίθεση με το κράτος δικαίου

Υπό το αντιδημοκρατικό καθεστώς Ερντογάν, που δημιουργήθηκε το 2003, η Τουρκία έχει σταδιακά ξεφορτώσει τον επιφανειακό κοσμικό μανδύα που φορούσε κατά την κεμαλική εποχή. Αντ' αυτού, η Τουρκία έχει ντυθεί, «γιαβάς, γιαβάς», με οθωμανο-ισλαμιστικά ρούχα.

Αυτή η μεταμόρφωση έχει οδηγήσει στη γενική ενίσχυση του αυταρχισμού και στις συγκεκριμένες κοσμοϊστορικές εξελίξεις της 10ης Ιουλίου 2020, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας, ένα τουρκικό δικαστήριο, ακύρωσε το ιστορικό κεμαλικό κυβερνητικό διάταγμα του 1934, το οποίο οδήγησε, το 1935, στη μετατροπή του «πρώην» Ορθόδοξου Καθεδρικού Ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη από τζαμί σε μουσείο.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας, το διάταγμα του 1934 ήταν ασυμβίβαστο με Οθωμανικό Σουλτανικό Διάταγμα που χρονολογείται από τη βίαιη κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453, όταν η Αγία Σοφία μετατράπηκε αυθαίρετα από εκκλησία σε τζαμί.

Οθωμανο-Ισλαμισμός

Στις 10 Ιουλίου 2020, εν όψει της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης τις ιδίας μέρας, ο Πρόεδρος Ερντογάν εξέδωσε ένα νέο προεδρικό διάταγμα που «επιτρέπει να ανοίξει ξανά η Αγία Σοφία για λατρεία [για μουσουλμάνους]». Παράλληλα, σε προεδρικό διάγγελμα, εξέθεσε την αφοσίωσή του στη διχαστική ιδεολογία του Οθωμανο-Ισλαμισμού που, μεταξύ άλλων εννοιών, προωθεί τον διαχωρισμό («segregation») και την υπεροχή («supremacism»).

Αναφερόμενος σε «μουσουλμάνους» και «μη μουσουλμάνους», ο Πρόεδρος Ερντογάν ουσιαστικά εξέφρασε την οθωμανο-ισλαμιστική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε «δύο κοινότητες». Επίσης, μιλώντας για τις «εκκλησίες και συναγωγές» που λειτουργούν στην Τουρκία και αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά σε άλλα θρησκευτικά κτήρια, εκτός από τα τζαμιά, ουσιαστικά εξέφρασε τη σχετική οθωμανο-ισλαμιστική πεποίθηση ότι οι χριστιανοί και εβραίοι αποτελούν «λαούς της Βίβλου» υπό την «αιγίδα» της ηγεσίας των μουσουλμάνων.

Η «ανάσταση» της Αγίας Σοφίας

Στο πλαίσιο της βίαιης «κατάχτησης» της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο Πρόεδρος Ερντογάν μίλησε προκλητικά για «τζιχάντ». Εξάλλου, με προφανή στόχο τον εξευτελισμό των χριστιανών και την υπογράμμιση της υποδεέστερης θέσης τους σύμφωνα με τον Οθωμανο-Ισλαμισμό, χρησιμοποίησε επανειλημμένα μια λέξη, «ανάσταση», που είναι συνώνυμη με τον Ιησού Χριστό και, επομένως, με τον Χριστιανισμό. Ιδού ένα απόσπασμα από το διάγγελμα της 10ης Ιουλίου 2020:

«Σήμερα, η Αγία Σοφία βιώνει μιαν άλλη ανάσταση, μετά από πολλές προηγούμενες [αναστάσεις] από την κατασκευή της. Η ανάσταση της Αγίας Σοφίας προαναγγέλλει την απελευθέρωση του τζαμιού al-Aqsa [στην Ιερουσαλήμ]. Η ανάσταση της Αγίας Σοφίας αντιπροσωπεύει τα βήματα της βούλησης των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο να βγουν από τη μεσοβασιλεία. Η ανάσταση της Αγίας Σοφίας είναι η αναζωπύρωση της φωτιάς της ελπίδας όχι μόνον των μουσουλμάνων, αλλά ─ μαζί με αυτούς – όλων των καταπιεσμένων, αδικημένων, υποτιμημένων και εκμεταλλευομένων …».

Το τουρκικό Προεδρικό διάγγελμα, με αγγλικούς υπότιτλους, τοποθετήθηκε από την Τουρκική Προεδρία στο www.tccb.gov.tr/en/news/542/120584/-with-its-new-status-hagia-sophia-the-shared-heritage-of-humanity-will-continue-to-embrace-all- και από τη TRT World στο www.youtube.com/watch?v=0x-ROvVnPXU

Κάλυψη

Στις 14 Ιουλίου 2020, ο Δρ. Ali Erbas, Πρόεδρος της τουρκικής Κρατικής Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων («Diyanet»), έριξε αλάτι στην ανοιχτή πληγή όταν ανακοίνωσε:

«Δεν υπάρχει πρόβλημα μαζί με αυτές [τις χριστιανικές τοιχογραφίες και εικόνες στην Αγία Σοφία]. Όταν αρχίσουμε να καθιερώνουμε την προσευχή από τις 24 Ιουλίου, θα καλύψουμε αυτές τις ζωγραφιές με κάποιον τρόπο με κουρτίνα ή θα τις μαυρίσουμε με φως, χρησιμοποιώντας τεχνολογικές συσκευές και θα αφαιρέσουμε την κουρτίνα …». (Δείτε: www.diyanet.gov.tr/en-US/Institutional/Detail/29675).

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, θα προωθήσω ένα απλό επιχείρημα – ότι η δικαστική απόφαση της 10ης Ιουλίου 2020 είναι, εκ φύσεως, μια άδικη αντανάκλαση της υποταγής των τουρκικών δικαστών στην αυταρχική τουρκική κυβέρνηση. Άρα, η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο υποχρεώνει τα τουρκικά δικαστήρια στην Τουρκία να είναι – και να φαίνονται ότι είναι – ανεξάρτητα και αμερόληπτα.

«Εγγυητής της δικαιοσύνης»

Κατ' αρχάς, πρέπει να διατυπώσω ορισμένες αρχές.

Σε μιαν απόφαση του 2009, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) υπογράμμισε την

προϋπάρχουσα θεμελιώδη αρχή ότι «η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται». Πρόσθεσε: «Αυτό που διακυβεύεται είναι η εμπιστοσύνη που τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να εμπνεύσουν στο κοινό». (Πηγή: Poppe v Netherlands [2009] ECHR, παράγραφος 25).

Συνεπώς, με αυτήν την αρχή, η δικαιοσύνη εξαρτάται από τον διαχωρισμό των εξουσιών και τη δικαστική ανεξαρτησία. Μάλιστα, ενώ αυτά αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά μιας δημοκρατίας υπό το κράτος δικαίου, η συγκέντρωση εξουσιών είναι το σήμα κατατεθέν της τυραννίας.

Έτσι, στις 3 Μαρτίου 2020, σε μιαν απόφαση στην οποία έκρινε την Τουρκία υπεύθυνη για διάφορες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ΕΔΑΔ σημείωσε ότι:

«Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει τον ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνία του δικαστικού σώματος, το οποίο, ως εγγυητής της δικαιοσύνης, είναι μια θεμελιώδης αξία σε ένα κράτος που κυβερνάται από το κράτος δικαίου, και πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του κοινού για να επιτύχει την εκτέλεση των καθηκόντων του».

Στην ίδια απόφαση, το ΕΔΑΔ επισήμανε «την εξέχουσα θέση που κατέχει το δικαστικό σώμα μεταξύ των κρατικών οργάνων σε μια δημοκρατική κοινωνία», «την αυξανόμενη σημασία που αποδίδεται στον διαχωρισμό των εξουσιών» και «την ανάγκη της διασφάλισης της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος». (Πηγή: Bas v Turkey [2020] ECHR 192, παράγραφος 144).

Υπονόμευση

Η υπονόμευση της ανεξαρτησίας των δικαστών και δικηγόρων στην Τουρκία αναλύεται σε μια λεπτομερή κοινή έκθεση της 18ης Σεπτεμβρίου 2018 του Law Society της Αγγλίας και Ουαλίας (του οποίου είμαι μέλος), της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Bar Council της Αγγλίας και Ουαλίας και του Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Διεθνούς Δικηγορικού Συλλόγου. (Δείτε: www.ibanet.org/Article/NewDetail.aspx?ArticleUid=11829b68-66ce-42da-8943-1170da0db2a9).

«Κλίμα φόβου»

Μια πιο πρόσφατη έκθεση δημοσιεύτηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης (ΣτΕ) στις 19 Φεβρουαρίου 2020 μετά την επίσκεψη της Dunja Mijatovic, Επιτρόπου του ΣτΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, στην Τουρκία, από την 1η έως τις 5 Ιουλίου 2019. Στη βάση της έκθεσης βρίσκονται ορισμένες καθιερωμένες αρχές:

«Η ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος στηρίζει το κράτος δικαίου και είναι απαραίτητο για τη λειτουργία μιας δημοκρατίας και για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο διαχωρισμός των εξουσιών είναι το θεμέλιο του κράτος δικαίου και διασφαλίζει ότι το εκτελεστικό, το νομοθετικό ή το δικαστικό σώμα δεν μπορεί ατομικά να ασκεί απόλυτη εξουσία επί του κράτους».

Παρόλα αυτά, η έκθεση του ΣτΕ παρουσιάζει μια ζοφερή εικόνα. Παρακάτω, θα επισημάνω τέσσερεις από τους λόγους:

Πρώτον, το καθεστώς του Ερντογάν έχει επιβλέψει τη «διάβρωση των συνταγματικών και διαρθρωτικών εγγυήσεων που στηρίζουν την ανεξαρτησία των δικαστών». Ταυτόχρονα, έχει εφαρμόσει «μέτρα, όπως τις συνοπτικές απολύσεις και προσλήψεις, που έχουν επηρεάσει άμεσα αυτήν την [δικαστική] ανεξαρτησία».

Δεύτερον, ενώ η νομολογία του ΕΔΑΔ επιβεβαιώνει ότι «τα τέσσερα στοιχεία που στηρίζουν την δικαστική ανεξαρτησία είναι ο τρόπος διορισμού, η [προστασία της] θητείας, η ύπαρξη εγγυήσεων έναντι εξωτερικών πιέσεων και το κατά πόσον το δικαστικό σώμα εμφανίζεται ως ανεξάρτητο και αμερόληπτο», η τουρκική δικαστική εξουσία στερείται αναγκαίες εγγυήσεις, «ιδίως την ασφάλεια και την προστασία της θητείας των δικαστών».

Τρίτον, «μέλη των τουρκικών εκτελεστικών και νομοθετικών σωμάτων έχουν επικρίνει τα δικαστήρια στο παρελθόν». Μάλιστα, «συνεχίζουν να σχολιάζουν δημοσίως για τις τρέχουσες δικαστικές υποθέσεις, παραβλέποντας το τεκμήριο αθωότητας των υπόπτων και αμφισβητώντας τον σεβασμό της δέουσας διαδικασίας».

Τέταρτον, ενώ οι δικαστές πρέπει να είναι ατρόμητοι, στην Τουρκία:

«Η διάβρωση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας στα πρόσφατα χρόνια καλλιέργησε ένα κλίμα φόβου στην τουρκική δικαστική εξουσία, κάτι που ενίσχυσε τον κομφορμισμό και επιδείνωσε την προϋπάρχουσα τάση υπέρ της τιμωρίας των ατόμων που θεωρούνται ότι είναι εναντίον της κυβέρνησης».

«Υπαρξιακός κίνδυνος»

Η έκθεση του ΣτΕ κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Η κατάσταση σχετικά με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του δικαστικού κλάδου, όπως εξετάζεται στο σώμα της παρούσας έκθεσης, αντιπροσωπεύει υπαρξιακό κίνδυνο [«existential risk»] για το κράτος δικαίου στην Τουρκία και, κατ' επέκταση, για τον σεβασμό όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα».

(Πηγή: Έγγραφο CommDH(2020)1 του ΣτΕ, παράγραφος 9, σελίδα 4 και παραγράφους 17-18, 27, 39 & 115, https://rm.coe.int/report-on-the-visit-to-turkey-by-dunja-mijatovic-council-of-europe-com/168099823e και www.coe.int/en/web/commissioner/-/turkish-authorities-must-restore-judicial-independence-and-stop-targeting-and-silencing-human-rights-defenders).

Υποταγή

Ακλόνητα στοιχεία αντικατοπτρίζουν την υποταγή του τουρκικού δικαστικού σώματος στο αντιδημοκρατικό καθεστώς Ερντογάν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επίσημη ιστοσελίδα του δικαστικού σώματος της Τουρκίας (www.judiciaryofturkey.gov.tr/). Αντί να δίνει έμφαση στους δικαστές, δημοσιεύει πολλαπλά προπαγανδιστικά μηνύματα του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος ανήκει στον εκτελεστικό κλάδο της διακυβέρνησης.

Αντιθέτως, για παράδειγμα, η επίσημη ιστοσελίδα του Δικαστικού Σώματος της Αγγλίας και της Ουαλίας (www.judiciary.uk) επικεντρώνεται στους δικαστές.

Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο.

H Αγία Σοφία αποτελεί βαρυσήμαντο σύμβολο τόσο της υφέρπουσας αναβίωσης του Οθωμανο-Ισλαμισμού στην Τουρκία, όσο και της συστημικής αδικίας σε αντίθεση με το κράτος δικαίου.

*Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus. Οι απόψεις του είναι προσωπικές.

Υποστηρίξτε τη