Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Kεμαλισμός και ισλαμο-οθωμανισμός του Ερντογάν

Για τον Ερντογάν, ο στόχος ήταν η εισαγωγή της θρησκείας στον δημόσιο χώρο. Όμως, παρά την κορύφωση ενός ισλαμικού προγράμματος, η Τουρκία του Ερντογάν μπορεί να περιγραφεί ως παρεμβολή μιας δόσης συντηρητισμού σε ένα ήδη αυταρχικό έθνος-κράτος

Όπως και η ιδρυτική του μορφή, ο Κεμαλισμός ήταν επιφανειακά "δυτικός" στην μορφή, ενώ παραμένει αυστηρά αυταρχικός και δογματικός στην ουσία του. Το αντικεμαλικό κίνημα του ισλαμο-φασισμού του Ερντογάν κτίζει, πάντως, στα αντιδημοκρατικά, ιστορικο-αλυτρωτικά αυταρχικά στοιχεία του αντιδραστικού κεμαλισμού, σαλπίζοντας τον ρεπουμπλικανισμό ενάντια στην δυτικότροπη δημοκρατία, την ομοιογένεια ενάντια στην διαφορά, τον στρατό έναντι των πολιτικών και το κράτος πάνω από την κοινωνία. Ως ο ύστερος Έρνεστ Gellner, ο ακαδημαϊκός θεωρητικός του εθνικισμού σημείωνε κάποτε σε μια καταλυτική του κριτική, το κεμαλιστικό κατεστημένο εξελίχθηκε σε «αντιδραστικό» και «δογματικό» στην απολυτρωτική αποστολή του, όπως και κάθε άλλη θρησκευτική ορθοδοξία. Η νομιμοποιητική του ιστορική αναζήτηση επιζητεί την ριζική αναδιατύπωση του τουρκικού πολιτισμού, ιστορίας και ταυτότητας, διασφαλίζοντας ένα μόνιμο kulturkampf ενάντια στην κοινωνία, κι ενώ έτσι εγγυάται, ειρωνικά, την αποτυχία της Τουρκίας να κάνει τη μετάβαση σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου.

Εξευρωπαϊσμός, εθνικισμός και κεμαλική εκκοσμίκευση: Το 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ, ιδρυτής της Δημοκρατίας της Τουρκίας, εφάρμοσε μια σειρά μεταρρυθμίσεων για την δημιουργία ενός ομοιογενούς έθνους-κράτους, υποτάσσοντας τις εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες σε έναν κρατικό και ρυθμισμένο τουρκικό εθνικισμό. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, γνωστές ως «Κεμαλισμός», προσπάθησαν να ελέγξουν την θρησκεία για να δημιουργήσουν μια νέα τάξη.

Οι δίδυμοι πυλώνες της κεμαλιστικής ιδεολογίας είναι ο δημοκρατικός εθνικισμός και ο λαϊκισμός. Η κεμαλιστική εκδοχή του λαϊκισμού διαφέρει σημαντικά από την αγγλοσαξονική κατανόηση του κοσμισμού. Αντί ενός κράτους που είναι γενικά ουδέτερο στο ζήτημα των θρησκευτικών πρακτικών και πεποιθήσεων του πολίτη του, το λαϊκό κράτος, με την προέλευσή του στην ιακωβινική παράδοση της Γαλλικής Επανάστασης, επιδιώκει να αφαιρέσει όλες τις εκδηλώσεις της θρησκείας από την δημόσια σφαίρα και να την θέσει υπό τον αυστηρό έλεγχο του κράτους. Η κεμαλιστική ιδεολογία έχει ιστορικά δικαιολογήσει αυτήν την αυταρχική θέση, ορίζοντας την «προοδευτική» και «εκσυγχρονιστική» αποστολή της σε αντίθεση προς την ισλαμική κληρονομιά της Τουρκίας, η οποία εξακολουθεί να θεωρείται από τους ζηλωτές Κεμαλιστές ως κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Αυτός ο αγώνας ενάντια στις παραδοσιακές «δυνάμεις του σκότους» χρησιμοποιεί έναν μαχητικό λαϊκισμό για να δικαιολογήσει ένα αυταρχικό στρατιωτικο-γραφειοκρατικό κατεστημένο.

Στον πυρήνα της σύγχρονης κρίσης στην Τουρκία βρίσκεται η αντίδραση της παραδοσιακής ισλαμο-οθωμανικής κοινωνικής υπόστρωσης προς τρεις κοινωνικοπολιτικές συνέπειες του Κεμαλισμού: την άκριτη ιδεολογία του εκσυγχρονισμού, που απέτρεπε την ανοιχτή συζήτηση που θα οδηγούσε σε μια νέα και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνική σύμβαση, που να αναγνωρίζει την πολιτιστική πολυμορφία της Τουρκίας, την μη ανοχή στην άρθρωση διαφορετικών ταυτοτήτων και τρόπων ζωής στην δημόσια σφαίρα, καθώς αυτές υπονόμευαν το κεμαλικό όραμα μιας ιδανικής κοινωνίας, και την αντιμετώπιση της πολιτικής ως μιας διαδικασίας καθοδήγησης της πολιτικής ανάπτυξης και της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας. Η πολιτική συμμετοχή, επομένως, περιορίστηκε σε αυτούς που προσυπέγραφαν και προωθούσαν τους κεμαλιστικούς στόχους.

Για τον Κεμαλισμό, το έθνος θεωρείτο ιστορική αναγκαιότητα που απαιτεί από όλους τους πολίτες να έχουν την ίδια κουλτούρα, ταυτότητα και κοσμοθεωρία. Δεν είναι μια εθελοντική ένωση πολιτών, επιτρεπτή ανάμεσα σε διάφορες υποκατηγορίες εντός μιας γενικής τουρκικής ιθαγένειας. Η σύγκρουση στην Τουρκία δεν απέχει πολύ από τις συγκρούσεις στις χώρες που κάποτε αποτελούσαν το πρώην σοβιετικό μπλοκ, όπου ιδεολογικά κινήματα προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν τις παραδοσιακές τους κοινωνίες σύμφωνα με το ριζοσπαστικό αριστερό όραμά τους και ήρθαν αντιμέτωπες με κοινωνικά κινήματα που απαιτούσαν ένταξη και εκπροσώπηση. Αλλά, ο Κεμαλισμός δεν είναι η μόνη πηγή τριβής στην τουρκική κοινωνία. Η αυξανόμενη οικονομική ανισότητα είναι μια άλλη. Το πλουσιότερο 20 τοις εκατόν του τουρκικού πληθυσμού απολαμβάνει περισσότερο από το 50 τοις εκατόν του εθνικού εισοδήματος. Αυτό το 20 τοις εκατόν του πληθυσμού κυριαρχεί επίσης στην κοινωνική και οικονομική πολιτική μέσω ενός στενά υφασμένου δικτύου που περιλαμβάνει τον στρατό, την γραφειοκρατία, τους μεγάλους κρατικούς βιομηχανικούς ομίλους στην «Ένωση Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών» (TUSIAD) και στα στενά ελεγχόμενά τους μέσα ενημέρωσης. Επίσης, οι αριθμοί της Μαφίας που απασχολούνται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τις αρχές της δεκαετίας του 1990 από το κράτος για να εμπλακούν σε δολοφονίες και άλλες «βρόμικες δουλειές» συνεχίζουν να διαδραματίζουν αυξανόμενο ρόλο στον κρατικό τομέα της οικονομίας, κερδίζοντας μια σειρά από σημαντικούς διαγωνισμούς ιδιωτικοποιήσεων.

Οι γραμμές κοινωνικής ρήξης (faultlines) που εμφανίστηκαν στην Τουρκία λόγω της κρίσης του Κεμαλισμού και των αυξανόμενων οικονομικών ανισοτήτων περιλαμβάνουν τέσσερεις σημαντικούς παράγοντες: τον στρατό, ο οποίος χρησιμοποιεί τον Κεμαλισμό για να νομιμοποιήσει την κυρίαρχη θεσμική του θέση, το TUSIAD, το οποίο ελέγχει επίσης τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, τις Σουνιτικές Ισλαμικές Ομάδες, που χωρίζονται σε τέσσερεις μεγάλες φατρίες, και τουρκικές εθνοτικές και σεχταριστικές μειονότητες, κυρίως τους Κούρδους και Αλεβίτες. Οι γραμμές των ρηγμάτων αυτών δεν αντιπροσωπεύουν «αρχαία μίση» μεταξύ ανταγωνιστικών ομάδων. Αντίθετα, είναι προϊόν ενός κλειστού πολιτικού συστήματος, του οποίου οι στρατιωτικοί-γραφειοκρατικοί ταγοί και φύλακες έχουν διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην επιδείνωση των κοινωνικών διχασμών. Το σύγχρονο τουρκικό κράτος βασίζεται σε έναν αυτόνομο στρατιωτικό τομέα, ανεξάρτητο από την κοινωνία και τους πολιτικούς θεσμούς. Οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι έπαιξαν βασικό ρόλο στην ίδρυση της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Από το 1923 επιμένουν ότι ξέρουν τι είναι καλύτερο για την χώρα. Για να εξασφαλιστεί η κυριαρχία του, ο στρατός έκανε πραξικοπήματα εναντίον πολιτικών κυβερνήσεων το 1960, το 1971 και το 1980. Ο κύριος στόχος κάθε πραξικοπήματος ήταν η «διατήρηση της Δημοκρατίας, όπως αυτή ορίζεται από τον Μουσταφά Κεμάλ». Ο στρατός έχει επισημοποιήσει τον ρόλο του στην διακυβέρνηση της Τουρκίας μέσω της ίδρυσης του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας (NSC), το οποίο αποτελείται από τον πρόεδρο, τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών, τον υπουργό Εσωτερικών και πέντε κορυφαίους στρατηγούς. Το NSC επιτρέπει στον στρατό να εποπτεύει την θέσπιση όλων των σημαντικών αποφάσεων εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνονται από την πολιτική κυβέρνηση.

Ερντογάν και το πάντρεμα ισλαμικού εθνικισμού

Από τότε που ήρθε στην εξουσία, το φιλο-ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), του Ταγίπ Ερντογάν, έχει ανατρέψει μερικές από τις συμβολικές αρχές του μοντέλου κοσμικής διακυβέρνησης της Τουρκίας. Οι Τούρκοι Ισλαμιστές είχαν διαμαρτυρηθεί για δεκαετίες ότι η κοσμική δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ είχε αναπτύξει ένα δρακόντειο σύνολο νόμων που καταπίεζαν την ελεύθερη ομιλία και περιόριζαν τα δικαιώματά τους. Με την πάροδο του χρόνου, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, AKP, έχει άρει την απαγόρευση της μαντίλας σε σχολεία και δημόσια γραφεία. Δεδομένου ότι οι θρησκευτικές αιρέσεις της Τουρκίας έχουν μεγαλύτερη ελευθερία να οργανώνονται σε επίπεδο βάσης· προώθησε τα σχολεία του ιμάμη-χατίπ και γενικά θεσμοθέτησε τον συντηρητικό τρόπο ζωής ως την νέα άρχουσα τάξη στην Τουρκία.

Αλλά είναι δύσκολο να ταξιδέψεις σε όλη την Τουρκία και να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι το AKP έφερε τον θρίαμβο του ισλαμισμού έναντι της εκκοσμίκευσης. «Ο θρίαμβος του Ερντογανισμού έναντι του Κεμαλισμού» μπορεί να είναι ένας καταλληλότερος τρόπος για να περιγραφεί η εμφάνιση ενός αυταρχικού ερντογανο-κεντρικού νέου κέντρου εξουσίας. Σε αυτό, ο «ισλαμισμός» του ΑΚΡ είναι απλώς η μαντίλα, το μουστάκι, η λατρεία της προσωπικότητας γύρω από τον Ερντογάν και οι σχολές ιμάμης-χατίπ - οι επιφανειακές εικόνες που βρίσκονται κάτω από τις απαιτήσεις των ισλαμιστικών κινημάτων σε ολόκληρη την περιοχή. Ναι, η άρχουσα τάξη στην Τουρκία του Ερντογάν είναι εξωτερικά πιο θρησκευτική από την προηγούμενη γενιά των Τούρκων ηγετών. Αλλά απέχουν πολύ από τις ισλαμιστικές ελίτ σε άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής.

Για τον Ερντογάν, ο στόχος ήταν η εισαγωγή της θρησκείας στον δημόσιο χώρο. Όμως, παρά την κορύφωση ενός ισλαμικού προγράμματος, η Τουρκία του Ερντογάν μπορεί να περιγραφεί ως παρεμβολή μιας δόσης συντηρητισμού σε ένα ήδη αυταρχικό έθνος-κράτος. Το κεμαλικό στρατιωτικο-γραφειοκρατικό κατεστημένο είχε έλθει να δει ως κύρια αποστολή και βάση του νομιμοποιητική την άμυνα όχι μόνο ενάντια στους ξένους αλλά κι εγχώριους εχθρούς, ειδικά τους πιστούς μουσουλμάνους και Τούρκους-Κούρδους, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής κοινωνίας. Το κράτος χρησιμοποίησε όλα τα απαραίτητα μέσα για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο λαϊκό εθνικό-κράτος - όπως το περιγράφει η θεωρία του νεωτερικού εθνικισμού του Έρνεστ Γκέλνερ - με την αποδιοργάνωση των ισλαμικών-οθωμανικών πρακτικών και θεσμών.

Η πολιτική του αποστολή ήταν η νομιμοποιητική ιδεολογία της κυρίαρχης ελίτ τού Κεμαλισμού, παρόλο που βιολογικά ο Σελτζουκικός / Οθωμανικός-Ισλαμικός Πολιτισμός, που είχε προσπαθήσει να περιθωριοποιήσει ο Κεμάλ, κι αποβλέπει να ανασυστήσει ο ισλαμιστής Ερντογάν, απολαύει πολύ μεγαλύτερου κοινωνικού βάθους και ιστορικής απήχησης. Η «τουρκοποίηση» της Αγίας Σοφίας συνιστά ένα κραυγαλέο συμβολικό σύνθημα και μπαϊράκι στην αντικεμαλική, αντικοσμική επανισλαμοποίηση που σαλπίζει το σελτζουκικό ασκέρι του Ερντογάν, την ισλαμική, δηλαδή, ανασύσταση των οθωμανικών μεγαλείων, είναι όμως, ειρωνικά, κεμαλικός στα αντιδραστικά ιστορικιστικά του προτάγματα μιας ιδεολογικά κινούμενης εθνικής αλυτρωτικής κι εκκαθαριστικής παντός αλλοτρίου, ισοπεδωτικά ομογενοποιητικής ανασύστασης της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτός είναι ένας επικίνδυνος γάμος που επιχειρεί ο Ερντογάν, διοχετεύοντας εκτός συνόρων και αφιονίζοντας με ισλαμικά μπαϊράκια τις ασφυκτιώσες φιλοδοξίες της τουρκικής στρατοκρατίας.

Υποστηρίξτε τη