Γενοκτονία Ποντιακού Ελληνισμού: Ημέρα μνήμης και αγώνας για διεθνή αναγνώριση

Το 1994 η 19η Μαΐου αναγνωρίστηκε με ομόφωνο ψήφισμα από τη Βουλή των Ελλήνων ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο»

Οι Πόντιοι, και γενικότερα ο Ελληνισμός της καθ’ ημάς Ανατολής, υπήρξαν θύματα της επανάστασης (1908) και των εθνικών προσανατολισμών των Νεοτούρκων, καθώς και της γεωπολιτικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η ήττα στις πολεμικές αναμετρήσεις επέφερε τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον περιορισμό της στην Ανατολία. Κατά συνέπεια, η περιοχή της Μικράς Ασίας αποτελούσε τη διέξοδο της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας στον ευρωπαϊκό χώρο και ήταν ανάγκη να διατηρηθεί η κυριαρχία και η πληθυσμιακή ομοιογένειά της. Στο πλαίσιο αυτό, άρχισαν προσπάθειες για εθνική ομογενοποίηση της περιοχής, που συνεπάγονταν καταπιέσεις των μη Μουσουλμάνων. Ήταν τότε, δηλαδή, που ο ποντιακός ελληνισμός υπέστη τις πρώτες διώξεις.

Την ίδια περίοδο υπήρξε μετακίνηση Μουσουλμάνων στη Μ. Ασία από περιοχές της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, τόσο για ενδυνάμωση του τοπικού μουσουλμανικού πληθυσμού όσο και εξαιτίας της ανασφάλειας που αισθάνονταν εν μέσω των Βαλκανικών Πολέμων. «Η αναχώρηση Μουσουλμάνων από την Ελλάδα έδωσε το πρόσχημα στην τουρκική κυβέρνηση –σε συνδυασμό με την επικείμενη είσοδο της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– να προχωρήσει σε διωγμούς των Ελλήνων πρώτα στην ανατολική Θράκη και στη συνέχεια στη δυτική Μικρά Ασία. […] Προηγήθηκε ανθελληνική εκστρατεία του τουρκικού Τύπου και ποικίλη καταπίεση των Ελλήνων, προκειμένου να εξαναγκασθούν σε εκούσια μετανάστευση: εμπόδια στις εμπορικές δραστηριότητές τους, έκτακτες φορολογίες και επιτάξεις ειδών για τις ανάγκες του πολέμου. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έλειψαν λεηλασίες και δολοφονίες εις βάρος Ελλήνων. […] Η ένταση του διωγμού διατηρήθηκε αμείωτη από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1914» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 6, σ. 96).

Η νέα ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε νέες αναδιατάξεις και ανταγωνισμούς στην περιοχή. Επικεφαλής της τουρκικής αντίδρασης τέθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ (αργότερα Ατατούρκ), ο οποίος στις 19 Μαΐου 1919 αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στη Σαμψούντα του Πόντου με στόχο (υπό την καθοδήγηση των Βρετανών) να επιβλέψει τη διάλυση των τουρκικών στρατιωτικών ομάδων. Αντ’ αυτού, προέβη σε οργάνωση κινήματος αντίστασης κατά του ελληνικού στρατού που είχε αποβιβαστεί στη Σμύρνη την ίδια περίοδο. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτέλεσε την αφορμή για καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως ημέρας μνήμης της ποντιακής γενοκτονίας. Η συγκεκριμένη ημέρα συμβολίζει και περικλείει τα δεινά που υπέστησαν οι Πόντιοι από το 1914 μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Γράφει συγκεκριμένα ο Νίκος Ανδριώτης (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τόμ. 6, σ. 98):

«Οι συστηματικές διώξεις του ποντιακού Ελληνισμού ξεκίνησαν από το 1915 με κύριο μέσο τις εκτοπίσεις, οι οποίες είχαν ιδιαίτερα πολλά θύματα. […] Υπολογίζεται ότι 100.000 περίπου Έλληνες του Πόντου κατέφυγαν στη γειτονική Ρωσία, αφού, ακόμη και μετά την αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η θέση τους δεν βελτιώθηκε, καθώς βρίσκονταν μακριά από περιοχές υπό ελληνική διοίκηση. Οι πρόσφυγες αυτοί προστέθηκαν σε άλλους Έλληνες του Πόντου, που είχαν ήδη καταφύγει σε ρωσικά εδάφη κατά τη διάρκεια των ρωσο-τουρκικών πολέμων του 19ου αιώνα».

Γενοκτονία και Εθνοκάθαρση

Ο αριθμός των θυμάτων της μεθοδευμένης αλλοίωσης του εθνολογικού χαρακτήρα της περιοχής του Πόντου κατά τη συγκεκριμένη περίοδο υπολογίζεται στις 353.000. Εδώ και δεκαετίες ξεκίνησε αγώνας για διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας του ποντιακού Ελληνισμού και καταδίκη του εν λόγω εγκλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το οποίο ακόμα αρνείται να αναγνωρίσει η σύγχρονη Τουρκία).

Εντούτοις, στη δημόσια συζήτηση επικρατεί σύγχυση ως προς τον προσδιορισμό του εγκλήματος βάσει της νομικής ορολογίας. Ο νομικός, διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου, Νικόλας Ιωαννίδης ξεκαθαρίζει τις διαφορές μεταξύ Γενοκτονίας και Εθνοκάθαρσης

Ο όρος «γενοκτονία» («genocide») δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Εμπνευστής του ήταν ο Πολωνοεβραίος δικηγόρος Raphael Lemkin, ο οποίος ως φοιτητής είχε συγκλονιστεί από τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους, ενώ αργότερα μέλη της οικογένειάς του δολοφονήθηκαν από τους Ναζί. Έτσι, λοιπόν, το 1944, ο Lemkin δημιούργησε τον όρο «γενοκτονία» για να περιγράψει το φαινόμενο των μαζικών δολοφονιών.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948), γενοκτονία συνιστούν οι πράξεις που τελούνται με πρόθεση και αποσκοπούν στην ολική ή μερική καταστροφή συγκεκριμένης εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Η γενοκτονία συνιστά ξεχωριστό διεθνές έγκλημα, ωστόσο, ένεκα της σοβαρότητάς του, το κατώφλι για να αποδειχθεί η διάπραξή του είναι αρκετά υψηλό. Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε την καταδίκη προσώπων από το ειδικό δικαστήριο για τον εμφύλιο πόλεμο στη Ρουάντα.

Όσον αφορά στην έννοια της «εθνοκάθαρσης» («ethnic cleansing»), πρέπει να τονιστεί πως δεν αποτελεί ξεχωριστό διεθνές έγκλημα, όπως η γενοκτονία. Εν ολίγοις, μια κατάσταση χαρακτηρίζεται ως εθνοκάθαρση όταν υπάρχει συντονισμένη προσπάθεια για να εξαναγκαστεί συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού να αποχωρήσει από μία περιοχή για να επιτευχθεί εκεί πληθυσμιακή ομοιογένεια. Για να πραγματωθεί τέτοια μετακίνηση συχνά χρησιμοποιούνται μέσα όπως δολοφονίες, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, βιασμοί. Αναλόγως, λοιπόν, του πλαισίου εντός του οποίου διαπράττονται τέτοιες ενέργειες, η εθνοκάθαρση μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως έγκλημα πολέμου είτε ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Πόντιοι εν έτει 2022 και αγώνας για διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας

Κληθείς από τη «Σημερινή Online» να σχολιάσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για περαιτέρω προώθηση του ζητήματος της αναγνώρισης της ποντιακής γενοκτονίας, ο Δρ Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, Επίκουρος Καθηγητής επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών ΑΠΘ, εξήγησε:

Για να προωθηθεί το ζήτημα χρειάζεται συνέργεια και συνεργασία με τους εκπροσώπους των υπόλοιπων λαών (Χριστιανικών κυρίως και Μουσουλμανικών) που γενοκτονήθηκαν από τους Νεότουρκους και Κεμαλικούς, ενώνοντας τις δυνάμεις και τη φωνή. Υπάρχει ανάγκη για συνεχή και σταθερή συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια με σοβαρές ανακοινώσεις, βασισμένες σε πρωτογενές υλικό, μελέτη και γνώση των σύγχρονων γενοκτονικών σπουδών. Στην ελληνική περίπτωση θα έπρεπε να υπάρξει συνολική αναφορά στον Ελληνισμό της καθ' ημάς Ανατολής. Υπάρχουν στην πραγματικότητα γενοκτονικές στιγμές και σημεία στον μικρασιατικό χώρο. Μιλάμε όμως για μια κεντρική απόφαση υλοποίησης του σχεδίου».

Από τον Δρα Χατζηκυριακίδη ζητήθηκε επίσης να τοποθετηθεί ως προς τη σημασία και την ιδιαιτερότητα της ποντιακής ταυτότητας στις μέρες μας. Ο ίδιος εξήγησε:

«Η δεύτερη και τρίτη γενιά και οι επόμενες (δεν ξέρουμε για πόσο ακόμη) φέρουν το διαγενεακό τραύμα, πληγή ανοιχτή και ανεπούλωτη, όσο παραμένει άγνωστη και χωρίς αναγνώριση. Η προσφυγική ταυτότητα διατηρήθηκε μέσα από τις συσσωματώσεις, από τις πρώτες δεκαετίες της εγκατάστασης, στόχος των οποίων ήταν η επίλυση προβλημάτων επιβίωσης και μαζί η διαφύλαξη του άυλου πολιτισμού. Με την πάροδο του χρόνου και την αποδημία της πρώτης γενιάς, η μνήμη σταδιακά χάνεται, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της δεύτερης και τρίτης γενιάς. Ωστόσο, στην περίπτωση των καταγόμενων από τον Πόντο, οι συσσωματώσεις παραμένουν ενεργές σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στη Διασπορά».