Αναλύσεις

Η ρωσική οικονομία και η σημασία της τιμής του πετρελαίου

Η πτώση στις τιμές των υδρογονανθράκων έχει αποδυναμώσει την ικανότητα της Μόσχας να υπερασπίζεται το ρούβλι, μειώνοντας σημαντικά τα έσοδά της

Με την εφαρμογή των πρώτων κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, πολλοί αναλυτές θεώρησαν ότι οι κυρώσεις αυτές θα οδηγούσαν τη ρωσική οικονομία σε κατάρρευση. Ανάμεσα στις κυρώσεις ήταν η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, ο αποκλεισμός 10 ρωσικών τραπεζών από το σύστημα SWIFT, οι κυρώσεις σε Ρώσους ολιγάρχες, αξιωματούχους, στρατιωτικό προσωπικό, ακόμη και στον ίδιο τον Πούτιν. Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας είχε τότε αναγκαστεί να διπλασιάσει τα επιτόκια, με το ρωσικό νόμισμα να καταγράφει ιστορικό χαμηλό στα 140 ρούβλια έναντι του δολαρίου.

Ωστόσο, η ρωσική οικονομία προσαρμόστηκε γρήγορα και αποτελεσματικά στις δυτικές κυρώσεις. Τον Απρίλιο του 2022 το ρούβλι είχε ανακάμψει στα προπολεμικά του επίπεδα, στα 70 ρούβλια έναντι του δολαρίου, για να φτάσει στις αρχές Ιουλίου της ίδιας χρονιάς ένα υψηλό πέντε χρόνων περίπου στην τιμή των 57 ρουβλίων ανά δολάριο. Η άνοδος των επιτοκίων από 9.5% σε 20% έκανε μεν το ρούβλι πιο ελκυστικό, έδωσε δε ένα αναπόφευκτο ραντεβού της ρωσικής οικονομίας με την ύφεση. Το ρούβλι ισχυροποιήθηκε για δύο λόγους κυρίως. Πρώτον με τους ελέγχους κεφαλαίων (capital controls), που περιείχαν περιορισμούς στα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, με την απαγόρευση σε ξένους επενδυτές να πωλήσουν τα ρωσικά περιουσιακά τους στοιχεία και με την απαίτηση από τους εξαγωγείς στη Ρωσία να μετατρέψουν το 80% των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους σε ρούβλια. Δεύτερον, εξαιτίας της υψηλής ζήτησης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η οποία κορυφώθηκε μόλις μετά την εισβολή στην Ουκρανία, παρέχοντας ξένο νόμισμα στα χέρια του Πούτιν για να υπερασπιστεί το ρούβλι.

Παρόλα αυτά, τους τελευταίους μήνες το ρούβλι αρχικά υποχώρησε σταθερά μέχρι που επιτάχυνε τη πτώση του μέσα στον Ιούλιο, δείχνοντας έτσι πως η αποτελεσματικότητα των μέτρων που έλαβε η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η πτώση στις τιμές των υδρογονανθράκων έχει αποδυναμώσει την ικανότητα της Μόσχας να υπερασπίζεται το ρούβλι, μειώνοντας σημαντικά τα έσοδά της. Η τιμή του φυσικού αερίου, όπου βασίζεται σημαντικό μέρος των εσόδων της Μόσχας, έπεσε από 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Αύγουστο σε περίπου 35 ευρώ αρχές αυτού του μήνα. Επίσης, η τιμή του πετρελαίου, από 120 δολάρια το βαρέλι τις μέρες μετά την εισβολή, έχει πέσει στα 75 δολάρια. Ακόμη, ο ρυθμός με τον οποίο υποχώρησε το ρούβλι αυξήθηκε κατακόρυφα, αμέσως μετά την ανταρσία της Wagner. Μια μέρα πριν τα γεγονότα που είδε όλος ο πλανήτης, η τιμή του ρωσικού νομίσματος βρισκόταν στα 81 ρούβλια ανά δολάριο, για να φτάσει τα 85 μόλις μια μέρα μετά και να ξεπεράσει τα 90 σε διάστημα 10 ημερών.

Παρά τους κλυδωνισμούς στη ρωσική οικονομία, το μόνο σίγουρο είναι πως η Δύση δεν έχει πετύχει ακόμη την κατάρρευσή της. Πολλά πράγματα θα καθορίσει από ό,τι φαίνεται η τιμή του πετρελαίου, η οποία αν αυξηθεί, σύμφωνα με εκτιμήσεις που βασίζονται στις περικοπές των μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών (Σαουδική Αραβία, Ρωσία) και στην επαναλειτουργία του μεγαλύτερου εισαγωγέα, της Κίνας, θα έρθει ως σανίδα σωτηρίας για τη ρωσική οικονομία που βλέπει την ύφεση στον ορίζοντα, και ταυτοχρόνως, ως κίνδυνος για τις ΗΠΑ οι οποίες θα επωφεληθούν μεν ως μεγάλος παραγωγός, θα δουν δε το φάντασμα του πληθωρισμού να ξαναζωντανεύει. Ο κίνδυνος για διολίσθηση σε ύφεση στις αρχές του 2024 για τις ΗΠΑ προβλέπεται από αρκετούς αναλυτές, μετά από την αύξηση των επιτοκίων και τη διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα, με την εξήγηση ότι την ύφεση έχει καθυστερήσει το γεγονός πως επί κορονοϊού οι πολίτες εξοικονόμησαν χρήματα, τα οποία χρησιμοποιούν τώρα για να καλύψουν τις ανάγκες και τις οφειλές τους. Η τιμή του πετρελαίου, λοιπόν, θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό τις εξελίξεις, από τη μια τη χρηματοδότηση που χρειάζεται ο Πούτιν για να ενισχύσει το ρούβλι και τον πόλεμο στην Ουκρανία και από την άλλη το ενδεχόμενο να δουν ή όχι οι ΗΠΑ και η ΕΕ ένα δεύτερο και μεγαλύτερο πληθωριστικό κύμα στο εγγύς μέλλον, κάτι που εάν συμβεί θα συνοδευτεί από χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, λόγω της ύφεσης, με άλλα λόγια στασιμοπληθωρισμό.