Η «αποτελεσματική» Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας και η σιωπή της Λευκωσίας
Η λεγόμενη επιτροπή για τις περιουσίες στα κατεχόμενα παρουσιάζεται εδώ και χρόνια ως η «ρεαλιστική επιλογή» των προσφύγων. Στις δηλώσεις της Τουρκίας, των κατεχομένων και ορισμένων κύκλων στην Ευρώπη, εμφανίζεται ως έντιμος συμβιβασμός: ένας μηχανισμός που δήθεν προσφέρει λύσεις, με τη σφραγίδα μάλιστα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πίσω από αυτή τη βιτρίνα όμως κρύβεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για τους εκτοπισμένους και μια πολύ άβολη αλήθεια για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Το Στρασβούργο, με την απόφαση Demopoulos το 2010, έκρινε ότι η διαδικασία στα κατεχόμενα συνιστά, καταρχήν, «αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο» που πρέπει να εξαντλείται πριν από προσφυγή στο Δικαστήριο. Δεν είπε ότι είναι δίκαιη, ούτε ότι αποκαθιστά την αδικία της εισβολής. Είπε ότι, στον ελάχιστο βαθμό που απαιτεί η Σύμβαση, παρέχει μια κάποια μορφή θεραπείας. Δηλ. αποζημίωση, ανταλλαγή ή, θεωρητικά, αποκατάσταση. Η πολιτική χρήση αυτής της φράσης ήταν και παραμένει τεράστια. Μετατράπηκε σε επιχείρημα ότι «η Ευρώπη αναγνωρίζει» τον συγκεκριμένο μηχανισμό ως λύση για τους πρόσφυγες.
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τα στοιχεία δείχνουν κάτι άλλο. Χιλιάδες αιτήσεις έχουν καταχωριστεί, εκατοντάδες υποθέσεις έχουν κλείσει, αλλά οι αποφάσεις πραγματικής επιστροφής γης είναι μετρημένες στα δάκτυλα. Η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων καταλήγει σε χρηματικό διακανονισμό. Ο πρόσφυγας δεν παίρνει πίσω το σπίτι ή το χωράφι του. Παίρνει μια αποζημίωση, συχνά μετά από χρόνια αναμονής, με αντάλλαγμα να κλείσει τον φάκελο της περιουσίας του μέσα σε ένα πλαίσιο που ορίζει το ίδιο το κατοχικό καθεστώς. Το δικαίωμα επιστροφής υποβιβάζεται, στην πράξη, σε δικαίωμα να λάβει κανείς ένα ποσό για να αποδεχθεί την απώλεια.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι υποθέσεις που καταλήγουν εκ νέου στο Στρασβούργο, αυτή τη φορά μετά από προσφυγή στην επιτροπή στα κατεχόμενα. Στην υπόθεση Joannou, η αιτήτρια προσέφυγε στον συγκεκριμένο μηχανισμό το 2008 και, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, η διαδικασία δεν είχε ολοκληρωθεί. Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της προστασίας της ιδιοκτησίας λόγω υπερβολικής καθυστέρησης και της αδυναμίας των αρχών να διαχειριστούν την υπόθεση με τη δέουσα επιμέλεια. Στην πρόσφατη υπόθεση K.V. Mediterranean Tours, για ακίνητο στο Βαρώσι, το σκηνικό επαναλαμβάνεται: αιτήσεις από το 2010, παθητική στάση, απουσία συνοχής, διαδικασίες που σέρνονται επί δεκαπέντε χρόνια. Και πάλι, το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίασεις λόγω καθυστέρησης.
Έτσι διαμορφώνεται μια παράδοξη εικόνα. Ο μηχανισμός αναγνωρίζεται ως «αποτελεσματικός», ώστε να κλείνει ο δρόμος σε νέες προσφυγές που δεν πέρασαν από τα κατεχόμενα. Στο επίπεδο της ουσίας, οι ίδιες οι αποφάσεις του Στρασβούργου καταγράφουν, η μία μετά την άλλη, πως η λειτουργία του δεν εξασφαλίζει ούτε έγκαιρη εξέταση ούτε πλήρη αποκατάσταση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Αντί να λύνεται το πρόβλημα, μεταφέρεται απλώς σε ένα τραπέζι όπου ο πρόσφυγας καλείται να διαπραγματευτεί την παραίτησή του από την επιστροφή.
Στο μεταξύ, η Άγκυρα και το κατοχικό καθεστώς αξιοποιούν στο έπακρο τη φράση «effective remedy». Επισήμες δηλώσεις και ανακοινώσεις παρουσιάζουν την επιτροπή ως θεσμό του οποίου η αξία «επιβεβαιώνεται» από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, καλούν τους Έλληνες Κυπρίους να αποδεχθούν την αποζημίωση ως «ρεαλιστική λύση» και υπονοούν ότι όποιος επιμένει στην επιστροφή αρνείται να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Παράλληλα, στα κατεχόμενα και σε τμήμα του διεθνούς Τύπου, προβάλλεται συνεχώς το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί σε πρόσφυγες αιτητές, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ενός μηχανισμού που λειτουργεί προς όφελος των προσφύγων.
Το πολιτικό αποτέλεσμα είναι διαφορετικό: κάθε νέα υπόθεση αποζημίωσης ενισχύει την ιδέα ότι η κατοχή δεν είναι προσωρινή παραβίαση αλλά μια κατάσταση που μπορεί να ρυθμιστεί με οικονομικούς συμβιβασμούς. Η περιουσία αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο συναλλαγής και όχι ως δικαίωμα που συνδέεται με την ιστορική παρουσία, την κοινότητα και την επιστροφή. Η μετατόπιση αυτή είναι κρίσιμη. Από το «να επιστρέψουμε στα σπίτια μας» περνάμε στο «να κλείσουμε το θέμα με μια αποζημίωση», σε ένα πλαίσιο όπου τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει η Τουρκία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αποκαλυπτικά αδύναμη. Δεν υπάρχει ούτε σαφές δόγμα για τη νομική και πολιτική αντιμετώπισή της, ούτε μόνιμος μηχανισμός παρακολούθησης, ούτε συστηματική αξιοποίηση των ίδιων των αποφάσεων του Στρασβούργου που αναδεικνύουν τα δομικά ελαττώματα του συγκεκριμένου σχήματος. Η Δημοκρατία περιορίζεται συχνά στον ρόλο του σχολιαστή, ενώ οι Τούρκοι χρησιμοποιούν την ίδια νομολογία για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα.
Αν υπήρχε πραγματική βούληση να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός δεν είναι αποτελεσματική λύση για τους πρόσφυγες, και όχι απλώς ένα ακόμη εργαλείο για να κλείνουν εκκρεμότητες στα χαρτιά, υπάρχουν ορισμένα συγκεκριμένα βήματα θα μπορούσαν να γίνουν. Πρώτον, χρειάζεται μια επίσημη, τεκμηριωμένη τοποθέτηση προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τους εταίρους στην ΕΕ, η οποία να καταγράφει με ακρίβεια τις καθυστερήσεις, τον σχεδόν αποκλειστικά αποζημιωτικό χαρακτήρα των αποφάσεων, την εξάρτηση από ένα μη αναγνωρισμένο καθεστώς και την απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική έννοια του «effective remedy» και στην πραγματική αποκατάσταση του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Δεύτερον, η δημιουργία ενός μόνιμου εθνικού κέντρου για το περιουσιακό θα μπορούσε να αλλάξει αμέσως τους όρους του παιχνιδιού. Ένα γραφείο με σαφή εντολή να καταγράφει όλες τις υποθέσεις που οδηγούνται στην επιτροπή, να συλλέγει στοιχεία για τη διάρκεια και το αποτέλεσμα, να παρέχει στους πρόσφυγες αξιόπιστη νομική ενημέρωση πριν πάρουν αποφάσεις, και να ετοιμάζει φακέλους για χρήση σε διεθνή φόρα. Έτσι, η Κυπριακή Δημοκρατία παύει να είναι παθητικός παρατηρητής και γίνεται οργανωμένος μάρτυρας της δυσλειτουργίας του μηχανισμού.
Τρίτον, η Λευκωσία μπορεί και πρέπει να στηρίξει στοχευμένες προσφυγές στο Στρασβούργο, οι οποίες δεν θα αμφισβητούν απλώς γενικά τον θεσμό, αλλά θα αξιοποιούν τα ίδια του τα παραδείγματα: υποθέσεις όπου η καθυστέρηση είναι εξωφρενική, όπου δεν υπάρχουν ουσιαστικά μέσα θεραπείας της καθυστέρησης, όπου ο αιτητής καταλήγει με αποζημίωση χωρίς καμία προοπτική επιστροφής, παρότι το δικαίωμά του αναγνωρίζεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο το Δικαστήριο θα ανατρέψει την Demopoulos. Μπορεί όμως σταδιακά να σφίξει τα κριτήρια για το τι θεωρείται «αποτελεσματικό» και να αφήσει περιθώρια ώστε σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων να μην απαιτείται εξάντληση του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου.
Τέταρτον, είναι αναγκαία μια ειλικρινής ενημέρωση των προσφύγων και της κοινωνίας. Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει ότι άλλο πράγμα είναι η στενή, τεχνική έννοια του «effective remedy» που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο για το παραδεκτό, και άλλο το ερώτημα αν ο μηχανισμός αυτός αποκαθιστά πραγματικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας και επιστροφής. Οι πρόσφυγες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιοι είναι οι κίνδυνοι όταν αποδέχονται αποζημίωση, τι σημαίνει αυτό για τον τίτλο τους, ποιες είναι οι συνέπειες σε συλλογικό επίπεδο. Και αυτό πρέπει να γίνεται χωρίς ηθικά διλήμματα του τύπου «ξεπούλημα» ή «μαξιμαλισμός», αλλά με σεβασμό στην ανθρώπινη ανάγκη και με πλήρη επίγνωση της πολιτικής διάστασης.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερο βάρος και οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Τουφάν Ερχιουρμάν. Ο νέος Τουρκοκύπριος ηγέτης παρουσιάζει την επιτροπή ως θεσμό του οποίου η αποτελεσματικότητα επιβεβαιώνεται δήθεν εκ νέου στο Στρασβούργο, προαναγγέλλει «ενίσχυση» της λειτουργίας της και τη συνδέει ευθέως με τον οδικό χάρτη για το Βαρώσι. Προσπαθεί να μετατρέψει μια προβληματική, αργή και κυρίως αποζημιωτική διαδικασία σε κεντρικό πυλώνα ενός νέου αφηγήματος, ότι το περιουσιακό «μπαίνει σε τάξη» μέσα από θεσμούς της κατοχής, με την έμμεση αποδοχή της Ευρώπης.
Όσο η τουρκική πλευρά εμφανίζεται να έχει συγκεκριμένο σχέδιο για την αξιοποίηση της νομολογίας και της επιτροπής, και η Λευκωσία περιορίζεται στον ρόλο του σχολιαστή, τόσο παγιώνεται η εντύπωση ότι μόνο η Άγκυρα και τα κατεχόμενα διαχειρίζονται «υπεύθυνα» το ζήτημα των περιουσιών. Ο Ερχιουρμάν τρέχει να κεφαλαιοποιήσει τις εξελίξεις γύρω από τον θεσμό και το Βαρώσι. Η Κυπριακή Δημοκρατία, αντί να αξιοποιεί τις ίδιες αποφάσεις για να αναδείξει τα δομικά ελαττώματα και τα όρια του συγκεκριμένου μηχανισμού, κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένη σε ένα αφήγημα που την παρουσιάζει περίπου ως θεατή.
Αν η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να συγκρουστεί πολιτικά και νομικά με αυτή τη γραμμή, το ελάχιστο που οφείλει να κάνει είναι να πάψει να τη νομιμοποιεί με τη σιωπή της. Γιατί όσο ο Τουρκοκύπριος ηγέτης χτίζει, βήμα προς βήμα, μια «νόμιμη» εικόνα της κατοχής πάνω στην περιουσία των προσφύγων, τα δικαιώματα της ελληνικής κοινότητας μετατρέπονται από αξίωση επιστροφής σε στατιστική αποζημιώσεων. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια διαπραγμάτευσης. Είναι ο πυρήνας του Κυπριακού για όσους ξεριζώθηκαν.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία