Αναλύσεις

Φλερτάρουν με νέα οικονομική κρίση μέσω Ρωσίας οι Ευρωπαίοι

Το ρίσκο των παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων, οι εγγυήσεις-παγίδα και ο φόβος συστημικού σοκ για το ευρώ και την ευρωπαϊκή οικονομία

Ως απάντηση στη στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η ΕΕ μέχρι στιγμής έχει υιοθετήσει 19 πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτών των τιμωρητικών μέτρων η ΕΕ έχει δεσμεύσει ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 210 δις ευρώ, ενώ έχει παγώσει ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας της ύψους περίπου 28 δις ευρώ. Τα δεσμευμένα κεφάλαια αρχικά περιελάμβαναν βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα, τίτλους με εγγυήσεις του Δημοσίου και καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ από αυτά, για την ενίσχυση της Ουκρανίας έχουν αξιοποιηθεί μόνο τα έκτακτα έσοδα, οι τόκοι δηλαδή από τα ληξιπρόθεσμα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, τα οποία τηρούνται στο κεντρικό αποθετήριο τίτλων Euroclear με έδρα τις Βρυξέλλες. Άρα μέχρι στιγμής το κεφάλαιο καθαυτό παραμένει τυπικά ανέγγιχτο.

Επειδή όμως οι τόκοι από τα κέρδη που παράγουν τα ρωσικά κεφάλαια δεν επαρκούν πλέον για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών για τη στήριξη της Ουκρανίας, οι συζητήσεις έχουν στραφεί στην αξιοποίηση των ιδίων των κεφαλαίων υπό τη μορφή δανείου αποζημιώσεων στην Ουκρανία. Όπως δήλωσε τον Σεπτέμβριο η Πρόεδρος της Ε. Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν:

«Πρέπει να εργαστούμε επειγόντως για μια νέα λύση για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας της Ουκρανίας με βάση τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία. Με τα χρηματικά υπόλοιπα που σχετίζονται με αυτά τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, μπορούμε να παράσχουμε στην Ουκρανία ένα δάνειο αποζημιώσεων».

Αυτή η πρόταση εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με απόφασή του, στην οποία επαναλάμβανε την έκκλησή του προς τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν άμεσα την πρόταση της Επιτροπής για χρήση όλων των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων ως βάση ενός δανείου προς την Ουκρανία, με την αποπληρωμή του να εξαρτάται από μελλοντική καταβολή αποζημιώσεων από τη Ρωσία. Στην ουσία η Επιτροπή θέλει να δημιουργήσει έναν μηχανισμό με τον οποίο θα συνάψει μια ειδικά διαμορφωμένη δανειακή σύμβαση με την Euroclear με μηδενικό επιτόκιο, βάσει της οποίας η Euroclear θα έχει απαίτηση έναντι του μηχανισμού όταν και εάν χρειαστεί να επιστρέψει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο μηχανισμός αυτός θα εξασφαλίζει κοινή, αμοιβαία ευθύνη της ΕΕ και των κρατών μελών για τη διασφάλιση της αποπληρωμής. Δηλαδή, η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα λειτουργούν ως εγγυητές σε περίπτωση που η υποχρέωση αποπληρωμής προς την Euroclear για το δάνειο στην Ουκρανία προκύψει χωρίς τη συνδρομή της Ρωσίας μέσω αποζημιώσεων. Με άλλα λόγια, όταν αρθούν οι κυρώσεις προς τη Ρωσία στα πλαίσια μιας συμφωνίας, στην οποία η ΕΕ πιθανότατα θα έχει περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη και η Ρωσία απαιτήσει τα κεφάλαια από την Euroclear, η Euroclear θα στραφεί προς τους εγγυητές της αποπληρωμής, την ΕΕ και τα κράτη μέλη της τα οποία θα επωμιστούν το κόστος από τον προϋπολογισμό.

Αυτό θ’ αποφευχθεί μόνο εάν σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας και λήξης του πολέμου η Ρωσία καταβάλει αποζημιώσεις στην Ουκρανία. Η πιθανότητα όμως η Ρωσία να καταβάλει αποζημιώσεις είναι μικρή, εφόσον η ίδια απορρίπτει επισήμως κάθε ευθύνη για την καταστροφή στην Ουκρανία και δεν υπάρχει μηχανισμός διεθνούς επιβολής. Συνεπώς, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ο Ευρωπαίος φορολογούμενος να έρθει ξαφνικά αντιμέτωπος με την υποχρέωση να επιστρέψει πίσω τα χρήματα στη Ρωσία. Γι’ αυτό και το Βέλγιο στο οποίο εδράζεται η Euroclear, και το οποίο κατέχει 13% από το μετοχικό κεφάλαιο της Euroclear, έχει εκφράσει σοβαρές ενστάσεις και έχει ζητήσει εγγυήσεις για συλλογική αντιμετώπιση των όποιων αντιποίνων από τη Ρωσία, με τον φόβο ότι αντιμετωπίζει δυσανάλογο κίνδυνο απέναντι σε νομικές προσφυγές, κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων εντός της Ρωσίας και διπλωματικές ή οικονομικές κυρώσεις.

Οι ενστάσεις του Βελγίου λοιπόν εδράζονται στη λογική ότι αν θα την πληρώσει κάποιος σε μεταγενέστερο στάδιο, είτε από ρωσικά αντίμετρα είτε από την ανάγκη αποπληρωμής που θα προκύψει μετά την αποδέσμευση, θα πρέπει να είναι η ΕΕ συλλογικά. Ακόμα και αν το Βέλγιο πάρει τις εγγυήσεις για κοινή αντιμετώπιση ρωσικών αντιμέτρων και εν τέλει ξεπεραστεί το εμπόδιο της ομοφωνίας για να προχωρήσει το δάνειο μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 18 Δεκεμβρίου, ο κίνδυνος οικονομικού κλυδωνισμού επεκτείνεται και στο άμεσο χρονικό διάστημα καθώς μια τέτοια κίνηση θα κλονίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Διότι ποιος εγγυάται στους ξένους επενδυτές ότι η ΕΕ δεν θα επαναλάβει ανάλογες πρακτικές στο μέλλον; Τι θα γίνει εάν ξένοι επενδυτές αποσύρουν μαζικά κεφάλαια από ευρωπαϊκά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως απείλησε ότι θα κάνει η Σαουδική Αραβία πέρυσι τον Ιούλιο με τη ρευστοποίηση των γαλλικών και άλλων ευρωπαϊκών ομολόγων αξίας δις δολαρίων που κατέχει, ενόψει περιόδου αυξανόμενου ανταγωνισμού; Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει κατά της κατάσχεσης, επικαλούμενη τη ζημιά που θα μπορούσε να προκαλέσει στο καθεστώς του ευρώ ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος.

«Δεν είναι δική μου απόφαση, αλλά θα είναι οι ηγέτες που θ’ αποφασίσουν αν υπάρχει κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αστάθειας, επειδή ένα βασικό σημείο του χρηματοπιστωτικού δικτύου στο οποίο λειτουργούμε, δηλαδή το Euroclear, βρίσκεται σε κίνδυνο. Είναι καθήκον μας να το πούμε. Το δεύτερο καθήκον που έχουμε είναι να ελέγξουμε ότι το διεθνές δίκαιο τηρείται, γιατί είναι θέμα εμπιστοσύνης στην οικονομική μας περιοχή, στο νόμισμά μας», τόνισε η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, προσθέτοντας ότι «η μεγάλη μου ελπίδα είναι ότι θα βοηθήσουμε την Ουκρανία, ότι θα βοηθήσουμε στη χρηματοδότησή της, αλλά χωρίς να παρακάμψουμε τη συνθήκη και χωρίς να παρακάμψουμε την επιτακτική ανάγκη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας».

Στην ίδια γραμμή κινούνται και οι δηλώσεις του ΥΠΕΞ του Βελγίου, Μαξίμ Πρεβό, σύμφωνα με τον οποίο «μια τέτοια κατάσχεση, υποκινούμενη από πολιτική απόφαση και όχι από νομική ή δικαστική, θα ήταν πιθανό να προκαλέσει ένα τρομερό συστημικό σοκ σε όλες τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, θα κατάφερνε ένα σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία του ευρώ, και συνεπώς θα είχε εξαιρετικά προβληματικές αλυσιδωτές συνέπειες».

Μια γενικευμένη απώλεια εμπιστοσύνης στο ευρώ θα μπορούσε να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις και στην ασφάλεια της περιοχής, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για τις ήδη υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της Ευρωζώνης ακριβώς τη στιγμή που επιδιώκουν ν’ αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Με άλλα λόγια, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο δημοσιονομικός, αλλά και συστημικός, επηρεάζοντας σοβαρά την ευρωπαϊκή οικονομία.