Απόψεις Πολιτικής

H γραμμή Χριστοδουλίδη συνεχίζει 50ετή πορεία υποχωρήσεων υπό άλλο λεξιλόγιο

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα ΜΟΕ και η βιασύνη για συνομιλίες πάσχει από κάτι απλό αλλά θανατηφόρο για τη δημοκρατία μας ζητούν να εμπιστευθούμε μια πολιτική γραμμή χωρίς καθαρό διαπραγμάτευση “δίνω–παίρνω”. Κι αν ρωτήσουμε «τι πήραμε;», ακούμε περί “κεκτημένου”, “ευρωπαϊκών αρχών” και “επανεκκίνησης της διαδικασίας”.
Η κοινωνία όμως δικαιούται να ξέρει. Γιατί κάθε φορά που η κυβέρνηση «δείχνει καλή θέληση», χωρίς ταυτόχρονη μετρήσιμη εξασφάλιση, το αποτέλεσμα είναι ένα: οι τετελεσμένες καταστάσεις της κατοχής σταθεροποιούνται, αποκτούν “κανονικότητα” και τελικά γίνονται η νέα βάση διαπραγμάτευσης.

Το Πλαίσιο Γκουτέρες (τα γνωστά «έξι σημεία» του Κρανς-Μοντάνα) δεν είναι υπογεγραμμένη συνθήκη και δεν δεσμεύει νομικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι πολιτική πρόταση, σημείο αναφοράς του ΓΓ του ΟΗΕ, που όμως έχει τεράστιο πολιτικό βάρος. όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι «συνεχίζουμε από εκεί που μείναμε», ουσιαστικά αποδέχεται ότι το Πλαίσιο Γκουτέρες είναι η γραμμή που θα ακολουθήσει κάθε νέα πρωτοβουλία. Αυτό σημαίνει ότι δεχόμαστε εκ προοιμίου τα όρια που έθεσε τότε η Άγκυρα, συμπεριλαμβανομένης της “πολιτικής ισότητας” όπως την ερμηνεύει η τουρκική πλευρά. Ο Τσαβούσογλου απέσυρε τον χάρτη που κατέθεσε στο Κρανς Μοντανά. Οι δικοί μας γιατί δεσμεύονται τόσο πρόθυμα;

Η επίκληση του λεγόμενου “κεκτημένου” είναι το άλλο μόνιμο τέχνασμα. Χρησιμοποιείται σε δύο επίπεδα:
(α) ως κεκτημένο των διαπραγματεύσεων, δηλαδή «ό,τι έχουμε ήδη συμφωνήσει να μην το ξανανοίγουμε», παρά το ότι η αναφορά “τίποτα δεν συμφωνείτε αν δεν συμφωνηθούν όλα” είναι νομικά έγκυρη και θα μπορούσε η κυβέρνηση να το χρησιμοποιήσει χωρίς αρνητικές συνέπειες.
(β) ως ευρωπαϊκό κεκτημένο, που δήθεν εξασφαλίζει ότι μια μελλοντική λύση θα είναι “σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές αρχές”.
Το δεύτερο χρησιμοποιείται ως ψυχολογικό παραπέτασμα που λειτουργεί ενάντια στο συμφέρον της ελληνικής κοινότητας“μην ανησυχείτε, είναι ευρωπαϊκό, άρα ασφαλές”.
Μόνο που ποτέ δεν έχει παρουσιαστεί ποια συγκεκριμένα άρθρα, ποιες ρήτρες ή ποιοι μηχανισμοί της ΕΕ θα εμποδίσουν μια λύση με μόνιμες παρεκκλίσεις από τα θεμελιώδη δικαιώματα. Κι έτσι, το “ευρωπαϊκό” γίνεται άλλοθι και για μελλοντικές πολιτικές υποχωρήσεις.

Η πιο χαρακτηριστική πρόσφατη πράξη αυτής της λογικής είναι το θέμα του χαλλουμιού. Παρουσιάστηκε ως “Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης”, ως “πραγματιστικό βήμα” που θα “διευκολύνει το κλίμα”.
Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη: το Χαλλούμι (και ως Hellim) (λες και είναι κοινό δημιούργημα) κατοχυρώθηκε ως προϊόν ΠΟΠ στην ΕΕ τον Απρίλιο του 2021, επί προηγούμενης διακυβέρνησης, με συνοδευτικό κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για δυνατότητα εμπορίας και από την Τ/κ κοινότητα υπό προϋποθέσεις.
Το 2023 ανακοινώθηκε ότι ο πρώτος Τ/κ παραγωγός έλαβε πιστοποίηση ΠΟΠ, ενώ η Επιτροπή παρουσίασε ως “πρόοδο” την ενίσχυση της τεχνικής επιτροπής που θα επιβλέπει το εμπόριο μέσω της Πράσινης Γραμμής.
Αυτό δεν είναι ελληνικό παραμύθι. Είναι γεγονός που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν “έδωσε” ο Πρόεδρος το χαλλούμι· είναι αν διαπραγματεύτηκε και τι αντάλλαγμα απέσπασε. Γιατί όταν παρουσιάζεται η εμπορική αξιοποίηση ενός προϊόντος ως “ΜΟΕ”, χωρίς να αναφέρεται το ισοζύγιο ανταλλαγμάτων, τότε το μέτρο λειτουργεί ως μονόπλευρη διευκόλυνση της κράτους μαριονέττα, η οποία αποκτά και οικονομικά και συμβολικά οφέλη, δηλαδή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, νομιμοποίηση λειτουργίας, και προβολή “ισότητας” δύο οντοτήτων εντός ΕΕ.

Η ουσία είναι πολιτική: κανένα μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης δεν είναι ουδέτερο.
Όταν η μία πλευρά τελεί υπό κατοχή και η άλλη ελέγχει τα διεθνή κανάλια, κάθε “τεχνική διευκόλυνση” μεταφράζεται σε ενίσχυση του στάτους κβο. Οι ροές, οι συναλλαγές, οι συνήθειες διαμορφώνουν νέα πραγματικότητα πριν καν υπάρξει συμφωνία.
Με κάθε νέα διέλευση, κάθε νέο εμπορικό κανάλι, κάθε “συνεργασία τεχνικής επιτροπής”, το μήνυμα που περνά είναι απλό. “Η κατοχή μπορεί να παραμείνει, αρκεί να λειτουργεί πρακτικά”.
Κι έτσι η πολιτική ίση μεταχείριση των δύο κοινοτήτων στο τραπέζι του ΟΗΕ μετατρέπεται, σιγά-σιγά, σε ισοτιμία δύο κρατικών οντοτήτων στο πεδίο της πράξης.

Η ιστορική διαδρομή δείχνει ότι τίποτε από αυτά δεν είναι τυχαίο.
Στις 12 Ιουλίου 1974, ο Ντενκτάς ζήτησε για πρώτη φορά δημόσια τη “διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία”.
Στις 16 Αυγούστου 1974, το Φόρεϊν Όφις κατέγραψε επίσημα τη θέση αυτή ως «ρεαλιστική βάση για επίλυση».
Στις 6 Νοεμβρίου 1974, ο Γλαύκος Κληρίδης, μιλώντας στη γκαλερί “Αργώ”, δήλωσε ανοιχτός στη “γεωγραφική ομοσπονδία”, προκαλώντας τότε δημόσια συγχαρητήρια από τον Βρετανό υπ. εξωτερικών Γκάλαχαν.
Ο ίδιος ο Μακάριος, έναν μήνα νωρίτερα, είχε σταθεί κάθετα απέναντι σε αυτό το σχήμα.
Στην ομιλία του στον ΟΗΕ, στις 2 Οκτωβρίου 1974, είπε ρητά:
«Ουδέν επιχείρημα δύναται να δικαιολογήσει την απαίτηση της Τουρκίας για γεωγραφική ομοσπονδία, η οποία θα είναι απάνθρωπος και θα φέρει αλλαγή στον χαρακτήρα της Κύπρου.»
Κι όμως, μέσα σε δύο χρόνια, η “γεωγραφική ομοσπονδία” έγινε ο κοινός παρονομαστής των συνομιλιών.
Το 2002, ο τότε Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος αποκάλυψε στη Σημερινή ότι ο ίδιος υπέβαλε πρόταση για “διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με χάρτη”, όχι ως εκτελεστής αποφάσεων, αλλά ως προεδρεύων της επιτροπής που συνέταξε τις προτάσεις, σε συνεννόηση με τον Μακάριο.
Και το 2004, μετά το δημοψήφισμα, έστειλε επιστολή στον ΓΓ του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, στην οποία επανέλαβε “τη δέσμευση του λαού μου για λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας”.
Δύο χρόνια πριν πεθάνει, στις 8 Ιουλίου 2006, υπέγραψε με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ τη λεγόμενη “Δέσμη Αρχών”, που επιβεβαίωνε τη ΔΔΟ ως αποκλειστική βάση διαπραγμάτευσης. (σσ.οι πληροφορίες από το βιβλίο της ερευνήτριας Φ. Αργυρού Δημοκρατία vs Ομοσποπονδία).
Από τότε, κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος, κινείται μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο, χωρίς ποτέ να θέσει σε ουσιαστική αμφισβήτηση τη βιωσιμότητά του.

Έτσι, φτάνουμε στο σήμερα, όπου η γραμμή Χριστοδουλίδη δεν διαφέρει επί της ουσίας· απλώς τηρεί έναν πιο επικοινωνιακό τόνο “ευρωπαϊσμού” και “ρεαλισμού”.
Η ταχύτητα με την οποία επεδίωξε συνάντηση με τον Τουφάν Ερχιουρμάν και η έμφαση στα “τεχνικά ΜΟΕ” δείχνουν πολιτική τρεμούρα: να εμφανιστεί “ενεργός”, “κινητικός”, “ρεαλιστής”, την ώρα που επί της ουσίας η άλλη πλευρά ούτε καν συζητά αλλαγή στάσης για τον ΟΗΕ, τους αγνοουμένους ή την παρουσία στρατευμάτων. Γιατί βιάζονται τόσο να φέρουν αυτήν τη λύση αφού αυτή είναι τόσο άδικη, με φυλετικές διακρίσεις και καταπάτηση των δικαιωμάτων μας;

Ο Ερχιουρμάν έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι θεωρεί δεδομένο το “δύο κυρίαρχα συνιστώντα κράτη” και ταυτόχρονα απορρίπτει ακόμα και συμβολικά βήματα “κοινής κυριαρχίας”.
Κι όμως, η κυβέρνηση συνεχίζει να δίνει παραχωρήσεις που είναι υποχωρίσεις στο όνομα του “κλίματος”.

Αυτό δεν είναι πολιτική εξωτερικών σχέσεων· είναι παθητική διαχείριση τετελεσμένων.
Η κατοχή δεν κανονικοποιείται με συνθήκη, κανονικοποιείται με αδιαφορία.
Κάθε “τεχνική επιτροπή”, κάθε “διευκόλυνση διελεύσεων”, κάθε “συνεργασία για πρακτικά ζητήματα” παγιώνει την ιδέα ότι δύο παράλληλες διοικήσεις μπορούν να συνυπάρχουν επ’ αόριστον, με ευρωπαϊκή ανοχή.
Αυτό σημαίνει de facto συνομοσπονδία χωρίς υπογραφή.

Η πολιτική ευθύνη του Προέδρου είναι συγκεκριμένη. Πρέπει να παρουσιάσει στο κοινό έναν καθαρό απολογισμό.
Για κάθε ΜΟΕ, ποιο είναι το όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ποιο για την Ελληνική κοινότητα; Ποια είναι η πρόοδος σε θέματα που καίνε —αγνοούμενοι, πρόσβαση σε περιουσίες, ανθρώπινα δικαιώματα, σεβασμός στα ευρωπαϊκά ψηφίσματα;
Αν δεν υπάρχει μετρήσιμη πρόοδος, τότε η “κινητικότητα” δεν είναι επιτυχία, είναι διολίσθηση.

Η αλήθεια είναι ότι το κυπριακό πρόβλημα, μετά από πενήντα χρόνια, δεν πάσχει από έλλειψη συνομιλιών. Πάσχει από έλλειψη εθνικής στρατηγικής.
Όταν το πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει την κατοχή ως “παγωμένη διένεξη” που απλώς χρειάζεται “διαχείριση” και “θετικό αφήγημα”, τότε η αποδοχή της ήττας μεταμφιέζεται σε “ρεαλισμό”.
Και όταν οι κυβερνήσεις αποφεύγουν να ενημερώνουν πλήρως τον λαό για το περιεχόμενο των συνομιλιών, επικαλούμενες “ευαισθησία”, αυτό δεν είναι διπλωματία. Είναι αποκλεισμός της κοινωνίας από το ίδιο της το μέλλον.

Αν κάτι διδάσκει η ιστορική συνέχεια από το 1974 ως σήμερα, είναι ότι κάθε μικρή υποχώρηση παρουσιάστηκε ως “βήμα λογικής”, και κάθε “βήμα λογικής” μάς έφερε πιο κοντά στη διχοτόμηση.
Από τη γεωγραφική ομοσπονδία του Κληρίδη, στη “διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία” του Παπαδόπουλου, και τώρα στα “ΜΟΕ για διευκόλυνση καθημερινότητας”, το μοτίβο είναι σταθερό Η κατοχή εξελίσσεται και οι πολιτικοί μας προσπαθούν να μας πείσουν.

Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να σταματήσει να λειτουργεί σαν διαχειριστής τετελεσμένων.
Αν τα ΜΟΕ, το “κεκτημένο” και η βιασύνη για συνομιλίες δεν συνοδεύονται από σαφή αντάλλαγμα και εθνική στρατηγική, τότε το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Η ομαλοποίηση της κατοχής με ευρωπαϊκή σφραγίδα.
Και τότε, δεν θα χρειαστεί νέα εισβολή για να χαθεί η Κύπρος. Θα έχει χαθεί σιωπηλά, μέσα σε ανακοινώσεις “καλής θέλησης” και “τεχνικής προόδου”.

*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία