Σκιά διαφθοράς πάνω από τις Βρυξέλλες: Το σκάνδαλο Μογκερίνι και το αίτημα για πραγματική λογοδοσία
Είναι επαρκείς οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου ανώτατων αξιωματούχων της Ένωσης;
Το νέο σκάνδαλο στους κόλπους της ΕΕ ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία σε μια περίοδο έξαρσης του λαϊκισμού και έντονης αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών θεσμών. Όταν, μάλιστα, σε αυτό το σκάνδαλο «πρωταγωνιστεί» η πρώην επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Φεντερίκα Μογκερίνι, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε το πλήγμα που δέχεται η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανακοίνωσε ότι έχει «ισχυρές υποψίες» πως η διαδικασία υποβολής προσφορών το 2021-2022 για την ίδρυση διπλωματικής ακαδημίας, που θα συνδέεται με το Κολέγιο της Ευρώπης, όπου η Μογκερίνι είναι πρύτανης, δεν υπήρξε δίκαιη.
Η νέα αυτή «περιπέτεια», η οποία έρχεται λίγο καιρό μετά το σκάνδαλο Qatargate με την πρώην Αντιπρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Εύα Καϊλή, επαναφέρει την «ιδέα» ότι «η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται». Την ώρα που η ΕΕ πιέζει χώρες τόσο εντός όσο και εκτός του μπλοκ για εσωτερικές τους υποθέσεις και σκάνδαλα διαφθοράς. Μάλιστα, οι τελευταίες αποκαλύψεις είναι πολύ πιο επικίνδυνες, δεδομένου του υψηλού προφίλ των υπόπτων και της σοβαρότητας της υπόθεσης σε βάρος τους.
Με αφορμή αυτές τις αποκαλύψεις, κατά τη σύνοδο της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο ρωτήσαμε τους Κύπριους ευρωβουλευτές εάν οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου ανώτατων αξιωματούχων της Ένωσης κρίνονται επαρκείς και εάν προτίθενται να προχωρήσουν άμεσα στην ενίσχυση των μηχανισμών αυτών.
Λουκάς Φουρλάς: Το «ξεκαθάρισμα» δείχνει ποιος είναι ποιος και έτσι δεν μπαίνουμε όλοι στο ίδιο καλάθι
Απέναντι σε σοβαρές δημόσιες αναφορές και καταγγελίες που αφορούν πρόσωπα τα οποία υπηρέτησαν ή υπηρετούν σε κορυφαίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με υπεκφυγές ούτε με σιωπή. Η λογοδοσία δεν είναι πολιτική πολυτέλεια. Είναι θεμέλιο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και βασική προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί ελέγχου ανώτατων αξιωματούχων της ΕΕ υπάρχουν. Είναι οι κώδικες δεοντολογίας, επιτροπές ηθικής, κοινοβουλευτικός έλεγχος. Ωστόσο, η ουσία του ερωτήματος είναι αν αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν με την απαιτούμενη ανεξαρτησία, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα ή αν, στην πράξη, αποδεικνύονται ανεπαρκείς όταν καλούνται να αγγίξουν πρόσωπα με πολιτικό βάρος και επιρροή. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οφείλει, και πιστεύω ότι μπορεί, να διαδραματίσει πιο ενεργό και αποφασιστικό ρόλο. Η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, η αυστηροποίηση των κανόνων σύγκρουσης συμφερόντων, η πραγματική ανεξαρτησία των επιτροπών δεοντολογίας και η δυνατότητα ουσιαστικών κυρώσεων δεν πρέπει ν’ αποτελούν αντικείμενο συζήτησης «κάποια στιγμή στο μέλλον», αλλά άμεση πολιτική προτεραιότητα.
Η αδράνεια, σε τέτοια ζητήματα, δεν είναι ουδέτερη στάση. Εκλαμβάνεται δικαίως από τους πολίτες ως ανοχή ή αποδοχή ενός συστήματος περιορισμένης ευθύνης για την πολιτική ηγεσία της Ένωσης. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε. Αν θέλουμε μια Ευρώπη που να μιλά με αξιοπιστία για κράτος δικαίου, διαφάνεια και δημοκρατικές αξίες, τότε οφείλουμε πρώτα να τα εφαρμόζουμε με αυστηρότητα στο ίδιο μας το σπίτι.
Και εδώ θέλω να αναφέρω ότι η διαφθορά δεν είναι κυπριακό, γερμανικό, ισπανικό ή ευρωπαϊκό φαινόμενο. Δεν γνωρίζει σύνορα. Οι πολίτες οφείλουν να επιλέγουν ανθρώπους οι οποίοι είναι άξιοι εμπιστοσύνης και οι Θεσμοί οφείλουν να θεσπίζουν κανόνες, νόμους και να δημιουργούν αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας.
Είναι προς όφελος όλων, καθώς το «ξεκαθάρισμα» δείχνει ποιος είναι ποιος και έτσι δεν μπαίνουμε όλοι στο ίδιο καλάθι.
Μιχάλης Χατζηπαντέλα: Καμία ανοχή απέναντι στη διαφθορά και πλήρης δέσμευση για θεσμική λογοδοσία
Η υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας με την πρώην Αντιπρόεδρο/Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι, αφορά πρωτίστως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αποτελεί διακριτό θεσμικό όργανο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Επιτροπή φέρει την πρωταρχική ευθύνη για τη διαχείριση και εποπτεία των εσωτερικών της διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης και διερεύνησης περιπτώσεων διαφθοράς ή κακής διαχείρισης σε ανώτερα επίπεδα. Εναπόκειται, επομένως, σε αυτήν να διασφαλίσει ότι οι μηχανισμοί ελέγχου και εποπτείας λειτουργούν αποτελεσματικά, με πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία απέναντι στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να μείνει αδιάφορο απέναντι σε φαινόμενα που απειλούν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αντιθέτως, και ιδιαίτερα μετά το σκάνδαλο “Qatargate” του 2022, προχώρησε στην ενίσχυση του θεσμικού του πλαισίου για τη διαφάνεια και την ακεραιότητα. Μεταξύ των μέτρων που υιοθετήθηκαν συγκαταλέγονται η ενίσχυση των δηλώσεων συμφερόντων των ευρωβουλευτών, η αυστηροποίηση των κανόνων για τη συνδιαλλαγή με ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και η προτεινόμενη δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα δεοντολογίας, υπεύθυνου για αξιωματούχους σε όλα τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
Παράλληλα, το Κοινοβούλιο εξακολουθεί να ασκεί πολιτική πίεση για την υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού πλαισίου κατά της διαφθοράς, και για ενισχυμένο ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα παραμένει σταθερά προσηλωμένο στην πάταξη κάθε είδους διαφθοράς και είναι έτοιμο να στηρίξει πολιτικά ριζοσπαστικές λύσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.
Κλείνοντας, η στάση μας είναι σαφής και αδιαπραγμάτευτη. Καμία ανοχή απέναντι στη διαφθορά και πλήρης δέσμευση για θεσμική λογοδοσία και ενίσχυση της διαφάνειας σε όλα τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιώργος Γεωργίου: Δεν αποτελεί απλώς μια «ατομική αποτυχία», αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής αδυναμίας
Οι πρόσφατες πληροφορίες για την υπόθεση της πρώην Υπάτης Εκπροσώπου, Φ. Μογκερίνι, η οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες για διαφθορά, σύγκρουση συμφερόντων και παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου σε σχέση με διαγωνισμό για την Ενωσιακή Διπλωματική Ακαδημία, προκαλούν σοβαρές ανησυχίες τόσο για την ακεραιότητα των διαδικασιών της ΕΕ όσο και για την επάρκεια των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζονται για την ευθύνη των ανώτατων αξιωματούχων μας.
Ως ομάδα της Ευρωπαϊκής ενωτικής Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο ανέκαθεν είχαμε κριτική στάση και εκφράζαμε έντονους προβληματισμούς για τα θέματα διαφάνειας και πολιτικής ευθύνης των υψηλόβαθμων αξιωματούχων της ΕΕ. Εξ ου και αποφασίσαμε να καταθέσουμε πρόταση μομφής και για την ηγεσία της Κομισιόν.
Η νέα υπόθεση Μογκερίνι αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής αδυναμίας και επιβεβαιώνει, εκ νέου, τον προβληματισμό μας για την επάρκεια των υπαρχουσών μηχανισμών λογοδοσίας, καθώς και για τις αθέμιτες πρακτικές που αναπτύσσονται στα υψηλότερα πολιτικά κλιμάκια της ΕΕ.
Ορισμένοι μηχανισμοί ελέγχου υπάρχουν (π.χ. η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και η ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), αλλά, στην πράξη, αυτά τα εργαλεία λειτουργούν αποσπασματικά, χωρίς αποτελεσματική πρόληψη ή διαρκή προληπτικό έλεγχο.
Εξάλλου είχαμε και τα προηγούμενα παραδείγματα του Qatargate αλλά και το σκάνδαλο των εμβολίων, στο οποίο εμπλεκόταν η ίδια η Πρόεδρος της Κομισιόν, για τα οποία δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα.
Με το άκουσμα των πληροφοριών για τη Μογκερίνι, η αντίδραση των Θεσμών ήταν μάλλον αμυντική παρά μεταρρυθμιστική. Η αδράνεια που επιδεικνύεται δεν είναι ουδέτερη, αλλά αποτελεί ξεκάθαρη πολιτική επιλογή. Η σιωπή συνιστά αποδοχή ενός συστήματος με περιορισμένη ευθύνη για την πολιτική ηγεσία.
Η υπόθεση Μογκερίνι δεν αποτελεί απλώς μια «ατομική αποτυχία», αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής αδυναμίας. Αποτελεί δείγμα μιας ευρωπαϊκής ηγεσίας που θέτει τα δικά της συμφέροντα πάνω από τις ανάγκες των πολιτών.
Γεάδης Γεάδη: Ν’ ανοίξει ο φάκελος του «Turkishgate»
Όσα είδαν το φως της δημοσιότητας με τη σύλληψη της σοσιαλίστριας πρώην Αντιπροέδρου της Επιτροπής, Φεντερίκα Μογκερίνι, σε συνδυασμό με το ακόμη νωπό σκάνδαλο του Qatargate, δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα «ατυχή περιστατικά». Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε ότι όλες οι υποθέσεις συνδέονται πολιτικά με τον ίδιο ιδεολογικό χώρο των Σοσιαλδημοκρατών, γεγονός που θα πρέπει να προβληματίσει έντονα. Υπάρχουν φυσικά πολιτικές ευθύνες, αφού η διαχρονική ανοχή στα σκάνδαλα και η απουσία λογοδοσίας είναι αυτές που έστρωσαν τον δρόμο να γινόμαστε μάρτυρες σε υποθέσεις διαφθοράς.
Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να βλέπουμε το ποτήρι μισοάδειο. Το γεγονός ότι βγαίνουν προς τα έξω όλα αυτά τα σκάνδαλα αποδεικνύει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν στερείται μηχανισμών ελέγχου και οφείλουμε να πούμε την αλήθεια, για να εμποδίσουμε την απαξίωση και ειδικότερα την εργαλειοποίηση για συλλογική απαξίωση των ευρωπαϊκών θεσμών. Δεν θεωρώ σωστή τη λογική της ισοπέδωσης, ότι «όλοι είναι οι ίδιοι» ή ότι «δεν λειτουργεί τίποτα», διότι ένα τέτοιο αφήγημα εξυπηρετεί μόνο τον λαϊκισμό και ξανά την απαξίωση και οδηγεί σε δυσάρεστα και καταστροφικά φαινόμενα. Υπάρχουν ευρωβουλευτές που εργάζονται σοβαρά, παράγουν νομοθετικό έργο και υπερασπίζονται υπεύθυνα αυτούς που τους επέλεξαν για να τους αντιπροσωπεύουν. Αυτήν τη διάκριση οφείλουμε να την κάνουμε καθαρά, αν πράγματι μας ενδιαφέρει η ουσιαστική λογοδοσία και όχι τα κούφια λόγια.
Δυστυχώς, όλες αυτές οι υποθέσεις διαφθοράς είναι γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας επηρεάζουν αρνητικά το έργο όλων αυτών που με τιμιότητα, υπευθυνότητα και σοβαρότητα προσπαθούν να επιτελέσουν το έργο τους στο ακέραιο, σεβόμενοι τη βούληση του κυρίαρχου λαού. Κλείνοντας, οφείλω να υπογραμμίσω ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Αντιθέτως, χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση της προσωπικής λογοδοσίας των ανώτατων αξιωματούχων, αυστηρότερη εποπτεία που θα συνδυαστεί με σαφέστερους κανόνες για τις σχέσεις τους με οργανώσεις και τρίτα κράτη. Σε αυτό το πλαίσιο, αιτήθηκα με σχετική τροπολογία στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπως ανοίξει αντίστοιχος φάκελος με το Qatargate, που να αφορά το Turkishgate, δηλαδή τις τουρκικές χρηματικές και άλλες παρεμβάσεις σε Ευρωπαίους αξιωματούχους.