Αναλύσεις

Τι σχεδίαζε και τι έπραξε ο Γκουτέρες

Η πρόσφατη επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο αποτέλεσε την πιο σοβαρή διπλωματική παρέμβαση των Ηνωμένων Εθνών μετά το αδιέξοδο του Κρανς Μοντανά. Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στις δημόσιες δηλώσεις, αλλά κυρίως σε όσα προηγήθηκαν παρασκηνιακά, στις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν και, τελικά, σε όσα ο ίδιος επέλεξε να μην προωθήσει δημόσια.

Οι προθέσεις Γουτέρες

Με βάση τις μέχρι σήμερα αξιόπιστες πληροφορίες από τον ΟΗΕ, διεθνή πρακτορεία, ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές, δεξαμενές σκέψης και την εξέλιξη των γεγονότων, προκύπτει μια αρκετά σαφής εικόνα. Ο Γκουτέρες μετέβη στην Κύπρο έχοντας εξετάσει το ενδεχόμενο μιας πολύ πιο φιλόδοξης πολιτικής πρωτοβουλίας από εκείνη που τελικά ανακοίνωσε. Ωστόσο, διαπιστώνοντας ότι οι πολιτικές προϋποθέσεις δεν είχαν ακόμη ωριμάσει, επέλεξε μια σταδιακή στρατηγική αντί ενός μεγάλου διαπραγματευτικού άλματος, ενώ τροχοδρόμησε την ετοιμασία από τον ΟΗΕ επίσημου εγγράφου όπου θα καταγράφονται οι συγκλίσεις ώστε να αποτελέσει γνώμονα για τη συνέχεια.

Η πρώτη παρατήρηση αφορά τον πραγματικό στόχο της αποστολής. Αντίθετα με ορισμένες δημόσιες εκτιμήσεις, ο Γενικός Γραμματέας δεν επισκέφθηκε την Κύπρο απλώς για μια συμβολική επίσκεψη καλής θέλησης. Η ίδια η επιλογή να πραγματοποιήσει την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στο νησί ως Γενικός Γραμματέας, λίγους μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του, δείχνει ότι επιδίωκε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ιστορική επανεκκίνηση της διαδικασίας.

Οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν πριν από την άφιξή του περί ύπαρξης ενός άτυπου πλαισίου ιδεών δεν επιβεβαιώθηκαν επισήμως από τον ΟΗΕ, όμως ούτε διαψεύστηκαν πλήρως ως προς την ουσία τους. Αντίθετα, διεθνείς διπλωματικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι είχε προηγηθεί σημαντική επεξεργασία πιθανών γεφυρωτικών προτάσεων για τη μεθοδολογία, τος συγκλίσεις, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και τον τρόπο επανέναρξης των συνομιλιών.

Η βασική επιδίωξη φαίνεται ότι ήταν η δημιουργία μιας νέας διαδικασίας που δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη του Κρανς Μοντανά. Ο Γκουτέρες γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε ότι μια ακόμη αποτυχία θα υπονόμευε οριστικά τη διαμεσολαβητική αξιοπιστία του ΟΗΕ. Για τον λόγο αυτό φαίνεται να επεδίωκε ένα μοντέλο «προετοιμασμένης διαπραγμάτευσης», όπου πρώτα θα συμφωνούνταν η μεθοδολογία, οι πολιτικές συγκλίσεις και οι εγγυήσεις επιτυχίας και μόνο στη συνέχεια θα συγκαλούνταν πλήρης διάσκεψη.

Η ουσία της επιδιωκόμενης λύσης δεν φαίνεται να διαφοροποιήθηκε από το καθιερωμένο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Ο ίδιος επανέλαβε έμμεσα ότι βάση παραμένουν τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, δηλαδή η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Δεν υπήρξε καμιά ένδειξη αποδοχής λύσης δύο κρατών, παρά τη συνεχιζόμενη τουρκική θέση των τελευταίων ετών.

Έμφαση σε τρεις παραμέτρους

Η πρόθεση της πρωτοβουλίας Γκουτέρες ήταν να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση σε τρεις παραμέτρους.

Πρώτον, στη σταδιακή εφαρμογή συμφωνημένων μέτρων εμπιστοσύνης πριν από τη συνολική λύση.

Δεύτερον, λύση με βάση τα ψηφίσματα και αποφάσεις του ΟΗΕ, το διαπραγματευτικό κεκτημένο και τις επιτευχθείσες συγκλίσεις.

Τρίτον, στη δημιουργία ενός σαφούς χρονοδιαγράμματος με συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις όλων των εμπλεκομένων.

Τέταρτον, στην ενεργότερη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παράγοντα εφαρμογής μιας μελλοντικής συμφωνίας.

Γιατί δεν υλοποιήθηκε

Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η προσέγγιση δεν υλοποιήθηκε τελικά. Η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό τεσσάρων κρίσιμων παραγόντων.

Πρώτος παράγοντας ήταν η διαπίστωση ότι εξακολουθεί να απουσιάζει πλήρης κοινή αντίληψη ακόμη και για το σημείο εκκίνησης των συνομιλιών. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει στην επανέναρξη από το σημείο όπου διακόπηκαν οι συνομιλίες του 2017, ενώ η τουρκοκυπριακή και κυρίως η Άγκυρα επιδιώκουν διαφορετική αφετηρία με ιδιαίτερη έμφαση στην κυριαρχική ισότητα και στην πολιτική ισότητα όπως οι ίδιες την αντιλαμβάνονται και όχι όπως την καθορίζουν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ.

Δεύτερος παράγοντας ήταν η Τουρκία. Παρά τη σχετική βελτίωση του γενικότερου κλίματος στις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, η Άγκυρα δεν έδωσε σαφή ένδειξη ότι εγκαταλείπει τις βασικές στρατηγικές της θέσεις στο Κυπριακό. Η επιλογή του Γκουτέρες να αποφύγει μια δημόσια σύγκρουση με την τουρκική πλευρά ήταν προφανώς συνειδητή.

Τρίτος παράγοντας ήταν η νέα ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν δημιούργησε σαφώς πιο θετικό πολιτικό περιβάλλον σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, χωρίς όμως να εξαλείψει τις στρατηγικές διαφορές της Άγκυρας, ούτε να δημιουργήσει αυτόματα κοινό πλαίσιο διαπραγμάτευσης.

Τέταρτος παράγοντας ήταν το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον. Η Μέση Ανατολή, η Ουκρανία, οι σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας και η αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου καθιστούν το Κυπριακό πλέον μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου στρατηγικού πλαισίου. Ο Γκουτέρες γνωρίζει ότι οποιαδήποτε λύση πρέπει να είναι αποδεκτή όχι μόνο από τις δύο κοινότητες αλλά και από όλους τους βασικούς διεθνείς δρώντες.

Έτσι εξηγείται γιατί τελικά προώθησε και ανακοίνωσε κάτι σαφώς πιο περιορισμένο από ό,τι αρχικά αναμενόταν.

Διαδικασία προετοιμασίας της 5+1

Αντί να παρουσιάσει ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση, ανακοίνωσε ουσιαστικά μια διαδικασία συνέχισης της προετοιμασίας με στόχο νέα πολυμερή συνάντηση «5+1», αφού προηγηθεί επαρκής εργασία πάνω στη μεθοδολογία, στα μέτρα εμπιστοσύνης και στην ουσία των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική διπλωματική επιλογή του ΟΗΕ όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν ακόμη τελική πρωτοβουλία. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί αποτυχία. Αντίθετα, δείχνει ότι ο Γκουτέρες επέλεξε να διαφυλάξει το πολιτικό κεφάλαιο του ΟΗΕ αντί να οδηγηθεί σε ένα ακόμη αδιέξοδο.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εγκατάλειψη της ομοσπονδιακής βάσης λύσης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αρκετοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι ίσως επιχειρούσε μια πιο δημιουργική ερμηνεία των μέχρι σήμερα παραμέτρων. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Η επόμενη μέρα

Τι σημαίνει αυτό για την επόμενη ημέρα; Η πιθανότερη εξέλιξη είναι ότι θα ακολουθήσει περίοδος εντατικής διπλωματικής κινητικότητας χαμηλής δημοσιότητας. Ο ΟΗΕ θα επιχειρήσει να διαμορφώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σύγκλιση πριν από οποιαδήποτε νέα διεθνή διάσκεψη. Παράλληλα, θα συνεχιστεί η προσπάθεια εφαρμογής μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και συναντίληψη επί του διαπραγματευτικού κεκτημένου και των συγκλήσεων που μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερο πολιτικό κλίμα και προϋποθέσεις επιτυχίας.

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Η ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ευρωτουρκικές σχέσεις και οι εξελίξεις στην περιφερειακή ασφάλεια αυξάνουν τη γεωπολιτική αξία μιας ενδεχόμενης λύσης του Κυπριακού. Ταυτόχρονα, θα ελέγχει τη συμβατότητα των συγκλίσεων με το κοινοτικό κεκτημένο και το εν γένει ευρωπαϊκό δίκαιο.

Ωστόσο, η βασική δυσκολία παραμένει αμετάβλητη. Δεν αφορά πλέον μόνο τις τεχνικές πτυχές μιας συμφωνίας, αλλά κυρίως την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την συναντίληψη και την πολιτική βούληση των εμπλεκομένων για μια ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία.

Ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι ο Γκουτέρες δεν εγκατέλειψε μια μεγάλη πρωτοβουλία επειδή άλλαξε στρατηγική. Την αναπροσάρμοσε επειδή έκρινε ότι δεν υπήρχαν ακόμη οι αναγκαίες προϋποθέσεις επιτυχίας. Επέλεξε να διατηρήσει ανοικτό το παράθυρο της διαπραγμάτευσης αντί να το κλείσει με μια ακόμη αποτυχημένη διάσκεψη. Η εκτίμηση αυτή οδηγεί και σε ένα δεύτερο, ίσως σημαντικότερο συμπέρασμα. Το Κυπριακό φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η διαδικασία πιθανότατα θα εξελίσσεται περισσότερο μέσω σταδιακών συγκλίσεων παρά μέσω μιας εφάπαξ συνολικής διαπραγμάτευσης. Αν αυτή η σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης και συμφωνίας αποδώσει, θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική τελική διαπραγμάτευση και συμφωνία Αν όχι, το σημερινό status quo θα παγιωθεί ακόμη περισσότερο, με όλες τις πολιτικές, νομικές και γεωστρατηγικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την Κύπρο και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.

*Πανεπιστημιακός-Ανθρωπολόγος, πρώην Πρύτανης