Από τα δικαιώματα στο “Παζάρι”: Η διολίσθηση της Ελληνικής Κυπριακής Πολιτικής από το 1974 μέχρι σήμερα
Σ' έναν τόπο που κουβαλά τραύματα εισβολής, κατοχής και διαρκούς διαπραγμάτευσης, το να μιλάς για "λύση" κατέληξε να σημαίνει σχεδόν το αντίθετο από αυτό που κάποτε σήμαινε. Δεν εννοούν την αποκατάσταση του δικαίου, αλλά την εύρεση μιας ισορροπίας με την αδικία. Δεν εννοούμε την επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά την αποδοχή μιας "νέας πραγματικότητας" όπου το άδικο βασιλεύει.
Κάπως έτσι, η έννοια των ανθρώπινων δικαιωμάτων των Ελληνων Κυπρίων, της επιστροφής, της ιδιοκτησίας, της εγκατάστασης, της πολιτικής προστασίας — μετατράπηκε από αφετηρία σε αντάλλαγμα. Από κόκκινη γραμμή σε διαπραγματεύσιμο πακέτο. Κι όταν ένα δικαίωμα παύει να είναι αδιαπραγμάτευτο, χάνει τον χαρακτήρα του και γίνεται "μεταβλητή", "κόστος", "ρυθμιζόμενο στοιχείο".
Αυτό δεν είναι μια γενική διαπίστωση. Είναι η λογική κατάληξη μιας συγκεκριμένης πορείας, η οποία τεκμηριωμένα ξεκινά από το 1974 και καταλήγει σε μια διεθνώς θεσμοθετημένη φόρμουλα λύσης, που μπορεί μεν να ονομάζεται «Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία», αλλά στην πράξη μεταμορφώνει τα ατομικά δικαιώματα σε διαπραγματεύσιμες διευθετήσεις.
Είναι λανθασμένη η εντύπωση ότι η ομοσπονδιακή λογική εισήχθη ξαφνικά το 1977 με τη Συμφωνία Μακαρίου–Ντενκτάς. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1974, (άρα ήταν οδυνηρός συμβιβασμός;) σύμφωνα με τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Foreign and Commonwealth Office (FCO) και τις αναφορές του Office of the Historian (ΗΠΑ), η έννοια της “federation on a geographic basis” είχε ήδη τεθεί στο διπλωματικό τραπέζι.
- Ο Μακάριος, σε συνομιλία με Αμερικανούς αξιωματούχους, εξέφρασε την ανησυχία ότι μια τέτοια γεωγραφική λύση ενέχει τον κίνδυνο διχοτόμησης. Αργότερα όμως συμφώνησε σε διζωνική.
- Ο Κληρίδης, ως προεδρεύων, αναφέρεται σε έγγραφα (π.χ. FCO 9/1843, FCO 9/1844) να συζητά εδαφικούς διαχωρισμούς και αρμοδιότητες "καντονιών".
- Η βρετανική διπλωματία υπό τον ΥΠΕΞ Τζέιμς Κάλαχαν πίεζε προς δι-περιφερειακές ομοσπονδιακές φόρμουλες, παρουσιάζοντας τη διζωνική ως αναπόφευκτη και ζητώντας από την κυπριακή πλευρά να την αποδεχθεί “σιωπηλά”.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε μυστική συμφωνία προδοσίας. Σημαίνει, όμως, ότι η μετάβαση από τη “δικαιοσύνη” στη “διαχείριση της πραγματικότητας” την είχαν ήδη ξεκινήσει.
Η Τρίτη Συμφωνία της Βιέννης (1975), αν και παρουσιάστηκε ως ανθρωπιστική ρύθμιση για τους εγκλωβισμένους και τις μετακινήσεις πληθυσμών, συνέβαλε έμμεσα στην παγίωση της de facto διχοτόμησης. Όταν δέχεσαι να ρυθμίσεις τη νέα πραγματικότητα, αρχίζεις να την ενσωματώνεις ως βάση.
Το 1977 και 1979, οι Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου (Μακάριος–Ντενκτάς και Κυπριανού–Ντενκτάς αντίστοιχα) επισημοποίησαν τη δέσμευση σε δικοινοτική ομοσπονδία, με τη δεύτερη να εδραιώνει και τη διαδικασία διαπραγμάτευσης με βάση τα προηγούμενα κείμενα.
Η «διζωνικότητα» δεν γράφεται ακόμα ρητά. Όμως, προετοιμάζεται ο δρόμος — όχι με όρους δικαίου, αλλά με πολιτικό λεξιλόγιο ισορροπίας και “μοιράσματος”.
Η αποφασιστική στροφή έρχεται με το Ψήφισμα 649 του Συμβουλίου Ασφαλείας (12 Μαρτίου 1990). Για πρώτη φορά κατονομάζεται ρητά η λύση ως:
«διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα».
Αυτό το ψήφισμα δεν ήταν ουδέτερη καταγραφή. Όπως δείχνουν έγγραφα όπως το FCO 9/2880 και CAB 164/1728, η Βρετανία — ως penholder του Κυπριακού — είχε τον πλήρη έλεγχο της διατύπωσης, σε συνεννόηση με την κυπριακή πλευρά. Ο ίδιος ο Πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου, αργότερα, παραδέχτηκε ότι η ΔΔΟ είχε πλέον γίνει “κοινός τόπος” και το ζητούμενο ήταν η “ερμηνεία” της.
Έκτοτε, όλα τα επόμενα ψηφίσματα (750, 1251, 2771 κ.ά.) αναπαράγουν το ίδιο πλαίσιο. Η αρχιτεκτονική της λύσης θεωρείται πλέον δεδομένη και σχεδόν μη αναστρέψιμη. Από εκείνο το σημείο, όποιος αντιστέκεται παρουσιάζεται όχι ως υπέρμαχος των δικαιωμάτων, αλλά ως “αδιάλλακτος”.
Τα δικαιώματα σε διαχειρίσιμες εξαιρέσεις
Ο κίνδυνος δεν ήταν μόνο θεσμικός. Ήταν βαθιά πολιτικός και ηθικός.
- Η επιστροφή προσφύγων έγινε “ποσοστό”.
- Η ιδιοκτησία έγινε “αποζημίωση ή ανταλλαγή”.
- Η παραβίαση έγινε “εκκρεμότητα υπό διαχείριση”.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εκδώσει αποφάσεις που επιβεβαιώνουν τις παραβιάσεις της Τουρκίας (π.χ. Loizidou v. Turkey, Cyprus v. Turkey), αλλά η πολιτική αξιοποίηση αυτών των αποφάσεων ποτέ δεν έγινε με σχέδιο επιβολής. Αντίθετα, “η κυπριακή πολιτική ελίτ” εσωτερίκευσε το διεθνές “πλαίσιο” και προσάρμοσε τη γλώσσα της: από το “διεκδικούμε το δίκαιο” στο “να βρούμε λύση”.
Το πρόβλημα δεν είναι η αποδοχή της ΔΔΟ. Είναι η απουσία εντολής από εμάς τους πολίτες.
Ο ρεαλιστής θα πει: «με ποια ισχύ θα επέβαλλες πλήρη επιστροφή;». Η ερώτηση είναι βάσιμη. Το κύριο πρόβλημα όμως δεν είναι η ύπαρξη συμβιβασμών, αλλά η απουσία καθαρής εντολής και διαφάνειας.
Κανένας δεν μας εξήγησε ποτέ:
- Ποια δικαιώματα θεωρούνται αδιαπραγμάτευτα;
- Ποιο κόστος είμαστε διατεθειμένοι να υποστούμε για να τα υπερασπιστούμε;
- Ποιο είναι το εναλλακτικό σχέδιο αν η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί τη διαδικασία για να κανονικοποιήσει τη διχοτόμηση;
Αντί γι’ αυτό, έχουμε έναν πολιτικό λόγο που ντύνει την παραίτηση ως “υπευθυνότητα” και τη σιωπηλή ενσωμάτωση της κατοχής ως “λύση”.
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι “οι Άγγλοι έδωσαν εντολή στον Βασιλείου” για να δείξουμε βρετανική επιρροή. Ο θεσμικός ρόλος του Ηνωμένου Βασιλείου (βάσεις, εγγυήτρια δύναμη, μόνιμο μέλος ΣΑ, penholder), η διπλωματική του επιμονή στη “σταθερότητα”, και τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα FCO αρκούν για να τεκμηριώσουν την ισχυρή συμμετοχή στη διαμόρφωση της λύσης.
Αυτό είναι σοβαρότερο από συνωμοσία. Είναι δομική διπλωματική διαμόρφωση πλαισίου, με συνέργεια από εσωτερικούς παίκτες — όχι με φαντάσματα.
Αντί να συζητάμε για “προδότες” ή “συνομωσίες”, ας συζητήσουμε το πραγματικό ερώτημα
Ποιος αποφάσισε — και με ποια εντολή — ότι τα δικαιώματα των προσφύγων, η επιστροφή, η αποκατάσταση και η ελευθερία εγκατάστασης, θα μπουν σε καθεστώς διαπραγμάτευσης;
Και ποιος αποφάσισε ότι αυτό το παζάρι δεν χρειάζεται λαϊκή έγκριση, στρατηγικό σχέδιο ή εναλλακτικό δρόμο επιβολής;
Γιατί όσο δεν απαντάται αυτό, η κατοχή θα συνεχίσει να γίνεται “πραγματικότητα” και το δίκαιο θα υποχωρεί για να “μην χαλάσει το καλό κλίμα”.
Eπικίνδυνη είναι η λήθη, όχι η αποκάλυψη. Και τίποτε δεν θα αλλάξει, αν δεν απαιτήσουμε να ξανατεθεί το δίκαιο στο κέντρο.
*Απόφοιτος Πολιτικών Επιστημών, Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας από τη Γερμανία