Υγεία

Ανησυχητική αύξηση νοσημάτων από κουνούπια στην Ευρώπη - Ο κίνδυνος για την Κύπρο

Ο Δρ Πέτρος Καραγιάννης μιλά για την έκθεση της Κύπρου σε νέες απειλές

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανή αύξηση περιστατικών ασθενειών που μεταδίδονται μέσω κουνουπιών, με τους ειδικούς να κάνουν λόγο για μια «νέα κανονικότητα», σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Μέχρι τις 13 Αυγούστου 2025 είχαν καταγραφεί 335 περιστατικά λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, εκ των οποίων 19 κατέληξαν. Η Ιταλία καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό μολύνσεων (274), ακολουθεί η Ελλάδα με 35, ενώ κρούσματα αναφέρθηκαν επίσης σε Σερβία, Γαλλία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Ισπανία. Παράλληλα, η Γαλλία ανακοίνωσε 111 περιστατικά chikungunya και η Ιταλία επτά. Αν και μέχρι στιγμής στην ηπειρωτική Ευρώπη δεν σημειώθηκαν θάνατοι από τον συγκεκριμένο ιό, παγκοσμίως οι μολύνσεις ξεπερνούν τις 240.000 και οι θάνατοι ανέρχονται στους 90 για το 2025.

Κλιματική αλλαγή και έξαρση κρουσμάτων

Το ECDC αποδίδει την αύξηση των κρουσμάτων σε μια σειρά περιβαλλοντικών και κλιματικών παραγόντων, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας, η μεγαλύτερη διάρκεια του καλοκαιριού, οι ήπιοι χειμώνες και οι μεταβολές στα πρότυπα βροχοπτώσεων. Οι αλλαγές αυτές δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη και εξάπλωση επικίνδυνων ιών που μεταδίδονται από κουνούπια. «Η Ευρώπη περνά σε μια νέα εποχή, όπου η ευρύτερη και πιο έντονη μετάδοση τέτοιων νοσημάτων καθίσταται η νέα κανονικότητα», τόνισε χαρακτηριστικά η διευθύντρια του ECDC, Pamela Rendi-Wagner.

Η εξάπλωση του κουνουπιού τίγρη

Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται η διάδοση του ασιατικού κουνουπιού τίγρη (Aedes albopictus), το οποίο θεωρείται βασικός φορέας μετάδοσης του chikungunya. Σήμερα έχει εδραιωθεί σε 16 ευρωπαϊκές χώρες και σε 369 περιοχές, όταν πριν από δέκα χρόνια ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τις 114. Η φετινή χρονιά κατέγραψε ρεκόρ με 27 τοπικές επιδημίες στην Ευρώπη, ενώ για πρώτη φορά αναφέρθηκε κρούσμα που μεταδόθηκε τοπικά στην Αλσατία της Γαλλίας, γεγονός που δείχνει ότι ο κίνδυνος μετατοπίζεται πλέον σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη.

Οδηγίες του ECDC και μέτρα προστασίας

Μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα, το ECDC εξέδωσε νέες κατευθυντήριες οδηγίες για την επιτήρηση, την πρόληψη και τον έλεγχο του chikungunya, του δάγκειου πυρετού και του ιού Zika, με στόχο να δοθούν στα κράτη-μέλη πρακτικά εργαλεία προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους. Η Δρ Céline Gossner, επικεφαλής του τμήματος τροφιμογενών και διαβιβαζόμενων νοσημάτων του ECDC, προειδοποίησε ότι «καθώς οι ασθένειες που σχετίζονται με τα κουνούπια εξαπλώνονται, ολοένα και περισσότεροι πολίτες στην Ευρώπη θα βρεθούν εκτεθειμένοι σε κίνδυνο. Η πρόληψη είναι πιο σημαντική από ποτέ».

Οι ειδικοί συμβουλεύουν τους πολίτες, και ιδιαίτερα τις ευάλωτες ομάδες όπως οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά και όσοι έχουν αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, να λαμβάνουν βασικά μέτρα προστασίας. Αυτά περιλαμβάνουν τη χρήση κουνουπιέρας, την τοποθέτηση σητών στα παράθυρα, τη χρήση ανεμιστήρων ή κλιματιστικών, καθώς και την αποφυγή έκθεσης με μακριά ρούχα, κυρίως τις ώρες που τα κουνούπια είναι πιο δραστήρια. Παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη αναπτυχθεί εμβόλια για τον ιό chikungunya, για τον ιό του Δυτικού Νείλου δεν υπάρχει μέχρι στιγμής διαθέσιμο εμβόλιο, κάτι που καθιστά την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση καθοριστικής σημασίας.

Η εικόνα στην Κύπρο – Τι λέει ο Δρ Πέτρος Καραγιάννης

Η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής θέσης και κλιματολογικών συνθηκών, δεν μένει εκτός του χάρτη κινδύνου. Για ν’ αποτυπώσουμε καλύτερα την κατάσταση, ζητήσαμε την τοποθέτηση του Καθηγητή Μικροβιολογίας/Μοριακής Ιολογίας, Δρος Πέτρου Καραγιάννη, ο οποίος ανέλυσε τα δεδομένα και απάντησε σε καίρια ερωτήματα.

Αναφορικά με τους λόγους της αύξησης των κρουσμάτων, ο Δρ Καραγιάννης εξήγησε ότι «η αύξηση των κρουσμάτων οφείλεται κυρίως στην κλιματική αλλαγή (υψηλότερες θερμοκρασίες, αλλαγές στην ένταση και συχνότητα των βροχοπτώσεων), την παγκοσμιοποίηση (μετακινήσεις ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων) και την εξάπλωση κουνουπιών-φορέων σε νέες περιοχές, κυρίως σε περιμεσογειακές χώρες».

Σε σχέση με την Κύπρο, τόνισε ότι «η Κύπρος θεωρείται εκτεθειμένη λόγω γεωγραφικής θέσης και κλίματος. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένα περιστατικά του ιού του Δυτικού Νείλου (όλα εισαγόμενα), χωρίς εγχώρια κρούσματα chikungunya μέχρι σήμερα».

Όσον αφορά τον μελλοντικό κίνδυνο, δήλωσε ότι «ναι, υπάρχει, καθώς οι κλιματικές συνθήκες και η γεωγραφική θέση ευνοούν την εγκατάσταση και την εξάπλωση κουνουπιών-φορέων. Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι καθοριστικός εδώ για αποτροπή δημιουργίας εστιών στάσιμων νερών στους κήπους και σε οικόπεδα γύρω από τες κατοικίες τους, όπου θα μπορούσαν να εκκολαφθούν τα κουνούπια».

Για το ασιατικό κουνούπι τίγρη (Aedes albopictus) επισήμανε ότι «έχουν καταγραφεί εστίες του Aedes albopictus σε ορισμένες περιοχές της Κύπρου (κυρίως αστικές και παραθαλάσσιες), με συνεχή επιτήρηση για την εξάπλωσή του».

Σχετικά με τον ρόλο των κλιματικών συνθηκών, υπογράμμισε ότι «οι θερμές και ξηρές συνθήκες με περιόδους βροχοπτώσεων οδηγούν σε στάσιμα νερά και διευκολύνουν τον πολλαπλασιασμό κουνουπιών όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω».

Σε ερώτηση για τα ολοένα πιο θερμά καλοκαίρια και τους ήπιους χειμώνες, σημείωσε ότι «αυτό συνεπάγεται παράταση της περιόδου κυκλοφορίας κουνουπιών και αυξημένο κίνδυνο μετάδοσης νοσημάτων».

Για τα μέτρα που λαμβάνονται από τις κυπριακές Αρχές, δήλωσε ότι «εφαρμόζεται εντομολογική επιτήρηση, ψεκασμοί, επιδημιολογική παρακολούθηση, ενημέρωση πολιτών και συνεργασία με το ECDC (ίσως εδώ να χρειάζεται η βοήθεια του τμήματος περιβάλλοντος)».

Όσον αφορά το δίκτυο επιτήρησης, εξήγησε ότι «ναι, μέσω του Υπουργείου Υγείας και των δημόσιων εργαστηρίων λειτουργεί δίκτυο επιτήρησης και καταγραφής ύποπτων κρουσμάτων».

Σε σχέση με τις εντομολογικές μελέτες και τους ψεκασμούς, πρόσθεσε ότι «γίνονται τακτικοί έλεγχοι και ψεκασμοί σε περιοχές με υψηλό κίνδυνο, αν και απαιτείται συνεχής αξιολόγηση και συνεργασία με τις τοπικές Αρχές.

Για την προστασία των πολιτών, τόνισε ότι είναι σωστό να γίνεται «χρήση αντικουνουπικών σκευσμάτων, τοποθέτηση σητών, απομάκρυνση στάσιμων νερών, μακριά ρούχα σε περιοχές με κουνούπια, χρήση ανεμιστήρων, ενημέρωση για συμπτώματα».

Σε σχέση με την ενημέρωση, δήλωσε ότι «αν και υπάρχει ενημέρωση, χρειάζονται πιο στοχευμένες καμπάνιες τοπικού χαρακτήρα, κυρίως το καλοκαίρι, καθώς επίσης και η ανάλογη ευαισθησία από το κοινό».

Για τη σημασία της διάγνωσης, επισήμανε ότι «ο έγκαιρος εντοπισμός είναι κρίσιμος για τη σωστή διαχείριση ασθενών και την έγκαιρη ενεργοποίηση μέτρων πρόληψης, καθώς και την αποφυγή περαιτέρω εξάπλωσης με διαδοχικές μεταδόσεις».

Τέλος, για την ετοιμότητα του Συστήματος Υγείας, κατέληξε ότι «το κυπριακό Σύστημα Υγείας διαθέτει σχέδια δράσης και συνεργάζεται με το ECDC, αλλά απαιτείται συνεχής εκπαίδευση και ετοιμότητα».