Διεθνή

Ρωσία-Ευρωπαϊκή Ένωση: Πόσο κοντά είναι μια ευρύτερη σύγκρουση;

Ο κίνδυνος σύγκρουσης Ρωσίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης τα επόμενα χρόνια είναι υπαρκτός, αλλά όχι αναπόφευκτος. Δεν πρόκειται τόσο για ένα κλασικό πόλεμο, όσο για μια παρατεταμένη, πολυεπίπεδη αντιπαράθεση.

Η συζήτηση για αυξημένο κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης τα επόμενα χρόνια δεν ανήκει πλέον στη σφαίρα της θεωρητικής γεωπολιτικής. Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και μετά, οι σχέσεις Μόσχας-Βρυξελλών έχουν εισέλθει σε μια φάση δομικής αντιπαλότητας, που υπερβαίνει το ουκρανικό μέτωπο και αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, της ενεργειακής στρατηγικής και της πολιτικής συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ερώτημα δεν είναι αν οι σχέσεις είναι κακές, αυτό είναι δεδομένο, αλλά αν οι τρέχουσες δυναμικές μπορούν να οδηγήσουν σε άμεση ή έμμεση στρατιωτική σύγκρουση Ρωσίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό ποίες προϋποθέσεις.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ενιαίο στρατιωτικό αντίπαλο, αλλά ως πολιτική και οικονομική προέκταση του ΝΑΤΟ και, κυρίως, των Ηνωμένων Πολιτειών. Στη ρωσική στρατηγική σκέψη, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται χώρος επιρροής που απομακρύνθηκε σταδιακά από μια ισορροπημένη σχέση αλληλεξάρτησης και μετατράπηκε σε εχθρικό περιβάλλον μέσω κυρώσεων, στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και ενίσχυσης της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Από αυτήν την οπτική, ο κίνδυνος σύγκρουσης δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα πρόθεσης άμεσης επίθεσης, αλλά ως παρενέργεια κλιμακούμενης αντιπαράθεσης, λανθασμένων υπολογισμών και “ατυχημάτων”.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, βρίσκεται σε μια ιστορικά ασυνήθιστη θέση. Για δεκαετίες οικοδομούσε την ασφάλειά της πάνω στην υπόθεση ότι ο πόλεμος μεγάλης κλίμακας στην ευρωπαϊκή ήπειρο είχε καταστεί αδιανόητος. Η ουκρανική κρίση κατέρριψε αυτήν την παραδοχή, εκθέτοντας τις στρατηγικές αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως κατακερματισμένη αμυντική βιομηχανία, πολιτικές διαφωνίες μεταξύ κρατών-μελών, και εξάρτηση από τρίτους, κυρίως τις ΗΠΑ, για την αποτρεπτική της ισχύ. Αυτό το έλλειμμα στρατηγικής αυτονομίας ενισχύει τον κίνδυνο, όχι επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει σύγκρουση, αλλά επειδή η αδυναμία σαφούς αποτροπής μπορεί να ενθαρρύνει πιο επιθετικές ρωσικές κινήσεις σε «γκρίζες ζώνες».

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος τα επόμενα χρόνια δεν είναι μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση Ρωσίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά μια σειρά από κλιμακούμενες έμμεσες συγκρούσεις. Κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές σε κρίσιμες υποδομές, εργαλειοποίηση της ενέργειας, παραπληροφόρηση και πολιτική αποσταθεροποίηση κρατών-μελών αποτελούν ήδη μέρος της νέας κανονικότητας. Η Ρωσία έχει δείξει ότι θεωρεί αυτά τα μέσα νόμιμα εργαλεία άσκησης ισχύος, ακριβώς επειδή δυσκολεύουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ν’ αντιδράσει συλλογικά και αποφασιστικά.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στην ανατολική Ευρώπη και τη Βαλτική. Εκεί, η εγγύτητα με τη Ρωσία, η παρουσία ρωσόφωνων μειονοτήτων και η έντονη στρατιωτική δραστηριότητα αυξάνουν τον κίνδυνο επεισοδίων που θα μπορούσαν να κλιμακωθούν ταχύτατα. Ένα σοβαρό συμβάν, ακόμη και ακούσιο, θα έθετε την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ ενώπιον δύσκολων αποφάσεων, με περιορισμένα περιθώρια αποκλιμάκωσης.

Εντούτοις, υπάρχουν και ισχυροί ανασχετικοί παράγοντες. Η Ρωσία γνωρίζει ότι μια άμεση σύγκρουση με κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως εκείνα που είναι και μέλη του ΝΑΤΟ, θα είχε καταστροφικές συνέπειες, στρατιωτικές και οικονομικές. Παράλληλα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ούτε την πολιτική βούληση, ούτε την κοινωνική αποδοχή για μια πολεμική αναμέτρηση μεγάλης κλίμακας. Αυτή η αμοιβαία επίγνωση του κόστους λειτουργεί, προς το παρόν, ως φρένο.

Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτό το φρένο θα παραμείνει επαρκές σ’ ένα περιβάλλον παρατεταμένης έντασης. Η κόπωση από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι εσωτερικές πολιτικές αναταράξεις στην Ευρώπη και η πιθανή μεταβολή της αμερικανικής στάσης απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια ενδέχεται να δημιουργήσουν κενά και ασάφειες. Σε τέτοιες συνθήκες, η στρατηγική ασάφεια είναι επικίνδυνη.

Οι συμβουλές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της είναι σαφείς, αλλά δύσκολες στην εφαρμογή. Πρώτον, απαιτείται σοβαρή επένδυση στη συλλογική αποτροπή, όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και θεσμικά. Η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, η διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων και η προστασία κρίσιμων υποδομών πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ζητήματα ύψιστης προτεραιότητας, πέρα από εθνικές σκοπιμότητες.

Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει ν’ αναπτύξει ενιαία στρατηγική επικοινωνία. Η ασυνέπεια μηνυμάτων προς τη Ρωσία, άλλοτε σκληρή ρητορική, άλλοτε υπαινιγμοί για διαπραγμάτευση, αποδυναμώνει την αξιοπιστία της. Η σαφήνεια ως προς τις κόκκινες γραμμές και τις συνέπειες παραβίασής τους είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα.

Τρίτον, δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί η διπλωματία. Ακόμη και σε συνθήκες βαθιάς δυσπιστίας, τα κανάλια επικοινωνίας είναι απαραίτητα για την αποτροπή παρεξηγήσεων και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Η Ευρώπη έχει ιστορική εμπειρία από τον Ψυχρό Πόλεμο και οφείλει να την αξιοποιήσει, χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς ιδεολογική ακαμψία.

Τέλος, τα κράτη-μέλη πρέπει να προετοιμάσουν τις κοινωνίες τους για μια μακρά περίοδο έντασης. Η ασφάλεια δεν είναι μόνο θέμα εξοπλισμών, αλλά και κοινωνικής ανθεκτικότητας. Διαφάνεια, ενημέρωση και ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι απαραίτητα στοιχεία για να αποφευχθούν εσωτερικές ρωγμές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από εξωτερικούς δρώντες.

Συμπερασματικά, ο κίνδυνος σύγκρουσης Ρωσίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης τα επόμενα χρόνια είναι υπαρκτός, αλλά όχι αναπόφευκτος. Δεν πρόκειται τόσο για ένα κλασικό πόλεμο, όσο για μια παρατεταμένη, πολυεπίπεδη αντιπαράθεση. Το αν αυτή θα παραμείνει ελεγχόμενη ή θα εκτραπεί σε ανοιχτή σύγκρουση θα εξαρτηθεί από τη στρατηγική ωριμότητα, τη συνοχή και την αποφασιστικότητα της ίδιας της Ευρώπης.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης