Υγεία

Η υγεία των Κυπρίων σε σταυροδρόμι: Αντίφαση μεταξύ μακροζωίας και ανθυγιεινών συνηθειών

Η υγεία των Κυπρίων βρίσκεται σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η χώρα έχει κερδίσει τη μάχη της πρόσβασης και της μακροζωίας, αλλά δεν έχει ακόμη κερδίσει τη μάχη της ποιότητας ζωής και της πρόληψης.

Η εικόνα της υγείας των Κυπρίων, όπως αποτυπώνεται στα πιο πρόσφατα στοιχεία ευρωπαϊκών και διεθνών Oργανισμών, χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση. Από τη μια πλευρά, η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες με το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με ιδιαίτερα θετική αυτοαντίληψη υγείας από τους πολίτες της. Από την άλλη, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος εξακολουθούν ν’ αποτελούν τις δύο κυριότερες αιτίες θανάτου, ενώ ένας ανθυγιεινός τρόπος ζωής, με έντονα χαρακτηριστικά καπνίσματος, καθιστικής ζωής και κακής διατροφής, διαβρώνει σταθερά τις βάσεις της δημόσιας υγείας. Η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι πολιτική, κοινωνική και βαθύτατα διαρθρωτική.

Το προσδόκιμο ζωής στην Κύπρο υπερβαίνει πλέον τα 83 έτη, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ τρία στα τέσσερα άτομα δηλώνουν ότι βρίσκονται σε καλή ή πολύ καλή κατάσταση υγείας. Οι δείκτες αυτοί συχνά προβάλλονται ως τεκμήριο επιτυχίας του Συστήματος Υγείας, κρύβουν όμως μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η μακροζωία των Κυπρίων δεν οφείλεται τόσο στην πρόληψη και στη συστηματική υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών, όσο στη δυνατότητα του συστήματος να διαχειρίζεται, έστω και με κόστος, χρόνιες παθήσεις που έχουν ήδη εμφανισθεί. Πρόκειται για μια υγειονομική ισορροπία που βασίζεται στη θεραπεία και όχι στην αποτροπή της νόσου.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος ευθύνονται για σχεδόν τους μισούς θανάτους στη χώρα. Πρόκειται για νοσήματα που, σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου. Το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η χαμηλή σωματική δραστηριότητα, η κατανάλωση αλκοόλ και η διατροφή χαμηλής ποιότητας συνθέτουν ένα προφίλ κινδύνου που παραμένει έντονα παρόν στην κυπριακή κοινωνία. Υπολογίζεται ότι μέχρι και το ένα τρίτο των θανάτων στην Κύπρο θα μπορούσε ν’ αποτραπεί αν οι παράγοντες αυτοί αντιμετωπίζονταν συστηματικά και έγκαιρα.

Το κάπνισμα παραμένει μια από τις μεγαλύτερες πληγές της δημόσιας υγείας, με ποσοστά που εξακολουθούν να κινούνται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διάδοση των ηλεκτρονικών τσιγάρων στους νέους, γεγονός που προοιωνίζεται μια νέα γενιά εξαρτήσεων με απρόβλεπτες συνέπειες. Παράλληλα, η καθιστική ζωή έχει εδραιωθεί ως κυρίαρχο πρότυπο καθημερινότητας, ενώ η παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή υποχωρεί μπροστά σε επεξεργασμένα τρόφιμα και διατροφικές συνήθειες που ευνοούν την παχυσαρκία και τα μεταβολικά νοσήματα.

Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω από περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, αν και λιγότερο ορατή στη δημόσια συζήτηση, συμβάλλει στην επιδείνωση των αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων. Την ίδια ώρα, η αστική ανάπτυξη, συχνά χωρίς επαρκή πρόβλεψη για χώρους άσκησης και ενεργού μετακίνησης, λειτουργεί αποτρεπτικά για έναν πιο δραστήριο τρόπο ζωής. Η υγεία, με άλλα λόγια, δεν διαμορφώνεται μόνο στο ιατρείο ή στο νοσοκομείο, αλλά και στον τρόπο που σχεδιάζονται οι πόλεις, οι μετακινήσεις και η καθημερινότητα των πολιτών.

Το Γενικό Σύστημα Υγείας έχει βελτιώσει θεαματικά την πρόσβαση στις υπηρεσίες περίθαλψης και έχει περιορίσει τις οικονομικές ανισότητες στην ιατρική φροντίδα. Ωστόσο, η δομή του συστήματος παραμένει προσανατολισμένη κυρίως στη θεραπεία. Η πρόληψη εξακολουθεί να καταλαμβάνει ένα ελάχιστο ποσοστό των συνολικών δαπανών για την υγεία, γεγονός που αποκαλύπτει μια στρατηγική κοντόφθαλμη, που αντιμετωπίζει τα αποτελέσματα και όχι τις αιτίες της νοσηρότητας. Η υποστελέχωση σε νοσηλευτικό προσωπικό και η περιορισμένη ανάπτυξη κοινοτικών υπηρεσιών υγείας ενισχύουν περαιτέρω αυτήν την ανισορροπία. Οι κοινωνικές ανισότητες στην υγεία, αν και λιγότερο εμφανείς σε όρους πρόσβασης, παραμένουν παρούσες σε όρους ποιότητας ζωής και πρόληψης. Τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά παραγόντων κινδύνου και χαμηλότερη συμμετοχή σε προληπτικούς ελέγχους, γεγονός που οδηγεί σε καθυστερημένες διαγνώσεις και βαρύτερες μορφές νόσου. Η υγεία, συνεπώς, εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθρέφτης των κοινωνικών ανισοτήτων, παρά της θεσμικής καθολικότητας της κάλυψης.

Μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα, η ανάγκη για μια στρατηγική στροφή είναι επιτακτική. Η δημόσια υγεία στην Κύπρο δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται αποκλειστικά στην ανθεκτικότητα του συστήματος περίθαλψης και στην ικανότητα των πολιτών να «αντέχουν» τις χρόνιες ασθένειες. Απαιτείται μια συνειδητή μετατόπιση προς την πρόληψη, που δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές εκστρατείες ενημέρωσης, αλλά να ενσωματώνεται οριζόντια σε όλες τις δημόσιες πολιτικές.

Η προώθηση υγιεινών συμπεριφορών πρέπει να ξεκινά από την εκπαίδευση και να διαπερνά το σχολείο, τον χώρο εργασίας και την τοπική κοινότητα. Η καταπολέμηση του καπνίσματος χρειάζεται αυστηρότερη εφαρμογή της νομοθεσίας, ουσιαστική στήριξη των προγραμμάτων διακοπής και σαφή ρύθμιση των νέων μορφών καπνικών προϊόντων. Η σωματική άσκηση δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στην ατομική πρωτοβουλία, αλλά απαιτεί αστικές πολιτικές που διευκολύνουν το περπάτημα, το ποδήλατο και την πρόσβαση σε δημόσιους χώρους άθλησης. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και των προληπτικών ελέγχων είναι κρίσιμη για την έγκαιρη διάγνωση και τη μείωση των επιπλοκών. Η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων υγείας, η συστηματική παρακολούθηση των παραγόντων κινδύνου και η καλύτερη διασύνδεση των υπηρεσιών μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο αποτελεσματική και βιώσιμη διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων.

Συμπερασματικά, η υγεία των Κυπρίων βρίσκεται σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η χώρα έχει κερδίσει τη μάχη της πρόσβασης και της μακροζωίας, αλλά δεν έχει ακόμη κερδίσει τη μάχη της ποιότητας ζωής και της πρόληψης. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν το σύστημα υγείας αντέχει, αλλά αν η κοινωνία είναι έτοιμη να επενδύσει σοβαρά στην αλλαγή του τρόπου ζωής και στη συλλογική ευθύνη για την υγεία. Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα καθορίσει, όχι μόνο πόσα χρόνια ζούμε, αλλά και πώς τα ζούμε.

*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης