Πέφτει η πρώτη γραμμή άμυνας της Αστυνομίας
Ενώ ο Aρχηγός δεν διαπιστώνει πρόβλημα, οι συνδικαλιστές προειδοποιούν ότι υποστελέχωση και εξάντληση δημιουργούν κενά στην ασφάλεια
Η συζήτηση γύρω από το νέο ωράριο εργασίας των αστυνομικών έχει δημιουργήσει μιαν από τις πιο έντονες εσωτερικές και θεσμικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών στην Αστυνομία Κύπρου. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στη διαχείριση των κυλιόμενων ωραρίων, αλλά επεκτείνεται στην υποστελέχωση, στη λειτουργία της πρώτης γραμμής, στην αναδιοργάνωση του Σώματος, αλλά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με βάση τον Περί Αστυνομίας Νόμο. Την ίδια ώρα, η διχογνωμία μεταξύ Ηγεσίας και Υπουργείου Δικαιοσύνης γύρω από την πραγματική εικόνα στελέχωσης της Δύναμης, σε συνδυασμό με την προσφυγή του θέματος στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών στις 21 Ιανουαρίου, μεταφέρει τη συζήτηση από το εσωτερικό της Αστυνομίας στο ευρύτερο πολιτικό επίπεδο.
Στο θέμα της στελέχωσης της Αστυνομίας καταγράφονται δύο διαφορετικές τοποθετήσεις σε ανώτατο θεσμικό επίπεδο. Ο Αρχηγός της Αστυνομίας έχει δηλώσει ότι δεν υπάρχει υποστελέχωση, εφόσον οι οργανικές θέσεις είναι συμπληρωμένες, ενώ ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει τοποθετηθεί ότι υπάρχει υποστελέχωση. Παράλληλα, η εγκύκλιος για την αλλαγή του ωραρίου εκδόθηκε από την ηγεσία της Αστυνομίας, ενώ ο Υπουργός είχε επισημάνει πριν από λίγες ημέρες ότι δεν μπορεί να παρέμβει στα καθήκοντα του Αρχηγού της Αστυνομίας, και ακολούθως εξέδωσε ανακοίνωση για τους κανονισμούς που αφορούν την Αστυνομία. Οι τοποθετήσεις αυτές αναδεικνύουν τη θεσμική διάσταση του ζητήματος, αφού διατυπώνονται διαφορετικά δεδομένα τόσο ως προς τη στελέχωση όσο και ως προς τις διαδικασίες που αφορούν τη λειτουργία της Δύναμης.
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται η συντεχνία ΙΣΟΤΗΤΑ, η οποία έχει ήδη προαναγγείλει νομικές κινήσεις, καταγγέλλοντας υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων. Ο πρόεδρος του Κλάδου Αστυνομικού Σώματος της εν λόγω συνδικαλιστικής οργάνωσης, Νίκος Λοϊζίδης, μιλώντας στη «Σημερινή» επί του θέματος, σκιαγραφεί ένα πλαίσιο όπου η αλλαγή του ωραρίου δεν αποτελεί απλώς διοικητικό μέτρο, αλλά μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας που, κατά την εκτίμησή του, επηρεάζει την οργανωτική λειτουργία της Αστυνομίας, τις επιχειρησιακές δυνατότητες τής πρώτης γραμμής και την ψυχική και σωματική αντοχή των μελών της.
Παράλληλα, η συζήτηση αγγίζει και κρίσιμες παραμέτρους που αφορούν την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, την εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων, τη χρήση νέων τεχνολογιών και το κοινωνικό κύρος της Αστυνομίας. Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της αναθεώρησης του οργανογράμματος, της νομοθετικής κάλυψης και της επιχειρησιακής ενίσχυσης αποκτά ιδιαίτερο βάρος, με τον κ. Λοϊζίδη να θέτει δημόσια ζητήματα που μέχρι πρότινος παρέμεναν εντός υπηρεσιακών ορίων.
Αλλαγή ωραρίου και εργασιακές συνέπειες
Σύμφωνα με τον κ. Λοϊζίδη, πίσω από την αλλαγή στο ωράριο των αστυνομικών υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι. Πρώτον, όπως ανέφερε, η μεταρρύθμιση αυτή σχετίζεται με οικονομικές παραμέτρους, αφού «βάλαμε την Αστυνομία σε μνημόνιο». Δεύτερον, εκτίμησε ότι επιχειρείται η απομάκρυνση της δημόσιας συζήτησης από τις αντιδράσεις των αστυνομικών και την αναδιοργάνωση του Σώματος, η οποία, όπως ανέφερε, «θα έπρεπε να είχε υλοποιηθεί εδώ και 450 ημέρες». Τρίτον, αναφέρθηκε σε όσα ειπώθηκαν κατά τη δημοσιογραφική διάσκεψη του Αρχηγού Αστυνομίας, υποστηρίζοντας ότι γίνεται λόγος για δήθεν καταχρήσεις υπερωριών από μέλη της Δύναμης, με στόχο -κατά την άποψή του- να μειωθεί η υπερωριακή απασχόληση τόσο για την Προεδρία όσο και για άλλες, πρώτης γραμμής, ανάγκες.
Απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσον η ηγεσία έχει τεκμηριώσει την εξοικονόμηση 100 αστυνομικών από την αλλαγή στο ωράριο, ο κ. Λοϊζίδης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει επίσημη ενημέρωση ή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον συγκεκριμένο αριθμό. Όπως ανέφερε, η τεκμηρίωση που παρουσιάζεται, βασίζεται σε υπολογισμούς εργατοωρών, στη λογική ότι οι αστυνομικοί θα εργάζονται 15 ημέρες περισσότερες τον χρόνο. Ωστόσο, πρόσθεσε πως αυτή η προσέγγιση αγνοεί τη σωματική και ψυχική κόπωση των μελών της Δύναμης, αλλά και τον κίνδυνο τραυματισμών, τονίζοντας ότι «τα πάντα δεν είναι αριθμοί» και ότι θα πρέπει ν’ αναγνωριστεί ότι «οι αστυνομικοί είναι και άνθρωποι» που χρειάζονται ξεκούραση.
Παράλληλα, σημείωσε ότι ακόμη και η ηγεσία δεν έχει επιδείξει ποιοι είναι οι 100 αστυνομικοί που υποτίθεται ότι εξοικονομούνται, κάνοντας λόγο για «παράνομη, αυθαίρετη και μονομερή παραβίαση εργασιακού δικαιώματος», μέσω της μείωσης των ημεραργιών.
Σε σχέση με το ενδεχόμενο λήψης νομικών μέτρων, ο κ. Λοϊζίδης ανέφερε ότι το θέμα δεν είναι απλώς ανοικτό, αλλά βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Όπως σημείωσε, έχει ληφθεί σχετική νομική γνωμάτευση, έχουν δοθεί οδηγίες στους νομικούς συμβούλους και η καταγγελία αναμένεται να κατατεθεί τις επόμενες ημέρες στο αρμόδιο δικαστήριο, με στόχο ν’ αποδειχθεί υπέρβαση εξουσίας από πλευράς ηγεσίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, την ημέρα κατάθεσης της καταγγελίας θα δοθεί δημόσια και η νομική γνωμάτευση στην οποία βασίζεται, ενώ ο χρονικός ορίζοντας παραμένει όσο το δυνατόν πιο σύντομος, ώστε ν’ αποφευχθούν περαιτέρω αρνητικές συνέπειες από τη «μονομερή και αυθαίρετη απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας».
Υποστελέχωση, οργανογράμμα και Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών
Κληθείς να τοποθετηθεί για το κατά πόσον υπάρχει υποστελέχωση στην Αστυνομία, με δεδομένο ότι ο Αρχηγός υποστηρίζει πως δεν υφίσταται λόγω πλήρωσης των οργανικών θέσεων, ενώ ο Υπουργός αναφέρει το αντίθετο, ο κ. Λοϊζίδης ανέφερε ότι η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη. Όπως σημείωσε, όχι μόνο υπάρχει υποστελέχωση, αλλά απαιτείται αύξηση των οργανικών θέσεων και αναθεώρηση του οργανογράμματος, το οποίο χαρακτήρισε «απαρχαιωμένο», καθώς αντανακλά τις ανάγκες και τα επίπεδα εγκληματικότητας προηγούμενων δεκαετιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η έννοια της υποστελέχωσης δεν είναι ενιαία. Η υποστελέχωση της πρώτης γραμμής είναι διαφορετική από τη γενική υποστελέχωση της Δύναμης, η οποία επιβαρύνεται με μη αστυνομικής φύσεως καθήκοντα, όπως διαφορετική είναι και η υποστελέχωση που απορρέει από την έλλειψη τεχνολογικών υποδομών, η οποία αναπληρώνεται με εργατικά χέρια αστυνομικών.
«Καλό θα ήταν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να λέμε αλήθειες», ανέφερε, τονίζοντας ότι η πραγματικότητα βρίσκεται «κάπου στη μέση». Όπως εξήγησε, δεν πραγματοποιούνται μεταθέσεις προς την πρώτη γραμμή, ενώ παράλληλα δεν αυξάνονται οι οργανικές θέσεις ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σημερινής Αστυνομίας στην Κύπρο του 2026.
Αναφορικά με τη συζήτηση που ανοίγει στις 21 Ιανουαρίου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, ο κ. Λοϊζίδης ανέφερε ότι η ΙΣΟΤΗΤΑ ζητά από τα κόμματα να τοποθετηθούν επί της ουσίας έναντι του Αρχηγού Αστυνομίας για την «παράνομη απόφαση» που ελήφθη εντός μίας ημέρας. Υποστήριξε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι αντίθετη με τον Περί Αστυνομίας Νόμο, καθώς, όπως είπε, οποιεσδήποτε αλλαγές αυτού του χαρακτήρα θα έπρεπε να εισαχθούν ως κανονισμός: πρώτα να αποσταλούν στο Υπουργικό Συμβούλιο προς έγκριση και στη συνέχεια να οδηγηθούν στη Βουλή για ψήφιση ως κανονισμός της Αστυνομίας.
«Αυτό περιμένουμε από τη Βουλή», σημείωσε, καλώντας τα κόμματα ν’ αποφύγουν «ποντιοπιλατισμούς» και να προστατεύσουν όχι μόνο την Αστυνομία, αλλά πρωτίστως το νομοθετικό πλαίσιο του Περί Αστυνομίας Νόμου.
Βία στα γήπεδα και επιχειρησιακά δεδομένα
Σε ό,τι αφορά τη βία στα γήπεδα επισήμανε ότι «μπορεί να καταπολεμηθεί με την ψήφιση των τροποποιήσεων της νομοθεσίας για τη βία στα γήπεδα, αλλά και με την ψήφιση του νομοσχεδίου των συνδέσμων φιλάθλων». Όπως εξήγησε, όταν ψηφιστούν αυτοί οι δύο νόμοι, θα μπορεί πολύ πιο εύκολα να επιτραπεί και η περισσότερη μετακίνηση οπαδών. Ωστόσο, «αυτήν τη στιγμή σήμερα για τους απλούς αστυνομικούς έχουν αλλάξει κάποια δεδομένα και ο λόγος είναι απλός, όταν υπάρχει τρομερή κούραση δεν υπάρχουν αντοχές και δεν θα μπορούσαν να μπαίνουν περισσότεροι αστυνομικοί στην υπερωριακή απασχόληση», σημείωσε χαρακτηριστικά. Την ίδια ώρα ανέφερε ότι οι δύο νομοθεσίες θα δημιουργήσουν απορίες και δυσκολίες για την εφαρμογή τους και το θέμα θα τεθεί ενώπιον της Επιτροπής Νομικών, ενώ ήδη ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει ενημερωθεί από το σωματείο «Ισότητα». Όπως υπογράμμισε, «όταν αλλάζεις δεδομένα για τους αστυνομικούς ως προς το ωράριο, αντιλαμβάνεστε ότι αλλάζουν και δεδομένα όσον αφορά την επιχειρησιακή τους ικανότητα, τη σωματική και ψυχική τους υγεία».
Αύξηση εγκληματικότητας και οργανωμένο έγκλημα
Σε σχέση με το κύμα δολοφονιών και τη δυσκολία τόσο στην πρόληψη όσο και στην εξιχνίασή τους, ο κ. Λοϊζίδης ανέφερε ότι η Αστυνομία δεν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα. Όπως υποστήριξε, «δεν έχουμε το ηχητικό documento το οποίο μπορούμε να πάρουμε μαρτυρία στο δικαστήριο για τις δολοφονίες», ενώ την ίδια στιγμή «έχουν κλατάρει οι συνάδελφοι της πρώτης γραμμής» λόγω συνεχόμενων επιχειρήσεων, γεγονός που δημιουργεί «πολλά κενά» έναντι του οργανωμένου εγκλήματος.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι απαιτείται επειγόντως αλλαγή στο οργανόγραμμα της Αστυνομίας προκειμένου να υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ οργανωμένου εγκλήματος και καθημερινής παραβατικότητας. Αναφερόμενος στην ίδρυση του νέου τμήματος που παρουσιάστηκε ως «FBI», σημείωσε ότι δεν χρειάζεται «διαφήμιση» αλλά «ουσία», καθώς «αυτοί που θα ασχολούνται με το οργανωμένο έγκλημα δεν θα μπορούν να ασχοληθούν με την καθημερινή παραβατικότητα, αλλά και ανάποδα».
«Καλύτερα να μπούμε στην ουσία με τεχνολογία και νομοθεσίες, αλλά και κόσμο στην πρώτη γραμμή», ανέφερε, επιμένοντας ότι ο διαχωρισμός στο οργανόγραμμα μεταξύ καθημερινής παραβατικότητας και οργανωμένου εγκλήματος είναι απαραίτητος.
Κοινωνική εικόνα και κύρος της Αστυνομίας
Σε σχέση με την αντίληψη ότι η Αστυνομία δεν τυγχάνει του ίδιου σεβασμού όπως σε άλλες χώρες και ότι ένα μέρος της κοινωνίας νιώθει τον αστυνομικό απέναντί του και όχι δίπλα του, ο κ. Λοιζίδης ανέφερε ότι το πρόβλημα έχει ιστορικό βάθος. Όπως είπε, για δεκαετίες κάποιοι φρόντιζαν να «δακτυλοδείχνουν τους απλούς αστυνομικούς» θεωρώντας τους υπεύθυνους για όλα, χαρακτηρίζοντάς τους διεφθαρμένους ή ανεπαρκείς. Υποστήριξε ότι όταν υπήρχαν επιτυχίες, αυτές αποδίδονταν αλλού, ενώ σε περιπτώσεις αποτυχιών, η ευθύνη μεταφερόταν στους αστυνομικούς της πρώτης γραμμής.
Κατά τον ίδιο, ευθύνεται και η ίδια η Αστυνομία που επέτρεψε αυτή η εικόνα να παγιωθεί, με αποτέλεσμα σήμερα να μην υπάρχει ο σεβασμός που θα έπρεπε να απολαμβάνουν τα μέλη της. Τόνισε ότι οι συνδικαλιστές καταβάλλουν καθημερινή προσπάθεια για ν’ αλλάξει η κοινή γνώμη, προβάλλοντας την πραγματική δουλειά που επιτελούν οι αστυνομικοί της πρώτης γραμμής και τα αποτελέσματά τους. «Είναι το μεγαλύτερο στοίχημα», σημείωσε, προκειμένου ν’ αναδειχθεί η «πραγματική αλήθεια» για τον θεσμό στην κοινωνία.