Διεθνή

Στο μέτωπο της Υεμένης δοκιμάζεται η συμμαχία Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν

Οι Χούθι έχουν ενισχύσει τις στρατιωτικές τους δυνατότητες

Η επιστροφή της Σαουδικής Αραβίας σε ανοιχτή στρατιωτική αντιπαράθεση με τους Χούθι και η ενεργοποίηση του αμυντικού συμφώνου με την Τουρκία και το Πακιστάν διαμορφώνουν ένα νέο σκηνικό για την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον όχι μόνο η έκβαση των επιχειρήσεων στην Υεμένη, αλλά και η δυνατότητα του Ριάντ να ανακόψει την ενίσχυση ενός αντιπάλου που απειλεί τις πετρελαϊκές υποδομές του βασιλείου και κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους του διεθνούς εμπορίου. Η στρατιωτική πίεση, ωστόσο, δεν εγγυάται την οριστική εξουδετέρωση των Χούθι, ενώ η εμπλοκή της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ εγείρει ερωτήματα για το εύρος της υποστήριξης που είναι διατεθειμένες να προσφέρουν.

Η νέα πολεμική αναμέτρηση και η ενίσχυση των Χούθι

Η αναζωπύρωση του πολέμου στην Υεμένη επαναφέρει τη Σαουδική Αραβία σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση που, παρά την εκεχειρία του 2022 και τις προσπάθειες για πολιτική διευθέτηση, δεν έπαψε να απειλεί την ασφάλεια του βασιλείου και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Η προέλαση των Χούθι στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, η κατάληψη στρατηγικών θέσεων κοντά στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων οδήγησαν το Ριάντ στην επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, με τη στήριξη δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης.

Οι εξελίξεις του Σεπτεμβρίου 2026 ανέδειξαν την αυξανόμενη επιχειρησιακή ικανότητα του κινήματος Ανσάρ Αλλάχ, γνωστού ως Χούθι. Οι δυνάμεις του εξήλθαν από τις περιοχές που ελέγχουν στη βόρεια και κεντρική Υεμένη, προωθήθηκαν κατά μήκος της δυτικής ακτής και κατέλαβαν τη στρατηγικής σημασίας πόλη και λιμάνι Μόχα, επεκτείνοντας παράλληλα την παρουσία τους στην περιοχή του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τη δυνατότητά τους να ασκούν πίεση σε έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους διεθνώς.

Η σαουδαραβική αντίδραση εκδηλώθηκε στις 5 Οκτωβρίου, όταν δυνάμεις της κυβέρνησης της Υεμένης εξαπέλυσαν αντεπίθεση, υποστηριζόμενες από σαουδαραβική αεροπορική εκστρατεία στην οποία, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, συμμετείχαν περίπου 100 μαχητικά αεροσκάφη. Οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακοίνωσαν την ανακατάληψη της Ντουμπάμπ και άλλων θέσεων κοντά στο στενό, καθώς και την ανακατάληψη της Μόχα, την οποία αμφισβήτησε πηγή των Χούθι. Η επιχείρηση, με την ονομασία «Αυγή της Υεμένης», αποσκοπεί στην ανατροπή των εδαφικών κερδών του κινήματος.

Οι Χούθι απάντησαν με επιθέσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον αεροδρομίων, πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και στρατιωτικών στόχων στη Σαουδική Αραβία. Στους στόχους που ανέφεραν περιλαμβάνονται το διεθνές αεροδρόμιο King Khalid στο Ριάντ, διυλιστήριο της Aramco στη Ραμπίγκ και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα νοτιοδυτικά της χώρας.

Καθοριστικό σημείο για τη νέα αναζωπύρωση αποτέλεσε ο βομβαρδισμός του διαδρόμου προσγείωσης στο διεθνές αεροδρόμιο της Σαναά, στις 13 Ιουλίου, όταν επιχειρούσε να προσγειωθεί ιρανικό πολιτικό αεροσκάφος που μετέφερε αντιπροσωπεία των Χούθι από την κηδεία του δολοφονημένου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ. Η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση ανέλαβε την ευθύνη για την επίθεση, ενώ οι Χούθι κατηγόρησαν τη Σαουδική Αραβία. Το αεροσκάφος αναγκάστηκε να προσγειωθεί στη Χοντέιντα, υπό τον έλεγχο του κινήματος.

Στις 20 Ιουλίου, οι Χούθι ανακοίνωσαν αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας, στοχεύοντας τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ενώ ακολούθησαν επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και δεξαμενόπλοια στην Ερυθρά Θάλασσα. Ωστόσο, η προετοιμασία τους για νέα σύγκρουση φαίνεται να είχε αρχίσει νωρίτερα. Σε ομιλία του στις 16 Ιουνίου, ο ηγέτης τους, Αμπντούλ Μάλικ αλ-Χούθι, δήλωσε ότι το κίνημα ήταν έτοιμο για μάχη, καλώντας σε δράση εναντίον αυτού που περιέγραψε ως πολυετή σαουδαραβική επιθετικότητα και αποκλεισμό.

Παράλληλα, οι Χούθι έχουν ενισχύσει τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Διαθέτουν πλέον βαλλιστικούς και πυραύλους κρουζ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και όπλα κατά πλοίων, ενώ έχουν αναπτύξει μεγαλύτερη ικανότητα κατασκευής οπλικών συστημάτων εντός της Υεμένης. Η υποστήριξη, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και τα εξαρτήματα που προέρχονται από το Ιράν παραμένουν σημαντικά. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, Ιρανοί αξιωματικοί και εξοπλισμός σχετικός με πυραύλους και drones μεταφέρθηκαν στην Υεμένη το καλοκαίρι, ενώ στρατιωτικές πηγές ανέφεραν ότι Ιρανοί διοικητές συνέβαλαν στον σχεδιασμό της επίθεσης του Σεπτεμβρίου.

Ειδικοί εξηγούν ότι η ιρανική επιρροή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση αποφασίζεται στην Τεχεράνη. Οι Χούθι διατηρούν δική τους ηγεσία και πολιτικούς στόχους, με βασική επιδίωξη την εδραίωση της εξουσίας τους στην Υεμένη. Η στήριξή τους προς τους Παλαιστινίους και οι επιθέσεις κατά του Ισραήλ είχαν ενισχύσει την απήχησή τους στο εσωτερικό, αλλά παράλληλα προκάλεσαν αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα. Μετά την ανακοίνωση εκεχειρίας στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2025, περιόρισαν τις επιθέσεις τους κατά του Ισραήλ και έστρεψαν την προσοχή τους στους περιορισμούς που επιβάλλει το Ριάντ στον εναέριο χώρο και στα λιμάνια τους, καθώς και στη στήριξη που παρέχει στις αντίπαλες δυνάμεις.

Σημαντικό ρόλο στην προέλασή τους έπαιξαν και οι εσωτερικές αντιθέσεις του αντι-Χούθι στρατοπέδου. Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από την Υεμένη, τον Ιανουάριο του 2026, μετά την αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία για το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο, αποδυνάμωσε δυνάμεις που είχαν συμβάλει στις επιχειρήσεις κατά των Χούθι.

Γιατί απαιτείται νέα στρατηγική από το Ριάντ

Η σαουδαραβική αντεπίθεση μπορεί να μεταβάλει τις ισορροπίες στο πεδίο, αλλά δεν επιλύει από μόνη της το πρόβλημα των Χούθι. Η εμπειρία της περιόδου 2015-2022 έδειξε ότι η τεχνολογική και αεροπορική υπεροχή του βασιλείου δεν αρκεί για την εξουδετέρωση ενός αντιπάλου που μπορεί να ανασυντάσσεται, να επανεξοπλίζεται και να πλήττει στόχους πέρα από τα εδάφη που ελέγχει. Η σημερινή απειλή είναι διαφορετική όμως από εκείνη που αντιμετώπισε η Σαουδική Αραβία όταν επενέβη στρατιωτικά στην Υεμένη το 2015.

Η ενίσχυση των Χούθι δεν περιορίζεται στην απόκτηση οπλικών συστημάτων. Το κίνημα έχει εξελιχθεί σε οργανωμένη στρατιωτική δύναμη με δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων σε μεγάλες αποστάσεις και προβολής ισχύος στη θάλασσα. Οι επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και η απειλή για τη ναυσιπλοΐα μετατρέπουν μια εσωτερική σύγκρουση της Υεμένης σε ζήτημα άμεσης στρατηγικής σημασίας για το Ριάντ. Η εξάρτηση από τις εξαγωγές μέσω της Ερυθράς Θάλασσας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό τις συνθήκες του ευρύτερου πολέμου με το Ιράν και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ.

Η Σαουδική Αραβία είχε επιδιώξει να απεμπλακεί από τον πόλεμο μέσω της εκεχειρίας του 2022 και των συνομιλιών που ακολούθησαν. Τον Δεκέμβριο του 2023 διαμορφώθηκε ένας οδικός χάρτης υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ο οποίος προέβλεπε, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, καταβολή μισθών του δημόσιου τομέα, χαλάρωση των περιορισμών στα αεροδρόμια και τα λιμάνια, επανέναρξη των εξαγωγών πετρελαίου και πολιτική διαδικασία με τη συμμετοχή των Υεμενιτών. Μια τέτοια διευθέτηση θα περιόριζε, παράλληλα, την επιρροή του Προεδρικού Συμβουλίου Ηγεσίας, το οποίο στηρίζεται στο Ριάντ.

Η επανέναρξη των επιθέσεων, όμως, έθεσε υπό αμφισβήτηση την προσδοκία ότι η απειλή των Χούθι μπορούσε να περιοριστεί χωρίς νέα στρατιωτική εμπλοκή. Σύμφωνα με αναλυτές, η Σαουδική Αραβία έχει μπροστά της τρεις βασικές επιλογές. Η πρώτη επιλογή βρίσκεται σήμερα σε εφαρμογή, με αεροπορικά πλήγματα, εξοπλισμό, εκπαίδευση και πληροφοριακή υποστήριξη προς τις κυβερνητικές δυνάμεις. Η δεύτερη προσκρούει στις ανησυχίες του Ριάντ για τις συνέπειες μιας ανεξάρτητης νότιας Υεμένης στην ασφάλειά του, παρά το γεγονός ότι ορισμένες νότιες μονάδες έχουν επιδείξει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στο πεδίο. Η τρίτη παραμένει πιθανή εάν το κόστος του πολέμου αυξηθεί ή εάν η Σαουδική Αραβία θεωρήσει ότι έχει βελτιώσει αρκετά τη διαπραγματευτική της θέση.

Μια συμφωνία με τους Χούθι θα μπορούσε να επιτρέψει την εδραίωση της κυριαρχίας τους στις περιοχές που ελέγχουν και να περιορίσει τη στρατιωτική εμπλοκή του Ριάντ. Για τους κατοίκους που έχουν εγκαταλείψει τις περιοχές υπό τον έλεγχο του κινήματος, ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη προκαλεί σοβαρές ανησυχίες. Οι πηγές καταγράφουν στρατολόγηση παιδιών, συλλήψεις εκατοντάδων ανθρώπων, στοχοποίηση μελών της κοινωνίας των πολιτών και εκτροπή ανθρωπιστικής βοήθειας. Επιθέσεις και απαγωγές εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν οδηγήσει οργανισμούς στην αναστολή της δράσης τους σε περιοχές των Χούθι, επιδεινώνοντας τις συνθήκες για τον πληθυσμό.

Από την άλλη πλευρά, η συνέχιση της στρατιωτικής εκστρατείας χωρίς σαφή πολιτικό στόχο κινδυνεύει να αναπαράγει τον φαύλο κύκλο των προηγούμενων ετών. Η ανασυγκρότηση ενός αποτελεσματικού αντι-Χούθι συνασπισμού προϋποθέτει αντιμετώπιση της διαφθοράς, εξάλειψη των λεγόμενων «στρατιωτών-φαντασμάτων», ενιαία διοίκηση και λειτουργικές συμφωνίες με τις νότιες δυνάμεις. Παράλληλα, η ιρανική υποστήριξη πρέπει να συνυπολογίζεται σε κάθε σχεδιασμό, καθώς η καταστροφή πυραύλων και εκτοξευτών δεν αποτρέπει από μόνη της την αναπλήρωση των αποθεμάτων και των δυνατοτήτων των Χούθι. Η ανακατάληψη εδαφών δεν ισοδυναμεί με εξάλειψη της απειλής. Οι ορεινές περιοχές της Υεμένης προσφέρουν στους Χούθι δυνατότητες ανασύνταξης και αντεπιθέσεων, ενώ το πυραυλικό και μη επανδρωμένο οπλοστάσιό τους εξακολουθεί να απειλεί σαουδαραβικές πόλεις, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τη ναυσιπλοΐα.

Το σύμφωνο της Μέκκας και τα όρια της συλλογικής άμυνας

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026 και προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία μέλη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Στις 5 Οκτωβρίου, σε έκτακτη συνάντηση στο Ριάντ, οι τρεις χώρες συμφώνησαν να προχωρήσουν άμεσα στην πρακτική εφαρμογή των δεσμεύσεων συλλογικής άμυνας, με την ανάπτυξη των συμφωνημένων δυνάμεων και δυνατοτήτων στη Σαουδική Αραβία.

Η ενεργοποίηση του συμφώνου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιθέσεις των Χούθι έχουν εντείνει την πίεση στο βασίλειο. Η σημασία του, σύμφωνα με αναλυτές, δεν βρίσκεται απαραίτητα στην άμεση συμμετοχή τουρκικών ή πακιστανικών στρατευμάτων στις επιχειρήσεις στην Υεμένη, αλλά στη διεύρυνση της αποτρεπτικής ισχύος και στην ενίσχυση της άμυνας της σαουδαραβικής επικράτειας.

Οι δύο χώρες, ωστόσο, αντιμετωπίζουν σημαντικούς πολιτικούς και στρατηγικούς περιορισμούς. Η Τουρκία έχει δηλώσει ότι η συνεισφορά της θα αφορά αμυντικές και τεχνικές δυνατότητες, όπως συστήματα αεράμυνας. Η ανάγκη κοινοβουλευτικής έγκρισης για αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό και η επιθυμία της Άγκυρας να αποφύγει την επιδείνωση των σχέσεών της με το Ιράν περιορίζουν τα περιθώρια άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής.

Ανάλογοι περιορισμοί υπάρχουν στο Πακιστάν. Το 2015, το κοινοβούλιο της χώρας είχε απορρίψει τη συμμετοχή στον πόλεμο της Υεμένης στο πλευρό της σαουδαραβικής συμμαχίας. Η κοινή συνοριακή γραμμή με το Ιράν, ο ρόλος του Ισλαμαμπάντ ως διαμεσολαβητή στις σχέσεις Τεχεράνης και Ουάσιγκτον και οι εσωτερικές θρησκευτικές ισορροπίες αποτελούν πρόσθετους παράγοντες επιφυλακτικότητας. Το Πακιστάν διαθέτει ήδη στρατιωτική παρουσία στη Σαουδική Αραβία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δυνάμεις του θα αναπτυχθούν στην πρώτη γραμμή των επιχειρήσεων στην Υεμένη.

Οι εκτιμήσεις για τον ρόλο των δύο χωρών συγκλίνουν στην ενίσχυση της αεράμυνας, στην παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης και στην ανταλλαγή στρατιωτικής τεχνογνωσίας και πληροφοριών. Η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων θα μπορούσε να περιορίσει την ευπάθεια του βασιλείου απέναντι σε πυραύλους και drones, δίνοντας παράλληλα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις σαουδαραβικές επιχειρήσεις εντός της Υεμένης. Οι λεπτομέρειες για τον αριθμό των δυνάμεων, τον εξοπλισμό και το χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Η μέχρι τώρα εμπειρία, πάντως, δεν δείχνει ότι η αμυντική υποστήριξη αρκεί για να αποτρέψει τις επιθέσεις. Οι Χούθι συνέχισαν να εκτοξεύουν βλήματα προς το Ριάντ, πολιτικά αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις μετά την ανακοίνωση του συμφώνου. Αξιωματούχοι τους είχαν χαρακτηρίσει τη συμφωνία «κοσμητική», εκτιμώντας ότι Τουρκία και Πακιστάν δεν θα συμμετάσχουν άμεσα σε επιθετικές επιχειρήσεις. Υπάρχει, μάλιστα, ο κίνδυνος να ερμηνεύσουν την ανάγκη εξωτερικής βοήθειας ως ένδειξη σαουδαραβικής αδυναμίας και να εντείνουν τις επιθέσεις τους.

Το πραγματικό τεστ για το σύμφωνο της Μέκκας θα είναι εάν η πολιτική δέσμευση μετατραπεί σε αποτελεσματικό συντονισμό της αεράμυνας, της ανταλλαγής πληροφοριών και των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Ακόμη και τότε, η συνεργασία δεν εγγυάται την εξάλειψη των Χούθι ως πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης, ούτε τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Η εξέλιξη της σύγκρουσης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το Ριάντ θα συνδυάσει τη στρατιωτική πίεση με μια βιώσιμη πολιτική στρατηγική και ευρύτερη περιφερειακή συνεργασία, χωρίς να επαναλάβει τα αδιέξοδα της προηγούμενης δεκαετίας.