Αναλύσεις

Όπου υπάρχει στήριξη, υπάρχουν γεννήσεις – Το δημογραφικό μήνυμα που αγνοεί η Κύπρος

Τα στοιχεία για τις γεννήσεις τέταρτου και επόμενου παιδιού στην Κύπρο αποκαλύπτουν μια δημογραφική αντίφαση που αξίζει να προβληματίσει την Πολιτεία. Ενώ οι συνολικές γεννήσεις τέταρτου και επόμενου παιδιού αυξάνονται, οι αντίστοιχες γεννήσεις από Κύπριες μητέρες ακολουθούν την αντίθετη πορεία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στη Βουλή, στο πλαίσιο απάντησης του Υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού προς τον βουλευτή Πρόδρομο Αλαμπρίτη, το 2015 καταγράφηκαν 250 γεννήσεις τέταρτου και επόμενου παιδιού από Κύπριες μητέρες, έναντι μόλις 167 το 2024. Πρόκειται για μείωση 33,2%.

Αντίθετα, οι αντίστοιχες γεννήσεις από μητέρες υπηκόους χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκαν από 46 σε 232, δηλαδή κατά 404,3%, ενώ από μητέρες υπηκόους άλλων κρατών της ΕΕ παρέμειναν περίπου σταθερές, από 49 σε 52.

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι συνολικές γεννήσεις τέταρτου και επόμενου παιδιού αυξήθηκαν από 345 σε 451 (+30,7%), την ίδια περίοδο που οι γεννήσεις από Κύπριες μητέρες μειώθηκαν κατά 33,2%.

Η αύξηση, επομένως, του συνολικού αριθμού αποκρύπτει μια εντελώς διαφορετική εξέλιξη στο εσωτερικό του πληθυσμού. Η πολυτεκνία δεν υποχωρεί ομοιόμορφα σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες.

Η εικόνα αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της ποιοι παράγοντες προκαλούν τις μεταβολές. Δημιουργεί, όμως, ένα ουσιαστικό ερώτημα: Ποιον ρόλο διαδραματίζει η πολιτική στήριξης της οικογένειας και κατά πόσο ανταποκρίνεται στις ανάγκες διαφορετικών κοινωνικών ομάδων;

Η Κύπρος τελευταία στις δαπάνες για οικογένεια και παιδιά

Ένα σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση της κρατικής πολιτικής προέρχεται από τη Eurostat.

Το 2022 η Κύπρος διέθεσε μόλις το 4,6% των συνολικών κοινωνικών παροχών της σε παροχές για την οικογένεια και τα παιδιά, έναντι 8,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Κατατάχθηκε έτσι στην τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών μελών.

Η περιορισμένη αυτή χρηματοδότηση αποτυπώνεται και στις δαπάνες ανά κάτοικο: μόλις €277 στην Κύπρο, έναντι €830 κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά το Επίδομα Τέκνου, αλλά το σύνολο των κοινωνικών παροχών για οικογένεια και παιδιά. Αναδεικνύουν, ωστόσο, το περιορισμένο μερίδιο που καταλαμβάνει η οικογενειακή στήριξη στην κυπριακή κοινωνική πολιτική.

Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρή δημογραφική πρόκληση, η στήριξη της οικογένειας δεν μπορεί να εξαντλείται σε περιορισμένα επιδόματα. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη πολιτική που να περιλαμβάνει στέγαση, εκπαίδευση, υπηρεσίες φροντίδας, εργασιακές διευκολύνσεις και οικονομικά κίνητρα για τους γονείς.

Από 10.065 σε μόλις 3.166 πολύτεκνους δικαιούχους

Η αποδυνάμωση της πρόσβασης στο Επίδομα Τέκνου αποτυπώνεται και σε ένα δεύτερο, ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο.

Το 2012 οι Κύπριοι πολύτεκνοι δικαιούχοι του επιδόματος ανέρχονταν σε 10.065 οικογένειες. Το 2024 είχαν περιοριστεί σε μόλις 3.166, καταγράφοντας μείωση 68,5%.

Η μείωση αφορά τους δικαιούχους του συγκεκριμένου επιδόματος και όχι κατ' ανάγκην το σύνολο των πολύτεκνων οικογενειών. Το μέγεθός της, όμως, επιβάλλει να εξεταστεί σοβαρά κατά πόσο η νομοθεσία ανταποκρίνεται στον στόχο της στήριξης της πολυτεκνίας.

Από το 2012, η εισαγωγή εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων περιόρισε την πρόσβαση, ενώ ο μηχανισμός των εξαρτώμενων τέκνων δημιουργεί μια πρόσθετη στρέβλωση.

Μια οικογένεια που απέκτησε και ανέθρεψε τέσσερα παιδιά δεν παύει να είναι πολύτεκνη όταν τα μεγαλύτερα παιδιά ενηλικιωθούν. Ωστόσο, η νομοθεσία μειώνει σταδιακά το εισοδηματικό όριο που της αναγνωρίζει.

Ας εξετάσουμε ένα απλό παράδειγμα.

Με το προτεινόμενο νομοσχέδιο, το βασικό εισοδηματικό όριο για οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά αυξάνεται από €69.000 σε €74.000. Όταν όμως τα μεγαλύτερα παιδιά παύσουν να θεωρούνται εξαρτώμενα, το όριο μειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών που απομένουν.

Για να διατηρεί, επομένως, μια πολύτεκνη οικογένεια αδιάλειπτη πρόσβαση στο κανονικό επίδομα μέχρι και το τελευταίο εξαρτώμενο παιδί, πρέπει τελικά να πληροί το εισοδηματικό όριο της οικογένειας με ένα εξαρτώμενο παιδί, δηλαδή τις €54.000 ακαθάριστου οικογενειακού εισοδήματος.

Πρόκειται για εισοδηματικό επίπεδο που, ανάλογα με τη σύνθεση της οικογένειας και τις κρατήσεις, μπορεί να προσεγγίζει το στατιστικό όριο κινδύνου φτώχειας μιας μεγάλης οικογένειας.

Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα: Η Πολιτεία αντιμετωπίζει τη στήριξη της πολυτεκνίας κυρίως ως εισοδηματικά στοχευμένη κοινωνική παροχή και όχι ως αυτοτελή πολιτική αναγνώρισης της ανατροφής τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών.

Η καταπολέμηση της φτώχειας είναι αναγκαία. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαθιστά μια ολοκληρωμένη πολιτική στήριξης της πολυτεκνίας.

Γιατί η ίδια πολιτική μπορεί να έχει διαφορετικό αντίκτυπο;

Η διαφορετική εξέλιξη των γεννήσεων ανά υπηκοότητα μητέρας δημιουργεί ένα ερώτημα που αξίζει να εξεταστεί σε συνδυασμό με την οικονομική πραγματικότητα των οικογενειών.

Το ίδιο σύστημα παροχών δεν έχει κατ' ανάγκην την ίδια πρακτική σημασία για όλες τις οικογένειες.

Για ορισμένες οικογένειες που προέρχονται από χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα ή λιγότερο ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας, οι κυπριακές παροχές ενδέχεται να αποτελούν σημαντική οικονομική ενίσχυση σε σύγκριση με τις δυνατότητες της χώρας προέλευσής τους.

Αντίθετα, πολλές κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες με μεσαία εισοδήματα μπορεί να αποκλείονται από το κανονικό επίδομα, παρότι εξακολουθούν να επωμίζονται το σημαντικό κόστος ανατροφής τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών.

Παράλληλα, οικογένειες από άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν τις παροχές, το κόστος διαβίωσης και τις υπηρεσίες οικογενειακής στήριξης μεταξύ χωρών. Το κατά πόσο αυτές οι διαφορές επηρεάζουν την εγκατάσταση ή τις αποφάσεις τεκνοποίησης στην Κύπρο δεν έχει τεκμηριωθεί από τα συγκεκριμένα στοιχεία.

Οι δημογραφικές εξελίξεις επηρεάζονται επίσης από τη μετανάστευση, την ηλικιακή σύνθεση, την απασχόληση, το κόστος στέγασης και τις προσωπικές επιλογές των οικογενειών.

Επομένως, δεν μπορεί να αποδοθεί η αύξηση των γεννήσεων από μητέρες τρίτων χωρών αποκλειστικά στις κρατικές παροχές, ούτε να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι οικογένειες αυτές έχουν ευκολότερη πρόσβαση στο Επίδομα Τέκνου χωρίς συγκριτικά στοιχεία εισοδημάτων και δικαιούχων.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι στηρίζονται οι οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες, ανεξαρτήτως καταγωγής. Το πρόβλημα είναι ότι η στήριξη δεν καλύπτει επαρκώς και τις πολύτεκνες οικογένειες με μεσαία εισοδήματα.

Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει κατά πόσο η πολιτική της ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος ανατροφής περισσότερων παιδιών και όχι αποκλειστικά στην οικονομική κατάσταση της οικογένειας.

Η νέα μεταρρύθμιση: βελτίωση ή χαμένη ευκαιρία;

Η προτεινόμενη τροποποίηση του Επιδόματος Τέκνου αποτελεί μια θετική εξέλιξη ως προς τη διεύρυνση της πρόσβασης, χωρίς όμως να διορθώνει τον βασικό μηχανισμό περιορισμού της στήριξης.

Μετά από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, τα βασικά εισοδηματικά όρια αυξάνονται κατά μόλις €5.000. Για οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά, το όριο μετακινείται από €69.000 σε €74.000.

Παράλληλα, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ανώτατο όριο €100.000 για οικογένειες με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά, μέσω πρόσθετης εισοδηματικής κατηγορίας με πολύ μειωμένο επίδομα.

Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε τη διεύρυνση της πρόσβασης σε ένα συμβολικό ποσό με την ουσιαστική οικονομική στήριξη.

Στην ανώτερη εισοδηματική κατηγορία, το επίδομα για πολύτεκνες οικογένειες μπορεί να περιορίζεται σε περίπου €30 μηνιαίως ανά παιδί και ακόμη χαμηλότερα για εξαρτώμενους φοιτητές.

Η σημασία της μεταρρύθμισης πρέπει, επομένως, να αξιολογηθεί όχι μόνο από το πόσες επιπλέον οικογένειες θα καταστούν δυνητικά δικαιούχοι, αλλά και από το πραγματικό ύψος της παροχής και τη διάρκεια για την οποία θα τη λαμβάνουν.

Επιπλέον, η σταδιακή μείωση των εισοδηματικών ορίων καθώς τα παιδιά παύουν να είναι εξαρτώμενα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρόβλημα.

Η πολιτική στήριξης πρέπει να αλλάξει

Τα στοιχεία γεννήσεων δεν αποδεικνύουν ότι οι παροχές προκαλούν αυτομάτως περισσότερες γεννήσεις. Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη να εξεταστεί σοβαρά η σχέση μεταξύ οικονομικής ασφάλειας, οικογενειακής πολιτικής και δημογραφικών επιλογών.

Η Κύπρος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη δημογραφική πρόκληση περιορίζοντας τη στήριξη της πολυτεκνίας κυρίως στις οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.

Χρειάζεται μια πολιτική που να αναγνωρίζει ότι το κόστος ανατροφής τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών παραμένει σημαντικό ακόμη και όταν η οικογένεια διαθέτει μεσαίο εισόδημα.

Η πλήρης κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων για τις πολύτεκνες οικογένειες αποτελεί πάγια θέση της Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων. Μέχρι την υλοποίησή της, έχουμε εισηγηθεί την υιοθέτηση μεταβατικού εισοδηματικού ορίου €150.000, με διατήρηση του ορίου μέχρι την παύση της εξάρτησης και του τελευταίου παιδιού κάτι ήδη που ισχύει και για τις φορολογικές εκπτώσεις.

Η πρόταση αυτή αποσκοπεί στην ουσιαστική διεύρυνση της πρόσβασης, χωρίς να μειώνεται η προστασία των οικονομικά ευάλωτων οικογενειών.

Η δημογραφική πρόκληση απαιτεί περισσότερα από περιορισμένες αναπροσαρμογές εισοδηματικών ορίων. Απαιτεί συνεχή, ουσιαστική και προβλέψιμη στήριξη της οικογένειας.

Το δημογραφικό μήνυμα που οφείλει να εξετάσει η Κύπρος είναι σαφές: η οικονομική ασφάλεια και η κρατική στήριξη έχουν σημασία για τις οικογενειακές αποφάσεις. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν συνθήκες ώστε η απόκτηση και ανατροφή περισσότερων παιδιών να αποτελεί βιώσιμη επιλογή για πολύ περισσότερες οικογένειες και ειδικά της μεσαίας τάξης.

*Αντιπρόεδρος Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων