Αναλύσεις

Μια επίκαιρη ιστορική αναδρομή για την καταγωγή των Τουρκοκυπρίων

Η καταγωγή του Ραούφ Ντενκτάς.

Μέρος Ζ΄

Για τον Ραούφ Ντενκτάς έχουν γραφτεί πολλά και από Έλληνες Κυπρίους και από Τουρκοκυπρίους. Για την καταγωγή του, όμως, ελάχιστα έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Η πιο έγκυρη αναφορά επί του θέματος αυτού γίνεται από τον αείμνηστο ιστορικό, Κώστα Π. Κύρρη, που γνώρισε από κοντά τόσο τον ίδιο, όσο και στενούς συγγενείς του, που ήταν συγχωριανοί και πολύ γνωστοί του Λαπηθιώτες. Όταν θα εξέδιδα το βιβλίο μου για τον Ραούφ Ντενκτάς το 2003 είχα παρακαλέσει τον αείμνηστο Κύρρη, με τον οποίο συνδεόμασταν φιλικά, να μου γράψει ένα σημείωμα για τον Ντενκτάς, με το οποίο να διανθίσω το βιβλίο με μια δική του μαρτυρία, που γνώριζα ότι θα ήταν έγκυρη και αδιαμφισβήτητη. Με μεγάλη ευχαρίστηση ανταποκρίθηκε και διέθεσε αρκετόν από τον πολύτιμο χρόνο του για να μου γράψει μια ολόκληρη ιστορική πραγματεία με τίτλο «Ραούφ Ντενκτάς. Βίος και Πολιτεία μιας διχασμένης προσωπικότητα της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής». Σε εισαγωγικό σημείωμα του άρθρου του γράφει ο αείμνηστος φίλος μου: «Το γράφω με χαρά για να φέρω σε φως με απλά λόγια μερικές πραγματικότητες της νεότερης Ιστορίας μας. Οι αναγνώστες θα κρίνουν πόσο σημαντικές είναι. Οι πραγματικότητες αυτές έως το 1989 καταγράφονται στο βιβλίο μου “History Cyprus” και σε σειρά άρθρων μου από το 1950 έως το 1996, στον Τύπο και στο περιοδικό ‘‘Χρονικά της Λαπήθου’’. Το άρθρο αρχίζει με το ερώτημα: ‘‘Τι είναι αυτός ο φοβερός και τρομερός Ραούφ Ραΐφ Ντενκτάς, που έχει καταλάβει δεσπόζουσα θέση στην Ιστορία των τελευταίων 50 ετών; Ποιες οι ρίζες, οι οικογενειακές αρχές, η κοινωνική καταγωγή του, οι νοοτροπίες που αταβιστικά εκφράζει εν μέσω εικοστώ αιώνι έως σήμερα, στα ογδόντα περίπου χρόνια του και ποιες οι αντίστοιχες του ‘δασκάλου’ του Φαζίλ Κουτσιούκ;’’. Ελάχιστοι ίσως ξέρουν ότι πρώτος μαρτυρούμενος πρόγονος του Ραούφ Ντενκτάς είναι ο εντιμότατος Αχμέτ Πικέν Εφέντης στη Φλάσου, στα 1733 (23 Μαΐου) σε έγγραφο οθωμανικό που εξέδωσε ο διαπρεπής Ωθωμανολόγος μας Ιωάννης Π. Θεοχαρίδης σε έναν τόμο της σειράς Οθωμανικών Εγγράφων που εκδίδει η Ιερά Μονή Κύκκου. Ο Θεοχαρίδης παραθέτει και το οθωμανικό πρωτότυπο έναντι στην περιληπτική μετάφραση: Κάθε ειδικός μπορεί να δει και να κρίνει», τονίζει ο Π. Κύρρης, και συνεχίζει:

«Οι Πικένηδες της Φλάσου (Φλάσου είναι λέξη αρχαία ελληνική), ήσαν οι εξισλαμισμένοι απόγονοι Γάλλων/Γαλλοεβραίων, των Picquigny, που εγκαταστάθηκαν στα κυπριακά εδάφη, σε φέουδα και αλλού, επί λατινοκρατίας και εξισλαμίσθηκαν - όχι όλοι - κατά ή μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς Τούρκους στα 1570-71, ακριβώς πότε δεν γνωρίζουμε. Όμοια εξισλαμίσθηκαν και άλλες λατινικές και λατινοεβραϊκές οικογένειες. Στη Λευκωσία, όλοι σχεδόν οι Λατίνοι της περιοχής της Αγίας Σοφίας εξισλαμίσθηκαν, αλλά διατηρούσαν μυστικά και τα λατινικά τους ονόματα. Ανάμεσα σ’ αυτούς αναφέρεται από τις πηγές και η κόμισσα της Τριπόλεως, που εξισλαμισμένη αγωνιζόταν να σώσει τα παιδιά της από τη σφαγή, και τελικά το κατάφερε μόνο τουρκεύοντας. Στο τραγούδι της Εμινέ και του Χριστοφή (1625), η Εμινέ εξορκίζει τον Χριστοφή, που τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι της Χώρας και τον βασάνιζαν να τουρκέψει: ‘‘Παρακαλώ σε, Χριστοφή, να μεν μουσουλμανίσεις’’».

Στη συνέχεια, ο αείμνηστος Κύρρης συνδέει τους κρυπτοχριστιανούς Λατίνους της Λευκωσίας με τους συγχωριανούς του Πικένηδες της Λαπήθου, γόνος των οποίων ήταν και ο Ντενκτάς. Γράφει συγκεκριμένα: «Οι εξισλαμισθέντες Λατίνοι της Αγίας Σοφίας Λευκωσίας ήταν οι πρώτοι κρυπτοχριστιανοί στην Κύπρο. Λίγο μετά το 1571 οι Έλληνες χριστιανοί ανοικοδόμησαν την Παναγία Οδηγήτρια απέναντι στην Αγία Σοφία, που έγινε τζαμί. Τους επέτρεψαν οι κρυπτοχριστιανοί Λατίνοι γείτονές τους να την ανοικοδομήσουν όπως ήθελαν. Χαρακτηριστικό είναι ότι η κάθετος επί της οδού Αγίας Σοφίας, οδός Χρυσοχόων, φιλοξενούσε μέχρι τη δεκαετία του 1960 τους χρυσοχόους. Ενθυμούμαι τη σταδιακή έξωση των Ελλήνων χρυσοχόων, που ήλπιζαν να επιστρέψουμε τη βοήθεια των Τούρκων. Μάταια…

»Το επάγγελμα αυτό στην περιοχή δεν ήταν τυχαίο. Χαρακτηριστικό είναι ότι το επάγγελμα αυτό εξυπηρέτησε τους Λατίνους και Λατινοεβραίους κρυπτοχριστιανούς της περιοχής από και προ της κατακτήσεως. Μια από τις οικογένειες αυτές ήταν και η οικογένεια Πικένη, που είχε συγγενείς στη Λάπηθο και τη Φλάσου. Από αυτούς κατάγεται και ο Ραούφ Ντενκτάς. Μια άλλη σπουδαία, πλουσιότατη οικογένεια της περιοχής Αγίας Σοφίας ήταν οι Λατινοεβραίοι Χαλουβατζήδες. Ο πατέρας της οικογένειας, ο Χαλουβατζής Εφέντης, ερχόταν στη Λάπηθο να επιθεωρήσει τα κτήματά, που ξεκινούσαν από την Πάνω Τζαμή Λαπήθου 1897, και έφταναν, με μικρή διακοπή, μέχρι την παραλία στην Αϊρκώτισσα. Πραγματικό φέουδο, γειτονικό με τα κτήματα του Μπραΐμη του Πιτζένη…».

Στο σημείο αυτό ο Κύρρης κάνει μια παρέκβαση για να αναφερθεί σε Ελληνίδες, Λατινοεβραίους και άλλους Λινοβάμβακους που τους έζησε από κοντά: «Στα κτήματά τους, στην Αϊρκώτισσα, που γειτόνευαν με του Μπραΐμη, του Πιτζένη, και ο Πιτζένης και ο Χαλουβατζής, εργοδοτούσαν Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους εργάτες, σχεδόν δουλοπάροικους. Ο Χαλουβατζής κυκλοφορούσε στους δρόμους της Λαπήθου πάνω σε άλογο πανάκριβο καλπάζοντας σαν μεσαιωνικός ιππότης ή μάλλον άρχοντας φεουδάρχης, με γυαλιά με πολύτιμους χρυσούς σκελετούς, αρειμάνιος και επιβλητικός. Θυμούμαι το χαρακτηριστικό των Σημιτών και δη των Εβραίων και Αράβων. Τον εθαυμάζαμε όλοι. Κι όποιος χαιρετιόταν από αυτόν, Έλλην ή Τούρκος, το θεωρούσε τιμή του. Μιλούσε αρκετά καλά Ελληνικά, και Κυπριακά και την κοινή, που την ήξερε από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία, απ’ όπου έφερε και τη σύζυγό του. Με τον πατέρα μου και τους εκ μητρός θείους μου, που έφτιαχναν τα παπούτσια της οικογένειας, μιλούσε Ελληνικά. Ψώνιζε από την υπεραγορά-φούρνο της οικογένειάς μου, του Μάστρε Παναή.

»Τα παιδιά του Χαλουβατζή με άκουγαν που έπαιζα βιολί - και όλοι, και Τουρκάκια και Ελληνόπαιδα, θαύμαζαν το παίξιμό μου, τόσο στο δάκτυλο, όσο και στη δοξαριά. Το είπαν στη μητέρα τους, η οποία ήταν Καυκάσια χριστιανή και έπαιζε κι αυτή εξαίσιο βιολί, κλασική μουσική. Με κάλεσε στο σπίτι τους κοντά στην Πάνω Τζαμή, να με ακούσει. Πήγα με το βιολί μου και της έπαιξα κάτι δικό μου, αυτοσχεδιασμό. ‘‘Μπράβο, γιε μου’’, μου λέγει. Έπειτα παίξαμε κάτι από κοινού. Παίξαμε μαζί και στο τέλος μου λέει, ‘‘πάμε τώρα να προσκυνήσουμε’’. Στο βάθος, σε μια γωνιά του αρχοντικού της είχε ένα εικονοστάσιο με παλιές εικόνες, που τις έφερε μαζί της από τον Καύκασο. ‘‘Προσκύνα, γιε μου, την Παναγία και τον Χριστό. Να προσκυνήσω κι εγώ. Να τους ευχαριστήσουμε που μας έδωσαν τη μεγάλη ευκαιρία να παίζουμε μαζί και να χαιρόμαστε την ωραία αυτή φύση, που είναι γεμάτη ομορφιές και κάλλη’’. Ήξερε τον Διονύσιο Σολωμό.

»Την ερωτώ: ‘‘Τα παιδιά σου προσκυνούν κι αυτά;’’. Μου απαντά: ‘‘Μάλιστα, προσκυνούν. Αλλά φοβούμαι ότι σύντομα δεν θα προσκυνούν. Ο πατέρας τους στη Λευκωσία με φανατικούς, θα τους οδηγήσουν να εξισλαμισθούν από τα καλά. Όμως, θα υπάρχει μέσα τους μέχρι το τέλος της ζωής τους και ένας χριστιανικός πυρήνας καλοσύνης και αγάπης, που εξάλλου υπάρχει και στο Ισλάμ’’.

»Και πράγματι, όπως έμαθα ύστερα, ενώ ανήκαν στις φανατικές τουρκικές ομάδες, που αργότερα έγιναν η ΤΜΤ, και αυτοί και αρκετοί άλλοι συνάδελφοί τους γλίτωσαν Έλληνες συμπατριώτες τους από την οργή, την τελευταία στιγμή, με κίνδυνο τη ζωή τους. Ήταν πολύ ωραία παιδιά, με καυκασιανές και λίγο εβραϊκές φυσιογνωμίες…».

*Το Η΄ Μέρος της επόμενη Κυριακή