Ανθρώπινες Ιστορίες

Η τελευταία επιθυμία του Παρασκευά Χοιροπούλη

Μετά το τελευταίο δημοσίευμα του φίλου Νίκου Παπαναστασίου και ένα τηλεφώνημα από τον πολυαγαπητό μου Ρένο Λυσιώτη για τον Παρασκευά Χοιροπούλη, τον επισκέφτηκα στο γηροκομείο όπου βρίσκεται στο βόρειο Λονδίνο.

Από τον Ρένο, ο οποίος μαζί με τον Γλαύκο Κληρίδη ήταν οι δικηγόροι των τριών αγωνιστών της ΕΟΚΑ, Ανδρέα Παναγίδη, Μιχαήλ Κουτσόφτα και Παρασκευά Χοιροπούλη, έμαθα μερικές συγκλονιστικές λεπτομέρειες.

Πρώτα, ότι εν αγνοία των δικηγόρων, είχαν παρουσιάσει στο δικαστήριο ένα πλαστό πιστοποιητικό γέννησης, που έδειχνε τον Παρασκευά κατά ένα έτος νεότερο.

Ύστερα έμαθα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Παρασκευάς έκανε εκείνη την αγέρωχη δήλωσή του: Κατά τη διάρκεια της δίκης, στο διάλειμμα, ο Ρένος Λυσιώτης πλησίασε τους τρεις αγωνιστές στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Για να τους εμψυχώσει και να τους δώσει θάρρος, τους είπε ότι και αν ακόμα η απόφαση ήταν καταδικαστική θα υπέβαλλαν έφεση και θα ζητούσαν επανεξέταση της υπόθεσης από βρετανικό δικαστήριο. Ψύχραιμος, τότε, ο Ανδρέας Παναγίδης του είπε, «μη νοιάζεσαι για μας, κοίταξε να ξεκουμπιάσεις (γλιτώσεις) τον μιτσήν», εννοώντας τον Παρασκευά. Μόλις άκουσε αυτό ο νεαρός Παρασκευάς αντέδρασε και απευθυνόμενος προς τους δύο ομοχώριους, φίλους και συναγωνιστές του, τους είπε: «Καλά εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω για την πατρίδα μου;» Δήλωση συγκλονιστική, θαρραλέα και ηρωική, από ένα νεαρό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, που υποδηλώνει το ήθος, το πνεύμα και τις αξίες εκείνου του Μεγάλου Αγώνα.

Πρωτογνώρισα τον Παρασκευά το 1997, όταν παρευρέθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου μου, «βιογραφία Γεωργίου Γρίβα Διγενή», στο Λονδίνο, από την μακαριστή Πίτσα Γαλάζη. Ήταν άγνωστος στην παροικία, αφανής εργάτης στα εργοστάσια των ομογενών του Λονδίνου, που τον βασάνιζαν ψυχικά οι τραγικές εμπειρίες του Αγώνα.

Στα επόμενα χρόνια τον τιμήσαμε σε εορτασμούς της 1ης Απριλίου 1955, τόσο ως Ένωση Προσφυγικών Σωματείων αλλά και στα Ελληνικά Σχολεία του Manor Hill και Finchley. Του πήρα τότε πολύωρες συνεντεύξεις και κατέγραψα τη μαρτυρία του.

Κατά την τελευταία μου επίσκεψη στο γηροκομείο όπου μένει, την Πέμπτη, 1η Οκτωβρίου 2026, μού μίλησε για τις θύμησές του, για την παράτολμη απόπειρα των τριών, στις 16 Μαΐου 1956, να απαγάγουν Βρετανό σκοπό από το αεροδρόμιο Λευκωσίας, το ανεπιτυχές εγχείρημά τους, την αποτυχία της διαφυγής τους και τη σύλληψή τους, τη δίκη, τον απαγχονισμό των δύο συναγωνιστών του και τη φυλάκιση του ιδίου, την εξορία του στη Ρόδο μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και την επάνοδό του στην Κύπρο μετά την ανακήρυξη του Κυπριακού Κράτους και τελικά την απόφασή του να μεταναστεύσει στην Αγγλία. Σε κάποια στιγμή μου είπε: «Χίλιες φορές καλλύττερα να με κρεμάζαν τζι εμένα».

Πριν φύγω τον ρώτησα ποια ήταν η επιθυμία του και η απάντησή του ήταν «να γυρίσω και να πεθάνω στον τόπο μας». Μου το επιβεβαίωσε σε τηλεφωνήματα που μου έκανε τις επόμενες μέρες. Έτσι, με τη συγκατάθεσή του και σε γνώση των δικών του, άρχισα τις διαδικασίες για τη φιλοξενία του στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ, ώστε να ικανοποιηθεί το μόνο που ο Παρασκευάς Χοιροπούλης ζήτησε ποτέ από την Πατρίδα, για την οποία αγωνίστηκε, κινδύνεψε και υπόφερε σωματικά και ψυχικά, να γυρίσει και να πεθάνει στα χώματά της.