Αναλύσεις

Το «χλιδάτο παιδί» της πολιτικής και τα όρια της θεσμικής σοβαρότητας

Η εκλογή του Φειδία Παναγιώτου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτέλεσε για πολλούς ένα πολιτικό πείραμα. Για κάποιους ήταν ψήφος διαμαρτυρίας, για άλλους μια προσπάθεια «ανανέωσης» του πολιτικού προσωπικού. Όμως, όσο περνά ο χρόνος, το ερώτημα που αναδύεται ολοένα και πιο έντονα είναι αν η διαδικτυακή δημοφιλία μπορεί πράγματι να υποκαταστήσει τη γνώση, τη σοβαρότητα και τη θεσμική επίγνωση που απαιτεί η πολιτική.

Οι περίπου 70.000 πολίτες που τον στήριξαν καλούνται σήμερα να επανεξετάσουν την επιλογή τους υπό το φως της δημόσιας παρουσίας και συμπεριφοράς του. Η πολιτική δεν είναι πλατφόρμα προσωπικής προβολής ούτε χώρος για πρόχειρα λογοπαίγνια και επιφανειακές ατάκες. Είναι πεδίο ευθύνης, σύνθετων διαπραγματεύσεων και ουσιαστικών παρεμβάσεων. Μέχρι στιγμής, όμως, η εικόνα που εκπέμπεται περισσότερο παραπέμπει σε influencer που απλώς άλλαξε σκηνικό, όχι ρόλο.

Ακόμη και σχολιαστές που δεν ανήκουν στον λεγόμενο «παραδοσιακό» πολιτικό χώρο έχουν εκφράσει προβληματισμό. Ο Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, γράφοντας στον Πολίτη, σημείωσε ότι ο νεοεκλεγείς ευρωβουλευτής δείχνει να μην έχει ακόμη αντιληφθεί τι σημαίνει πολιτική ευθύνη. Η κριτική αυτή δεν αφορά ιδεολογική διαφωνία, αλλά στοιχειώδη κατανόηση του θεσμικού ρόλου.

Το ύφος και η δημόσια συμπεριφορά έχουν επίσης προκαλέσει αντιδράσεις. Η πολιτική αντιπαράθεση επιτρέπει σκληρή γλώσσα, όχι όμως χλευασμό ή προσβλητικές αναφορές, ιδίως όταν αγγίζουν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη προσπαθεί να ενισχύσει τη συμπερίληψη και τον σεβασμό, κάθε δημόσια τοποθέτηση οφείλει να σταθμίζεται με υπευθυνότητα. Η ελευθερία έκφρασης δεν απαλλάσσει από την ηθική υποχρέωση σεβασμού.

Παράλληλα, η εμμονή με τη συνεχή παραγωγή βίντεο – ακόμη και μέσα από χώρους και δραστηριότητες που συνδέονται με την ιδιωτική ζωή – δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όταν ένας αιρετός αξιωματούχος μετατρέπει σχεδόν κάθε στιγμή της καθημερινότητάς του σε περιεχόμενο, θολώνουν τα όρια μεταξύ θεσμικού ρόλου και εμπορικής δραστηριότητας. Η πολιτική δεν είναι ριάλιτι.

ΚΡΙΣ 2.png

Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει η προβολή ενός τρόπου ζωής που χαρακτηρίζεται από πολυτελή ταξίδια και έντονη καταναλωτική επίδειξη. Κανείς δεν απαγορεύει σε έναν πολιτικό να απολαμβάνει τις προσωπικές του στιγμές. Όμως όταν η εικόνα που εκπέμπεται μοιάζει να δίνει έμφαση στη χλιδή και όχι στο έργο, το μήνυμα προς τους πολίτες γίνεται αντιφατικό. Σε μια εποχή ακρίβειας και κοινωνικών ανισοτήτων, η επίδειξη ευμάρειας από αιρετούς προκαλεί, αν μη τι άλλο, πολιτική αμηχανία.

Έχουν επίσης διατυπωθεί δημόσια ερωτήματα σχετικά με τη χρήση οπτικοακουστικού υλικού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για σκοπούς προβολής. Το ζήτημα δεν είναι τυπικό αλλά ουσιαστικό: πού τελειώνει η θεσμική ενημέρωση και πού αρχίζει η εμπορική αξιοποίηση; Αν υφίσταται οποιαδήποτε ασάφεια, τα αρμόδια όργανα οφείλουν να τη διευκρινίσουν, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν δημιουργούνται σκιές ή υπόνοιες σύγκρουσης συμφερόντων.

Το «φαινόμενο Φειδίας» έχει ήδη απασχολήσει αναλυτές και πολιτικούς επιστήμονες. Δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόσωπο, αλλά για σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης: της μετατροπής της πολιτικής σε θέαμα. Η ψηφιακή εποχή ευνοεί την αμεσότητα, τη συντομία και την υπερβολή. Όμως η διακυβέρνηση απαιτεί βάθος, γνώση και θεσμική παιδεία. Όταν η επικοινωνία υπερισχύει της ουσίας, το αποτέλεσμα είναι πολιτική επιφάνεια χωρίς περιεχόμενο.

Ερωτήματα έχουν τεθεί και για παλαιότερες ενέργειες ή περιστατικά στο εξωτερικό, ακόμη και για επεισόδια που φέρονται να συνέβησαν σε ταξίδια του, μεταξύ άλλων στην Ιαπωνία. Αν υπάρχουν απορίες, η απάντηση πρέπει να δοθεί με διαφάνεια και σαφήνεια. Η αποσιώπηση ή η ειρωνική αντιμετώπιση δεν ενισχύει την αξιοπιστία· την υπονομεύει.

Η πολιτική δεν είναι stand-up comedy. Δεν είναι διαδικτυακή πρόκληση ούτε ανταγωνισμός δημοφιλίας. Είναι θεσμός που επηρεάζει ζωές, οικονομίες, δικαιώματα. Όποιος επιλέγει να εισέλθει σε αυτόν τον χώρο οφείλει να αποδεχθεί ότι θα κριθεί αυστηρά. Και η αυστηρή κριτική δεν είναι «πόλεμος του κατεστημένου», αλλά συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας.

Το βασικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν κάποιος είναι «συμπαθής» ή «διασκεδαστικός». Είναι αν διαθέτει την επάρκεια, τη σοβαρότητα και τη συναίσθηση ευθύνης που απαιτεί ο ρόλος. Οι πολίτες που τον ψήφισαν δεν είναι «κορόιδα»· είναι ψηφοφόροι που έκαναν μια επιλογή. Όμως κάθε επιλογή υπόκειται σε επανεκτίμηση.

Η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν ανάγκη από εκπροσώπους που να μπορούν να σταθούν με επιχειρήματα, γνώση και θεσμική αξιοπρέπεια. Αν η πολιτική μετατραπεί οριστικά σε σκηνή αυτοπροβολής, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ένα πρόσωπο, αλλά η ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας μας.