Τεχνοπολιτισμός: Η νέα κοινωνική αρχιτεκτονική
Στο σύγχρονο τοπικό και διεθνές πολιτισμικό πλαίσιο, η τεχνολογία δεν συνιστά πλέον ένα μέσο τεχνικών διαδικασιών, εξυπηρέτησης ψηφιακών αναγκών ή πρακτικής διευκόλυνσης, επικοινωνίας και κοινωνικής συνδεσιμότητας· έχει μεταστοιχειωθεί σε μια αδιόρατη δύναμη τεχνοπολιτισμού –σύμφωνα και με την θεωρία της «αδιάστατης επίδρασης» του γράφοντα- που διαποτίζει ολόκληρο το πλέγμα της ανθρώπινης εμπειρίας, περιλαμβάνοντας ακόμη και τον ψηφιακό θάνατο, χωρίς να περιορίζεται από οποιαδήποτε συμβατικά όρια. Ως εκ τούτου, η αδιάστατη επίδραση εκτείνεται εγκάρσια, σε κάθε πεδίο του κοινωνικού γίγνεσθαι το οποίο εισέρχεται σταδιακά στην λεγόμενη εκτεταμένη πραγματικότητα. Στο πλαίσιο της «ρευστής νεωτερικότητας», όπως σκιαγραφείται από τον Zygmund Bauman, όπου τα οποιαδήποτε συλλογικά χαρακτηριστικά (π.χ. κοινές αξίες, παραδοσιακά στοιχεία, εκφάνσεις κουλτούρας) κατακερματίζονται και εξατομικεύονται ακοινώνητα, η δυναμική της τεχνολογίας φαίνεται να αναμοχλεύει περαιτέρω την αποσυλλογικοποίηση κοινοτήτων, ταυτοτήτων, βιωμάτων, ιδεών, σχέσεων και νοημάτων.
Ο Jacques Ellul, στο πλαίσιο της «τεχνολογικής κοινωνίας» για την οποία έγραψε δεκαετίες προηγουμένως, υπογράμμισε εμφαντικά ότι η τεχνική ως μέθοδος φέρει δική της αυτονομία, εμπεδώνοντας μια λογική που βασίζεται στην αποδοτικότητα και την ακατάπαυστη εξέλιξη. Στο παρόν στάδιο και σε συνάρτηση με την τεχνητή νοημοσύνη –παρότι τούτη βρίσκεται σε πρώιμη φάση- ενισχύονται οι διαδικασίες αυτονόμησης, εφόσον οι αλγόριθμοι δεν αντιπροσωπεύουν απλώς παγιωμένες εντολές· επεξεργάζονται και αναλύουν μεγάλους όγκους δεδομένων, προβλέπουν αποτελέσματα με ακρίβεια, προκρίνουν μελετημένες αποφάσεις και επιτελούν ανεξάρτητες δράσεις, με προοπτικές που ξεπερνούν σχεδόν απόλυτα τις ανθρώπινες δυνατότητες. Κατά συνέπεια, με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης η οποία εξακτινώνεται γεωμετρικά -παράλληλα με την «εξαΰλωση» της φυσικής πραγματικότητας όπως ήδη την βιώνουμε- μέσα από το φάσμα της εκτεταμένης πραγματικότητας θα οδηγήσει διαδοχικά στο επόμενο καθοριστικό βήμα· δηλαδή στην εγκαθίδρυση του λεγόμενου «μετασύμπαντος». Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που ο Jan Van Dijk με τη σειρά του, επισημαίνει ότι στην υφιστάμενη «δικτυακή κοινωνία», αναπόφευκτα πλέον η δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, είναι πλήρως συγχωνευμένες και συγκροτούνται γύρω από τις εν δυνάμει άπειρες προδιαγραφές τεχνουργημάτων, με κύριο γνώρισμα την αντικατάσταση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και πρότερων δομών.
Ως εκ τούτου, η έννοια της εξουσίας δεν αντικατοπτρίζεται πλέον σε πυλώνες διοικητικής θέσμισης όπως εσφαλμένα νομίζεται, αλλά σε έξυπνα λογισμικά, σε μηχανισμούς και πλατφόρμες, σε εξειδικευμένες ταξινομήσεις που και πάλι συνθέτουν οι αλγόριθμοι. Στον τομέα της υγείας, η τηλεϊατρική, η ψηφιακή διάγνωση και θεραπεία, υπόσχονται αποτελεσματικότητα, αλλά εγείρουν ηθικά ερωτήματα ευθύνης και πιθανοτήτων λάθους. Στον τομέα της εργασίας, η εξ αποστάσεως επαγγελματική απασχόληση, ψηφιακή διαχείριση και προγραμματισμός στόχων, συστήνουν εξίσου πηγή ευελιξίας και απώλεια διασφάλισης προσωπικού χρόνου, επαρκούς εποπτείας και αξιολόγησης της παραγωγικότητας. Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι ψηφιακές πλατφόρμες και η διαδραστική μάθηση, μεταφέρουν την εμπειρία της γνώσης σε οθόνες όπου η εικόνα και η ποσότητα προηγούνται της εμβάθυνσης και της ποιότητας. Στην απλή καθημερινότητα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι εφαρμογές επικοινωνίας, με τις διάφορες χρήσεις τους συρρικνώνουν τον χρόνο και τον χώρο, ενσωματώνοντας την κοινωνική σύνδεση των ανθρώπων και γενικότερα την δημόσια και ιδιωτική σφαίρα σε έναν ψηφιακό κόσμο «συγκατοίκησης». Σε τούτη την προοπτική, η μετάβαση σε μια εξολοκλήρου ψηφιακή και οικονομία που θα υπόκειται σε κεντρικό έλεγχο, ως αντίγραφο του πρότυπου της αδιαμεσολάβητης κρυπτονομισματικής οικονομίας, όπου στοιχεία όπως τα ηλεκτρονικά πορτοφόλια και οι ανέπαφες συναλλαγές θα συνδυάζουν οικονομικές δραστηριότητες με διαφάνεια, ταχύτητα και ευκολία, είναι εξίσου σημαντικό να προσαρμοστούν ανάλογα χαρακτηριστικά αποκέντρωσης, για ενίσχυση της προσωπικής ελευθερίας του ανθρώπου.
Συνακόλουθα, η κυκλοφορία ή μεταφορά πληροφοριών και λήψη κρίσιμων αποφάσεων κατόπιν αλγοριθμικής επεξεργασίας, συστήνει επιτηδευμένες τάσεις υπονόμευσης της δημόσιας σφαίρας, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση της κοινωνικής ιδιωτείας μέσα από τις υπάρχουσες παθογένειες της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς, όσον αφορά την λογοδοσία και την συλλογική συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες. Στο πλαίσιο της αυξανόμενης δικτύωσης, ενώ οι παραδοσιακές μορφές πολιτικής επιχειρούν να προσαρμοστούν στην πολύπλοκη γλώσσα των ορολογιών και τη δυναμική της ψηφιακής εποχής, αποκαλύπτουν την απελπισμένη προσπάθεια των θεσμών και των φορέων τους, να διασφαλίσουν το κύρος, τη λειτουργικότητα και τη νομιμοποίησή τους, στο πλαίσιο μιας σαρωτικής κοινωνικής και τεχνολογικής αλλαγής, που εκ προοιμίου αδυνατούν να κατανοήσουν. Σε τούτη την φάση η αναζήτηση εναλλακτικών λυσιτελών προτάσεων ίσως πρέπει να διασυνδεθεί με την προοπτική της «ηλεκτρονικής δημοκρατίας», προσβλέποντας σε παραδείγματα κρατών όπως την Ιαπωνία, την Ελβετία και την Εσθονία, όπου εφαρμόζεται ήδη. Μπορεί και πάλι δηλαδή να (συλ)λειτουργήσει ως παράγοντας αποκέντρωσης εξουσίας, εκχωρώντας μέρος του (δια)κρατικού ελέγχου και ανασύστασης της συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες, κρυπτογραφημένες επικοινωνίες και πιστοποιημένες ταυτότητες. Έτσι, η τεχνολογία από μέσο συγκέντρωσης ή χειραγώγησης, μεταβάλλεται σε συστατικό ουσιαστικής πολιτότητας, συλλογικής ενδυνάμωσης και διαφανούς λογοδοσίας.
Στο φάσμα αυτών των ραγδαίων μετασχηματισμών, ο τεχνοπολιτισμός αναδύεται ως οντολογικό μεθόριο, έχοντας καταλυτικό αντίκτυπο στις κοινωνικές δομές και το κοινωνικό γίγνεσθαι, ενώ γενικότερα οι ανθρώπινες κοινωνίες απειλούνται από μια συνεχή διακινδύνευση όπως την παρουσίασε ο Ulrich Beck στο έργο του. Η αδιάστατη επίδραση ως ενδιάμεση κατάσταση, το πέρασμα «εντός και εκτός» τεχνολογίας, που θεμελιώνει τη νέα κοινωνική αρχιτεκτονική, συνεπάγεται το ίδιο και στη φύση του σύγχρονου πολέμου, εφόσον διεξάγεται μέσω μη επανδρωμένων και αυτόνομων οπλικών συστημάτων, κυβερνοεπιχειρήσεων εκτεταμένης κλίμακας, κέντρων ψηφιακής στρατηγικής, την εστίαση σε ζωτικής σημασίας ενεργειακές πηγές και υποδομές αποθήκευσης ή μετάδοσης κρίσιμων πληροφοριών. Στο ασταθές αυτό περιβάλλον, η εγρήγορση των ανθρώπων ως πολιτών, δεν αποτελεί απλώς θέση αντίστασης· συνιστά προϋπόθεση ελευθερίας, μέσα από την επιδίωξη αποκέντρωσης. Διότι το διακύβευμα δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή ως φορέας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι «ιδιότητές» της -όπως η τεχνητή νοημοσύνη- θα συνδράμουν σε μια όντως δημοκρατική ενδυνάμωση του κοινωνικού ιστού και των διεργασιών του, παρακάμπτοντας τη διολίσθηση σε αθέατους μηχανισμούς συμμόρφωσης, πειθαρχικής οργάνωσης ή ανεπίγνωστης επιτήρησης. Κυρίως αναμορφώνοντας πρώτα τις «βραχυκυκλωμένες σχέσεις» κράτους - κοινωνίας, σαφώς με περισσότερα θετικά, παρά αρνητικά στοιχεία.
*Κοινωνιολόγος