Αναλύσεις

Βάζουν χέρι σε 12,8 δις ευρώ

Τα 11,3 δις από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Η εικόνα των δημόσιων οικονομικών της Κύπρου τα τελευταία χρόνια μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, ενθαρρυντική. Πλεονασματικοί προϋπολογισμοί, αυξημένα φορολογικά έσοδα, σταθερή ανάπτυξη και αναλογιστικές μελέτες που εκτείνονται μέχρι το 2080 και καταδεικνύουν βιωσιμότητα των κοινωνικών Ταμείων που συνθέτουν ένα αφήγημα σταθερότητας και ελέγχου. Πίσω από αυτήν την εικόνα, ωστόσο, εξελίσσεται μια λιγότερο προβεβλημένη αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη πρακτική. Η συστηματική και διαχρονική αξιοποίηση των αποθεματικών των κοινωνικών ταμείων για τη χρηματοδότηση των αναγκών του κράτους.

Από το 2010, όταν το Υπουργείο Οικονομικών ανέλαβε τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, το συνολικό ποσό που δανείζεται το κράτος από τα τέσσερα βασικά κοινωνικά Ταμεία, το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ), το Ταμείο Αφερεγγυότητας Εργοδότη, το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού και το Ταμείο Αδειών, ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία. Τότε, υπό την προεδρία του Δημήτρη Χριστόφια, το συνολικό ύψος των οφειλών ανερχόταν σε 7,2 δισ. ευρώ. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το ποσό αυτό έχει φτάσει τα 12,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας μιαν αύξηση που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακή.

Διαχρονική πρακτική

Η εξέλιξη του χρέους ανά διακυβέρνηση καταδεικνύει τη διαχρονικότητα του φαινομένου. Το 2013, στην αρχή της δεκαετούς διακυβέρνησης του Νίκου Αναστασιάδη, οι οφειλές του κράτους προς τα τέσσερα Ταμεία ανέρχονταν σε 7,6 δισ. ευρώ. Το 2018, στην έναρξη της δεύτερης πενταετίας, είχαν αυξηθεί στα 8,1 δισ. ευρώ. Το 2023, όταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης ανέλαβε την προεδρία, το συνολικό χρέος είχε ήδη φτάσει τα 10,6 δισ. ευρώ, για να ανέλθει σήμερα στα 12,8 δισ. ευρώ. Η συνεχής αύξηση, ανεξαρτήτως πολιτικής ηγεσίας, υποδηλώνει ότι πρόκειται για δομικό χαρακτηριστικό της δημοσιονομικής πολιτικής και όχι για επιλογή μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης.

Κυρίαρχο ρόλο σε αυτήν την πρακτική διαδραματίζει το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από το οποίο προέρχεται διαχρονικά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των δανειοδοτήσεων προς το κράτος. Το 2010, οι οφειλές προς το ΤΚΑ ανέρχονταν σε 6,6 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα έχουν φτάσει τα 11,3 δισ. ευρώ. Αντίθετα, τα ποσά που αντλούνται από τα άλλα τρία ταμεία παραμένουν σαφώς χαμηλότερα και παρουσιάζουν πιο ήπια μεταβολή, με το Ταμείο Αδειών να συνεισφέρει 102 εκατ. ευρώ, το Ταμείο Αφερεγγυότητας 376 εκατ. ευρώ και το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού 998 εκατ. ευρώ.

Τα αποθεματικά και η χρήση τους από το κράτος

Η αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των αποθεματικών αποτέλεσε καθοριστικό σημείο καμπής. Μέχρι τον Ιούλιο του 2010, η Κεντρική Τράπεζα, που είχε την ευθύνη διαχείρισης του δημόσιου χρέους, επένδυε τα αποθεματικά του ΤΚΑ κυρίως σε βραχυπρόθεσμα κρατικά γραμμάτια 13 εβδομάδων, με αυτόματη ανανέωση. Με τη μεταφορά της διαχείρισης στο Υπουργείο Οικονομικών, στο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων της νομοθεσίας κοινωνικών ασφαλίσεων, τα αποθεματικά των ταμείων άρχισαν να τοποθετούνται ως τοκοφόρες καταθέσεις στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας. Η λογική ήταν διπλή, αφενός να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση του κράτους με χαμηλό κόστος, αφετέρου να αποδίδονται στα ταμεία σταθερά και «ασφαλή» επιτόκια.

Στην πράξη, η πρακτική αυτή συνιστά μια μορφή εσωτερικού δανεισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, περίπου το 95% των αποθεματικών του ΤΚΑ είναι κατατεθειμένο στο πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας, με επιτόκιο γύρω στο 2,15%, το οποίο στο παρελθόν έφτασε έως και το 4,75%. Από το 2023 έχει ενεργοποιηθεί τριμερής ρύθμιση μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας, Υπουργείου Οικονομικών και Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την καταβολή τόκων στο ΤΚΑ με επιτόκιο άνω του 4%, χωρίς ωστόσο να προβλέπεται οποιαδήποτε αποπληρωμή κεφαλαίου.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, από το 2010 μέχρι σήμερα, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία μερική ή συνολική αποπληρωμή των δανείων του κράτους προς τα Ταμεία. Η μοναδική σοβαρή προσπάθεια έγινε το 2009, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για μεταβίβαση 200 εκατ. ευρώ στο ΤΚΑ, με στόχο τη δημιουργία αποθεματικού ύψους 1 δισ. ευρώ. Η πρωτοβουλία αυτή, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς μεσολάβησαν η οικονομική κρίση και τα κουρέματα.

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή, με αφορμή την εξέταση των προϋπολογισμών του ΤΚΑ και των συναφών Ταμείων, ανέδειξε αυτήν τη «διπλή ανάγνωση» των δημόσιων οικονομικών. Από τη μια πλευρά, οι αριθμοί δείχνουν πλεονάσματα και ισχυρές ταμειακές ροές. Ο προϋπολογισμός του ΤΚΑ για το 2026 προβλέπει έσοδα ύψους 3,77 δισ. ευρώ και δαπάνες 2,74 δισ. ευρώ, δημιουργώντας πλεόνασμα άνω του 1 δισ. ευρώ. Από την άλλη, επιβεβαιώνεται ότι το κράτος στηρίζεται σε αυτά τα πλεονάσματα για να καλύψει αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες, χωρίς να προσφεύγει σε ακριβότερο εξωτερικό δανεισμό.

Το κρατικό μισθολόγιο ως διαχρονική πρόκληση

Κεντρικό ρόλο στη συζήτηση διαδραματίζει και το κρατικό μισθολόγιο. Τα τελευταία χρόνια, οι δαπάνες για μισθούς και συντάξεις στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα αυξάνονται με ρυθμούς ταχύτερους από την ανάπτυξη της οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στην αποκατάσταση μισθολογικών ωφελημάτων όσο και στη διεύρυνση του ανθρώπινου δυναμικού του κράτους. Παρά τις εξαγγελίες για ψηφιοποίηση και αύξηση της παραγωγικότητας, το κόστος λειτουργίας του κράτους παραμένει βαρύ, περιορίζοντας τα περιθώρια ευελιξίας σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης.

Η επικείμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, που αναμένεται να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2027, προβάλλεται από την Κυβέρνηση ως απάντηση σε πολλές από τις υφιστάμενες στρεβλώσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται αλλαγές στην επενδυτική πολιτική των τεσσάρων Ταμείων, κυρίως του ΤΚΑ, με στόχο τη βελτίωση των αποδόσεων και τη θεσμοθέτηση σαφούς πλαισίου διαχείρισης των αποθεματικών. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει κατά πόσον η μεταρρύθμιση αυτή θα συνοδευτεί από ευρύτερες πολιτικές αποφάσεις που θα αγγίζουν και τον πυρήνα του προβλήματος, δηλαδή το συνολικό κόστος λειτουργίας του κράτους και τη διαρκή εξάρτησή του από εσωτερικές πηγές χρηματοδότησης.

Η θέση της Κυβέρνησης

Η Κυβέρνηση, μέσω του Υπουργού Οικονομικών, Μάκη Κεραυνού, ξεκαθάρισε ότι δεν θα επιτρέψει την επένδυση του αποθεματικού του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο Χρηματιστήριο, απαντώντας σε προτάσεις που είχαν διατυπωθεί για τέτοιο ενδεχόμενο. Σημείωσε πως το αποθεματικό του ΤΚΑ, που το 2025 έφτασε περίπου τα €11,4 δισ., αποτελείται κυρίως από εισφορές και τόκους που καταβάλλει η Κυβέρνηση, καθώς και από συνεισφορές εργοδοτών και του Δημοσίου και μέχρι σήμερα επενδύεται με τη μορφή καταθέσεων και μέσω δανεισμού προς το κράτος, κάτι που αποτελεί πάγια πρακτική.

Τόνισε ότι η υπάρχουσα φόρμουλα υπολογισμού των τόκων που πληρώνει η Κυβέρνηση στο Ταμείο έχει ελλείψεις, χωρίς όμως ν’ αλλάξει η πρακτική αυτή μέχρι σήμερα. Παράλληλα, ανέφερε ότι η Κυβέρνηση συνεργάζεται με το Υπουργείο Εργασίας για εκσυγχρονισμό του συστήματος συντάξεων, ώστε στο μέλλον να μπορεί να επιλέγει παραγωγικές και αποδοτικές επενδύσεις, διασφαλίζοντας την οικονομική ασφάλεια εργαζομένων και συνταξιούχων, ενώ ξεκαθάρισε ότι η επένδυση των αποθεματικών σε χρηματιστήρια απορρίπτεται κατηγορηματικά, όπως και σε άλλες χώρες

Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η άμεση καταβολή συντάξεων, ούτε η επικείμενη κατάρρευση των Ταμείων. Το πραγματικό διακύβευμα είναι η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα και ευελιξία του δημοσιονομικού συστήματος. Ένα κράτος, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αποθεματικά των κοινωνικών ταμείων για τη χρηματοδότηση των τρεχουσών του αναγκών, ενδέχεται να βρεθεί με περιορισμένες επιλογές σε λιγότερο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες. Η πρόκληση, επομένως, είναι βαθιά πολιτική και στρατηγική.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026-02-06 191816.png