Η μειοψηφία στην υπόθεση Βαρωσιώτου: Μια θεσμικά συνεπής, συνταγματικά τεκμηριωμένη και ευρωπαϊκά ευαίσθητη προσέγγιση
Η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστικού Συμβουλίου στην υπόθεση της Δικαστού Ντόριας Βαρωσιώτου αποτελεί μία από τις πλέον σύνθετες και θεσμικά ευαίσθητες κρίσεις των τελευταίων ετών. Ιδιαίτερη σημασία δεν έχει μόνο το αποτέλεσμα, αλλά κυρίως το γεγονός ότι η απόφαση δεν ήταν ομόφωνη και ότι τρεις δικαστές, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου κ. Λιάτσου, διατύπωσαν εκτενή και πλήρως αιτιολογημένη μειοψηφία υπέρ της ένστασης.
Η μειοψηφία αυτή δεν συνιστά απλή διαφοροποίηση. Συνιστά συνεκτική νομική θέση, θεμελιωμένη στο εθνικό δίκαιο, στο Σύνταγμα και στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, και κατά την άποψή μου εκφράζει την ερμηνεία που βρίσκεται σε πληρέστερη αρμονία με τις αρχές του κράτους δικαίου.
1) Θεμελιώδης και όχι επιμέρους διαφωνία με την πλειοψηφία
Η μειοψηφία διαφωνεί με την πλειοψηφία επί της βάσης της υπόθεσης. Η διαφωνία αφορά τη νομιμότητα της σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, τη φύση του διορισμού και της λεγόμενης «δοκιμασίας» των δικαστών, καθώς και τη σχέση της εθνικής διαδικασίας με τις ευρωπαϊκές εγγυήσεις δικαστικής ανεξαρτησίας.
Δεν πρόκειται για διαφορετική στάθμιση των ίδιων δεδομένων, αλλά για διαφορετική θεσμική αφετηρία, η οποία οδηγεί σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα.
2) Η σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ως ζήτημα δημοσίας τάξεως
Κατά τη μειοψηφία, η συνεδρία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε τη συνταγματικά προβλεπόμενη σύνθεση. Όταν εξετάζεται ζήτημα που αφορά την επικύρωση ή μη διορισμού δικαστή, ενεργοποιείται το άρθρο 10(5)(γ) του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τη συμμετοχή ή, τουλάχιστον, την κλήση συγκεκριμένων θεσμικών παραγόντων.
Η μη τήρηση αυτής της σύνθεσης δεν θεωρείται από τη μειοψηφία απλή διαδικαστική πλημμέλεια, αλλά παράβαση δημοσίας τάξεως, η οποία ελέγχεται αυτεπαγγέλτως και επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης.
3) Ο χαρακτήρας του διορισμού των δικαστών και το άρθρο 7 του Ν. 14/1960
Η μειοψηφία αποδίδει κεντρική σημασία στο άρθρο 7 του περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο οι Επαρχιακοί Δικαστές είναι μόνιμα μέλη της δικαστικής υπηρεσίας.
Κατά την ανάλυσή της:
- ο νόμος δεν προβλέπει γενικό καθεστώς «δοκιμασίας» δικαστών,
- ούτε θεσμοθετεί μηχανισμό μη επικύρωσης διορισμού χωρίς σαφώς καθορισμένα κριτήρια,
- και η μακρόχρονη πρακτική δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη ρητή νομοθετική πρόβλεψη.
Η θέση αυτή εδράζεται στην αρχή ότι η νομιμότητα δεν μπορεί να προκύπτει από πρακτική όταν απουσιάζει νομοθετικό έρεισμα.
4) Κίνδυνος αυθαιρεσίας και ανάγκη σαφών θεσμικών εγγυήσεων
Η μειοψηφία επισημαίνει ότι η απουσία σαφούς και προβλέψιμου πλαισίου ως προς:
- τη διάρκεια της δοκιμασίας,
- τα κριτήρια αξιολόγησης,
- και τις έννομες συνέπειες,
δημιουργεί αντικειμενικό κίνδυνο αυθαιρεσίας, με άμεσες επιπτώσεις στην πραγματική ανεξαρτησία των δικαστών. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όπως υπογραμμίζεται, δεν διασφαλίζεται μόνο από την καλή πίστη των οργάνων, αλλά πρωτίστως από κανόνες σαφείς, διαφανείς και ελέγξιμους.
5) Η παράλειψη προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ιδιαίτερης βαρύτητας είναι η θέση της μειοψηφίας ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την υποχρέωσή του για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
Κατά τη μειοψηφία, τα ζητήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αμιγώς εσωτερικά, αλλά αγγίζουν τον πυρήνα:
- του άρθρου 19 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,
- και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ,
δηλαδή την αποτελεσματική δικαστική προστασία και τη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Υπό το πρίσμα αυτό, και δεδομένου ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο λειτουργεί ως όργανο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικο έλεγχο, η μειοψηφία θεωρεί ότι υπήρχε υποχρέωση — και όχι διακριτική ευχέρεια — παραπομπής.
Η παράλειψη αυτή, κατά τη μειοψηφία, συνιστά αυτοτελές νομικό σφάλμα, ικανό να θεμελιώσει ευθύνη του κράτους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
6) Το δικαίωμα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Περαιτέρω, η μειοψηφία ενισχύει το συμπέρασμα ότι η κ. Βαρωσιώτου διατηρεί πλήρως το δικαίωμα προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως σε σχέση με:
- το δικαίωμα σε δίκαιη διαδικασία,
- και τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, υφίστανται σοβαρές πιθανότητες η απόφαση να ανατραπεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με συνέπεια όχι μόνο τη δικαίωση της ενδιαφερόμενης, αλλά και τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημιώσεων σημαντικού ύψους.
7) Θεσμικές συνέπειες για τη Δικαιοσύνη και την Κυπριακή Δημοκρατία
Μια ενδεχόμενη ευρωπαϊκή καταδίκη δεν θα είχε αποκλειστικά οικονομικό χαρακτήρα. Θα συνεπαγόταν θεσμική έκθεση τόσο για το δικαστικό σώμα όσο και για την Κυπριακή Δημοκρατία συνολικά, επηρεάζοντας την αξιοπιστία της χώρας ως κράτους δικαίου.
Ακριβώς γι’ αυτό, η μειοψηφία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή διαφωνία, αλλά ως θεσμική προειδοποίηση με ευρωπαϊκή διάσταση.
Συμπέρασμα
Η μειοψηφία, όπως διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο κ. Λιάτσο και τα μέλη που τον συντάχθηκαν, συγκροτεί μια νομικά αυστηρή, συνταγματικά συνεπή και ευρωπαϊκά εναρμονισμένη προσέγγιση.
Κατά την άποψή μου, η θέση της μειοψηφίας:
- ευθυγραμμίζεται πληρέστερα με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου,
- ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Συντάγματος,
- και συνάδει με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο και τη σχετική νομολογία.
Για τους λόγους αυτούς, συμφωνώ με τη μειοψηφία και θεωρώ ότι η ανάλυσή της αποτελεί ουσιαστική συμβολή στον θεσμικό διάλογο, με σημασία που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση.
*Δικηγόρος