Αναλύσεις

Οι μνηστήρες του θρόνου του Ερντογάν

Τα σενάρια διαδοχής και ο ακήρυχτος πόλεμος στο εσωτερικό της Τουρκίας – Η σημασία για Κύπρο-Ελλάδα

Καθώς ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πλησιάζει προς το τέλος μιας ιστορικά μακράς πολιτικής διαδρομής, τα σενάρια διαδοχής για την επόμενη ημέρα στην Τουρκία αρχίζουν να φουντώνουν. Παρά τη δημόσια άρνηση κάθε σχεδίου διαδοχής, το τουρκικό σύστημα εξουσίας κινείται, ήδη, αθόρυβα αλλά αποφασιστικά, προς μια φάση προετοιμασίας.

Στα 71 του χρόνια, η υγεία του Τούρκου Προέδρου παραμένει ζήτημα «ταμπού» και απολύτως ελεγχόμενο από το κράτος, ενώ η πολιτική φθορά γίνεται όλο και πιο εμφανής. Υψηλός πληθωρισμός, επιτόκια, νέοι φόροι και κοινωνική πίεση έχουν διαβρώσει την εικόνα παντοδυναμίας του. Θεσμικά, η θητεία του λήγει το 2028 και μια νέα υποψηφιότητα προϋποθέτει είτε συνταγματική αναθεώρηση είτε πρόωρες εκλογές. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό του AKP η συζήτηση απαγορεύεται δημοσίως, αλλά διεξάγεται εντατικά στο παρασκήνιο.

Οι κανόνες του παιχνιδιού: Σύνταγμα και πολιτική μηχανική

Το τουρκικό πολιτικό σύστημα έχει αποδείξει ότι οι συνταγματικοί περιορισμοί δεν είναι ανυπέρβλητοι. Δημοψηφίσματα, πρόωρες εκλογές και πολιτικές ερμηνείες έχουν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα για να «λυγίσουν» κανόνες προς όφελος της εξουσίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι επιτρέπεται νομικά, αλλά τι μπορεί να νομιμοποιηθεί πολιτικά και να περάσει από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, τα ηνία της οποίας κρατά το ισλαμικό AKP.

Παρά τα όρια θητειών, ο Ερντογάν εξακολουθεί να ελέγχει τους βασικούς πυλώνες ισχύος: Δικαιοσύνη, μηχανισμούς ασφαλείας, μίντια και κομματικό μηχανισμό.


Οι παράγοντες που θα κρίνουν τη διαδοχή

Oι παράγοντες που θα κρίνουν τη διάδοχη κατάσταση στην Τουρκία αφορούν την ικανότητα του συστήματος να περιορίσει ή να εξουδετερώσει ανταγωνιστές, την πρόσβαση των υποψηφίων στους κρατικούς θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και την εγγύτητά τους στο προεδρικό κέντρο εξουσίας. Στον πυρήνα της συζήτησης παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα, όπως: Θα υποδείξει ο ίδιος ο Ερντογάν, επίσημα ή άτυπα, τον διάδοχό του; Πόσο αποτελεσματικά μπορεί η κυβέρνηση να «μπλοκάρει» αντιπάλους πριν καν φτάσουν στην κάλπη; Ποιο βάρος θα έχουν η κυβερνητική εμπειρία, ο έλεγχος της δημόσιας εικόνας και η αναγνωρισιμότητα; Και, τέλος, αν κάποιος υποψήφιος μπορεί να διευρύνει τη στήριξή του πέρα από τον στενό πυρήνα του AKP.

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ενδέχεται να μεταβληθούν ταχύτατα μέσα στην επόμενη διετία.

Οι πιθανοί διάδοχοι και τα μοντέλα εξουσίας

Χακάν Φιντάν: Το κράτος ασφαλείας με θεσμικό πρόσωπο

Ο Χακάν Φιντάν θεωρείται ο πιο «βαρύς» θεσμικά υποψήφιος. Πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών (ΜΙΤ) και νυν Υπουργός Εξωτερικών, διαθέτει διεθνή δίκτυα, γνώση του τουρκικού βαθέος κράτους και εικόνα σταθερότητας. Για πολλούς εντός συστήματος, εκπροσωπεί μια ελεγχόμενη συνέχεια με λιγότερο προσωπικό αλλά πιο κρατικό προφίλ. Προηγείται σε δημοσκόπηση μεταξύ ψηφοφόρων AKP με 33,4%. Δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο το μερικό άνοιγμα που επιχείρησε το τελευταίο διάστημα προς το Ισραήλ.

Ο «σκληρός» Σοϊλού

Ο Σουλεϊμάν Σοϊλού ενσαρκώνει το μοντέλο του «νόμου και τάξης». Με ισχυρή απήχηση στη συντηρητική βάση και μακρά θητεία στην εσωτερική ασφάλεια, εκφράζει τη συνέχεια του αυταρχικού ελέγχου χωρίς θεσμικούς πειραματισμούς. Η υποψηφιότητά του καθησυχάζει σκληρούς πυρήνες, αλλά ανησυχεί πιο πραγματιστικά στρώματα της ελίτ. Σε δημοσκοπήσεις είναι αρκετά δημοφιλής και σε θέματα ασφαλείας, προηγείται με 32,5% σε εσωτερικές δημοσκοπήσεις του AKP.

Ο «τεχνο-εθνικιστής» Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ

Ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, γαμπρός του Προέδρου και αρχιτέκτονας του προγράμματος drones, εκπροσωπεί ένα νέο ιδεολογικό μείγμα τεχνολογίας και εθνικισμού. Προβάλλεται ως πρόσωπο του «μέλλοντος», που μπορεί να ενώσει συντηρητικούς και κοσμικούς εθνικιστές. Το πλεονέκτημά του είναι το αφήγημα επιτυχίας· το μειονέκτημα, η περιορισμένη πολιτική εμπειρία. Εσωτερικές δημοσκοπήσεις του AKP τον δείχνουν στο 12%.

Μπιλάλ Ερντογάν: Το σενάριο διαδοχής

Ο Μπιλάλ Ερντογάν εκπροσωπεί το πιο ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο σενάριο. Χωρίς επίσημο αξίωμα, αλλά με αυξανόμενη δημόσια παρουσία, λειτουργεί ως εγγυητής συνέχειας δικτύων και ισορροπιών. Ωστόσο, η απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης και πολιτικής εμπειρίας καθιστά την επιλογή του υψηλού ρίσκου ακόμη και για το ίδιο το σύστημα. Λαμβάνει 14,2% σε έρευνα του AKP, αλλά του λείπει δημοκρατική νομιμοποίηση

Εκρέμ Ιμάμογλου: Ο «απαγορευμένος» αντίπαλος

Ο Εκρέμ Ιμάμογλου παραμένει το πιο επικίνδυνο πρόσωπο για το σύστημα εξουσίας, ακριβώς επειδή έχει αποδείξει ότι μπορεί να νικήσει τον Ερντογανισμό στις κάλπες. Η εκλογική του επικράτηση στην Κωνσταντινούπολη, και μάλιστα διπλή, τον κατέστησε σύμβολο πολιτικής εναλλακτικής με λαϊκή νομιμοποίηση. Η δικαστική του περιπέτεια, με κατηγορίες που η αντιπολίτευση και διεθνείς παρατηρητές χαρακτηρίζουν πολιτικά υποκινούμενες, λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού του από την προεδρική κούρσα. Στην πράξη, ο Ιμάμογλου ενσαρκώνει το σενάριο της πραγματικής ρήξης με το σημερινό μοντέλο εξουσίας, και ακριβώς γι’ αυτό αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή για το καθεστώς.

Μανσούρ Γιαβάς: Η «ήσυχη» εναλλακτική

Ο Μανσούρ Γιαβάς εκπροσωπεί ένα διαφορετικό προφίλ αντιπολίτευσης: χαμηλών τόνων, θεσμικό και λιγότερο πολωτικό. Ως δήμαρχος Άγκυρας, έχει οικοδομήσει εικόνα διαχειριστικής επάρκειας και προσωπικής εντιμότητας, προσελκύοντας ψηφοφόρους πέραν του παραδοσιακού πυρήνα του CHP. Για πολλούς αναλυτές, ο Γιαβάς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «συμβιβαστική λύση» σε ένα σενάριο όπου ο Ιμάμογλου παραμένει εγκλωβισμένος σε δικαστικές διαδικασίες. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να κερδίσει εκλογικά, αλλά αν θα του επιτραπεί θεσμικά να φτάσει μέχρι την κάλπη χωρίς παρεμβάσεις.

Γιατί η διαδοχή αφορά άμεσα την Κύπρο

Για την Κύπρο, η μετα-Ερντογάν εποχή δεν είναι εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας. Σε περιόδους εσωτερικής αβεβαιότητας, η Άγκυρα ιστορικά αυξάνει την ένταση σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Κυπριακό, χρησιμοποιώντας την εξωτερική πολιτική ως μηχανισμό συνοχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κύπρος αποτελεί διαχρονικά τον πιο αδύναμο κρίκο, στον οποίο η Άγκυρα ασκεί πίεση προκειμένου να δημιουργεί εσωτερική συνοχή.

Την ερχόμενη Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου, αναμένεται να συνεδριάσει στην Άγκυρα το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας, υπό τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με στόχο τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και τη σταθεροποίηση των διμερών σχέσεων σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας.

Η ελληνική Κυβέρνηση κρατά χαμηλές προσδοκίες, καθώς, όπως ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, δεν υπάρχει επί του παρόντος σύγκλιση για ουσιαστική συζήτηση στα βασικά ζητήματα που θέτει η Αθήνα, δηλαδή την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Έμφαση δίνεται στα «κεκτημένα» των τελευταίων ετών, όπως η μείωση της έντασης στον αέρα, η συνεργασία στο Μεταναστευτικό, το πρόγραμμα βίζας σύντομης διάρκειας για Τούρκους πολίτες σε 12 νησιά του Αιγαίου και η ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών.

Από την πλευρά της, η τουρκική Προεδρία ανακοίνωσε με λακωνικό τρόπο ότι θα εξεταστούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις «σε όλες τους τις διαστάσεις», καθώς και οι δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας. Στην ατζέντα περιλαμβάνονται, σύμφωνα με πληροφορίες, ανταλλαγή απόψεων για διμερή, περιφερειακά και διεθνή ζητήματα, καθώς και η υπογραφή συμφωνιών για την ενίσχυση των σχέσεων. Λίγο πριν από την ανακοίνωση της επίσκεψης, το τουρκικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας κατηγόρησε την Ελλάδα για «μονομερείς ενέργειες» στο θέμα της επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο και επανέφερε τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», υπογραμμίζοντας ότι οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αμετάβλητες εδώ και δεκαετίες.

Παρά τις κατά καιρούς διακηρύξεις της Αθήνας ότι «το Κυπριακό αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής», μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν έντονα σημάδια ότι ο Μητσοτάκης θα ανακινήσει ζήτημα Κυπριακού στην επικείμενη συνάντηση.

Ο γεωπολιτικός προσανατολισμός

Καθώς η διεθνής τάξη μεταβάλλεται, ο ρόλος της Τουρκίας επαναξιολογείται. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι δεν ανήκει πλήρως ούτε στη Δύση, παρά τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και την υποψηφιότητά της για ένταξη στην ΕΕ, ούτε στον Παγκόσμιο Νότο, παρά την αίτησή της για ένταξη στους BRICS. Αντίθετα, υιοθετεί μια στρατηγική «στρατηγικής αυτονομίας», επιδιώκοντας μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τους παραδοσιακούς Δυτικούς συμμάχους της, χωρίς να διακόπτει πλήρως τις σχέσεις μαζί τους, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει δεσμούς με μη Δυτικούς παίκτες, όπως η Ρωσία, η Κίνα και κράτη της Μέσης Ανατολής.

Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι η Δυτική ηγεμονία έχει υποχωρήσει και ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια μετα-Δυτική εποχή πολλαπλών κέντρων ισχύος. Η αποδυνάμωση ή αποχώρηση Δυτικών δυνάμεων (καθώς και της Ρωσίας) από διάφορες ζώνες κρίσεων επιτρέπει στην Τουρκία ν’ αναλάβει πιο ενεργό ρόλο σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική και ο Καύκασος. Τέλος, οι Τούρκοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμβάθυνση των σχέσεων με την Κίνα, την οποία θεωρούν υποαξιοποιημένη στρατηγική σχέση. Ωστόσο, η Κίνα δεν αποτελεί ακόμη κεντρικό άξονα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, λόγω ελλιπούς θεσμικής υποστήριξης και αυτό θα είναι το μεγάλο στοίχημα για τη διάδοχη κατάσταση στην Άγκυρα.