Ο φιλελευθερισμός υπό πολιορκία
Ο φιλελευθερισμός δεν υπόσχεται κοινωνική τελειότητα. Προσφέρει όμως μια θεσμική αρχή αυτοπεριορισμού της εξουσίας.
Μακάρι να είχαμε ακούσει τον Πιερ Ασνέρ. Ήδη από το 1991, αυτός ο πολιτικός φιλόσοφος προειδοποιούσε ότι, όσο κι αν οφείλουμε να γιορτάζουμε τον θρίαμβο της ελευθερίας στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν πρέπει να λησμονούμε πως η ανθρωπότητα δεν ζει μόνο με την ελευθερία και την οικουμενικότητα. Οι δυνάμεις που είχαν οδηγήσει στον σοσιαλισμό και τον εθνικισμό δεν εξαφανίστηκαν. Μετασχηματίστηκαν. Ο Ασνέρ τις συμπύκνωσε σε δύο επίμονες επιθυμίες: την επιθυμία για ταυτότητα και κοινότητα, και την επιθυμία για ισότητα και αλληλεγγύη. Όταν όμως μετατρέπονται σε ιδεολογικά προτάγματα, που διεκδικούν κανονιστική κυριαρχία, τείνουν να συγκρούονται με την αρχή του φιλελευθερισμού.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πολλοί υπέθεσαν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα θα καθίσταντο οικουμενικοί κανόνες στο πλαίσιο μιας διεθνούς τάξης υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η παραδοχή αυτή διατυπώθηκε χαρακτηριστικά από τον Φράνσις Φουκουγιάμα με τη διαβόητη θέση του περί «τέλους της Ιστορίας». Για περίπου δύο δεκαετίες, οι φιλελεύθερες αρχές ενσωματώθηκαν σε εμπορικές συμφωνίες, όρους αναπτυξιακής βοήθειας και χρηματοδότησης, πρότυπα διακυβέρνησης του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το δόγμα της ανθρωπιστικής επέμβασης. Ωστόσο, η παγκόσμια κατανομή ισχύος έχει μεταβληθεί. Η άνοδος της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας, καθώς και κρατών του Κόλπου και άλλων περιφερειακών δυνάμεων, έχει αποδυναμώσει το μονοπώλιο του φιλελεύθερου κανονιστικού προτύπου. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολυπολικότητα περιορίζει την επιβολή και την καθολικότητα των φιλελεύθερων κανόνων. Η αμφισβήτηση, όμως, δεν είναι μόνο εξωτερική. Είναι και εσωτερική: αφορά την επιβίωση του φιλελευθερισμού έναντι ιδεολογιών.
Ο κλασικός φιλελευθερισμός, από τον Τζον Λοκ έως τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, θεμελιώνεται σε μια συγκεκριμένη κανονιστική δομή:
1) Το κράτος οφείλει ουδετερότητα έναντι ανταγωνιστικών αντιλήψεων περί του αγαθού.
2) Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται ισομερώς, ακόμη και για απόψεις εσφαλμένες ή προσβλητικές.
3) Η απάντηση στον λόγο είναι ο αντίλογος, όχι η καταστολή.
Στον Μιλ, η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα, καθώς και μηχανισμό γνωσιολογικής ταπεινότητας: καμία εξουσία δεν μπορεί να αξιώνει αλάθητο. Η καταστολή ιδεών θεωρείται μεγαλύτερος κίνδυνος από την ίδια τη διάδοσή τους.
Στον αντίποδα, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, στο δοκίμιό του Repressive Tolerance (1965), υποστήριξε ότι η τυπική ουδετερότητα δεν είναι πραγματικά ουδέτερη. Σε κοινωνίες δομικής ανισότητας, η ίση ανοχή όλων των απόψεων ενδέχεται να παγιώνει την κυριαρχία. Συνεπώς, μια επιλεκτική «απελευθερωτική ανοχή» δικαιολογεί τον περιορισμό ιδεών που αναπαράγουν καταπίεση. Αυτό μπορεί να σημαίνει άρνηση ανοχής σε ορισμένα πολιτικά ρεύματα, και ακόμη περιορισμό της ελευθερίας λόγου τους. Με απλά λόγια, η ισότητα και η απελευθέρωση δικαιολογούν, υπό προϋποθέσεις, τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, που συνιστά παραβίαση του φιλελευθερισμού και των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Εδώ αναδύεται μια θεμελιώδης φιλοσοφική αντιπαράθεση:
- Ο φιλελευθερισμός φοβάται περισσότερο την εξουσία, που αποφασίζει ποιες ιδέες επιτρέπονται.
- Η κριτική θεωρία φοβάται περισσότερο την κοινωνική δομή, που διαιωνίζεται μέσω της ουδέτερης ανοχής.
Η διαφορά δεν είναι απλώς πολιτική. Aφορά το ίδιο το κριτήριο νομιμοποίησης της εξουσίας.
Στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα, η συζήτηση περί «ρητορικής μίσους», «ασφαλών χώρων» και θεσμικών κωδίκων λόγου που περιορίζουν την ελεύθερη έκφραση αναδεικνύει το εξής ερώτημα: Ποιος αποφασίζει ποιος λόγος είναι ανεκτός;
Όταν το κράτος ή άλλοι θεσμοί αναλαμβάνουν ν’ αξιολογούν την ηθική ποιότητα των ιδεών, η φιλελεύθερη αρχή μετατοπίζεται. Η ισότητα της ελευθερίας υποχωρεί έναντι μιας ιεράρχησης του λόγου βάσει κανονιστικών κριτηρίων. Η ανοχή καθίσταται επιλεκτική.
Το επιχείρημα υπέρ τέτοιων περιορισμών ερείδεται συχνά στην προστασία της αξιοπρέπειας ή της ισότητας. Το φιλελεύθερο αντεπιχείρημα, ωστόσο, επιμένει ότι η ανάθεση σε θεσμική εξουσία του δικαιώματος να διακρίνει μεταξύ «αποδεκτών» και «μη αποδεκτών» ιδεών εγκυμονεί σοβαρότερο κίνδυνο: τη διάβρωση της ουδετερότητας. Σε μια Ευρώπη, όπου Γερμανίδα πολιτικός καταδικάστηκε από ποινικό δικαστήριο γιατί επικαλέστηκε στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας της Γερμανίας, σύμφωνα με τα οποία οι Αφγανοί μετανάστες εμφανίζονται δυσανάλογα συχνά ως ύποπτοι για σεξουαλική βία κατά γυναικών και κοριτσιών, όχι μόνο η δήλωση αλήθειας καθίσταται έγκλημα στο όνομα μιας αξιοπρέπειας, αλλά επίσης, σε μια πολυπολιτισμική Δύση, ποιoς αποφασίζει τι είναι αξιοπρεπές;
Η μετάβαση από το «Ίση ελευθερία για όλους» στο «Ελευθερία για ορισμένες ιδέες» συνιστά μεταβολή προς ολοκληρωτισμό. Δεν πρόκειται για τεχνική ρύθμιση, αλλά για αλλαγή θεμελιώδους αρχής.
Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες οικοδομήθηκαν πάνω σε μια λεπτή ισορροπία: προστασία της ελευθερίας χωρίς αξιολογική επιβολή συγκεκριμένης αντίληψης περί του αγαθού. Η επιστροφή ισχυρών ταυτοτικών και εξισωτικών προταγμάτων, είτε από τα δεξιά είτε από τα αριστερά, δοκιμάζει αυτήν την ισορροπία.
Η ανησυχία δεν αφορά την ύπαρξη ιδεολογιών. Αυτές είναι αναπόσπαστο στοιχείο του πλουραλισμού. Αφορά τη στιγμή κατά την οποία μια ιδεολογία αξιώνει θεσμική επικράτηση και μετατρέπει τον πλουραλισμό σε ηθικοπολιτική ιεραρχία.
Στην περίπτωση αυτή, η ουδετερότητα υποχωρεί και ο φιλελευθερισμός μετασχηματίζεται σε κανονιστικό καθεστώς με προτιμητέες ιδέες, δηλαδή υποχωρεί εις βάρος ολοκληρωτισμού.
Η κυπριακή δημόσια σφαίρα δεν είναι αποκομμένη από αυτές τις τάσεις. Η συζήτηση για τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης, τη ρύθμιση του δημόσιου λόγου και την έννοια της «ρητορικής μίσους» εγείρει σημαντικά ερωτήματα.
Η προστασία από τη βία και την απειλή αποτελεί αδιαμφισβήτητη υποχρέωση του κράτους δικαίου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: μήπως, στο όνομα μιας δήθεν προστασίας (ακόμα και από αληθή γεγονότα), υποκαθιστούμε την ίση ελευθερία με επιλεκτική ανοχή για την επιβολή μιας ιδεολογίας;
Ο φιλελευθερισμός δεν υπόσχεται κοινωνική τελειότητα. Προσφέρει όμως μια θεσμική αρχή αυτοπεριορισμού της εξουσίας. Και αυτή η αρχή δοκιμάζεται ακριβώς όταν εμφανίζεται η βεβαιότητα ότι γνωρίζουμε ποιες ιδέες πρέπει να σωπάσουν.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι ιδεολογικό αλλά θεσμικό: Θα εμπιστευθούμε περισσότερο την ανοιχτή αντιπαράθεση ελεύθερων πολιτών ή την κανονιστική κρίση της εξουσίας και την επιβολή μιας ιδεολογίας σε όλη την κοινωνία;
Εκεί κρίνεται αν ο φιλελευθερισμός παραμένει ουδετερότητα ή αν μετατρέπεται σε ιδεολογία. Έτσι κρίνεται αν ο φιλελευθερισμός επιβιώνει, ή αντικαθίσταται από έναν μασκαρεμένο ολοκληρωτισμό.
*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής στο Λονδίνο, με ειδίκευση στη Φιλοσοφία Δικαίου, το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα