Αναλύσεις

Πέτρα του σκανδάλου το λαθρεμπόριο για τον αφθώδη πυρετό

Στο μικροσκόπιο οι διακινήσεις από τα κατεχόμενα και η διαχείριση της κρίσης

Το λαθρεμπόριο ζωοτροφών από τα κατεχόμενα προς τις ελεύθερες περιοχές φαίνεται πως αποτέλεσε τον καταλύτη για την εξάπλωση της κρίσης, σπέρνοντας τον όλεθρο στην κυπριακή κτηνοτροφία. Σε ένα περιβάλλον όπου η Πράσινη Γραμμή λειτουργεί με περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου, οι «σκιώδεις» διακινήσεις υπονόμευσαν στην πράξη κάθε σχεδιασμό πρόληψης και βιοασφάλειας.

Η εμφάνιση του αφθώδους πυρετού στην Κύπρο δεν αποτέλεσε απλώς ένα ακόμα επεισόδιο που περιορίστηκε σε στενά κτηνιατρικά όρια. Αντιθέτως, εξελίχθηκε σε μια κρίση με σοβαρές οικονομικές, πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις, φέρνοντας στην επιφάνεια χρόνιες αδυναμίες στον μηχανισμό πρόληψης, επιτήρησης και διαχείρισης κρίσεων του πρωτογενούς τομέα. Η διασπορά της νόσου σε κτηνοτροφικές μονάδες της επαρχίας Λάρνακας, μετά την ήδη καταγεγραμμένη παρουσία της στα κατεχόμενα, ανέδειξε με τον πιο ηχηρό τρόπο ότι η γεωγραφική και πολιτική ιδιαιτερότητα του νησιού δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου, το οποίο απαιτεί σταθερή επαγρύπνηση και όχι αποσπασματικές αντιδράσεις.

Επισημαίνεται ότι, ο αφθώδης πυρετός, μία εξαιρετικά μεταδοτική ιογενής νόσος που προσβάλλει ζώα όπως αιγοπρόβατα και βοοειδή, δεν απειλεί άμεσα τη δημόσια υγεία, όμως μπορεί να καταστρέψει σε σύντομο χρονικό διάστημα ολόκληρες παραγωγικές μονάδες. Η μετάδοσή του είναι ταχύτατη και η αντιμετώπισή του βασίζεται κυρίως σε δραστικά μέτρα περιορισμού, συμπεριλαμβανομένης της θανάτωσης μολυσμένων κοπαδιών, της απαγόρευσης μετακινήσεων και της επιβολής ζωνών ελέγχου.

«Πρόσωπο κλειδί» στην πιθανή διάδοση του ιού

Στο στόχαστρο των Aρχών που διερευνούν την προέλευση του αφθώδους πυρετού βρίσκεται 75χρονος, ο οποίος συνελήφθη για μεταφορά μεγάλης ποσότητας καπνικών προϊόντων από τα κατεχόμενα, καθώς πληροφορίες που εξετάζονται από τους ανακριτές αναφέρουν ότι εδώ και χρόνια φέρεται να μεταφέρει σανό και ζώα από τα κατεχόμενα προς τις ελεύθερες περιοχές.

Όπως πληροφορείται η «Σ», σύμφωνα με σενάρια που αξιολογούνται, ο 75χρονος ενδεχομένως ν’ αποτελεί πρόσωπο-κλειδί στην πιθανή μεταφορά του ιού, με τον Εκπρόσωπο Τύπου του Τελωνείου να επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν στοιχεία που τον φέρουν να δραστηριοποιείται μέσω αφύλακτων σημείων της «νεκρής ζώνης».

Μάλιστα, ο άνδρας φέρεται να είχε συλληφθεί πριν από μερικούς μήνες από τις κατοχικές «αρχές» για παράνομο εμπόριο ζώων, γεγονός που εντείνει τις υποψίες και καθιστά αναγκαία τη διερεύνηση τού κατά πόσον το τελευταίο διάστημα εμπορευόταν παράνομα σανό, ώστε να διαφανεί εάν υπάρχει σύνδεση με την έλευση του αφθώδους πυρετού.

Επί μακρόν στα κατεχόμενα

Σημειώνεται πως η νόσος είχε ήδη εντοπιστεί από τον Δεκέμβριο στα κατεχόμενα εδάφη, γεγονός που από μόνο του θα έπρεπε να λειτουργήσει ως καμπανάκι για τις αρμόδιες Αρχές στις ελεύθερες περιοχές. Ωστόσο, σύμφωνα με καταγγελίες και δημόσιες τοποθετήσεις, οι προληπτικοί έλεγχοι και οι ενισχυμένες επιθεωρήσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή φαίνεται πως διακόπηκαν περίπου δύο εβδομάδες πριν από την επιβεβαίωση των πρώτων κρουσμάτων στις ελεύθερες περιοχές, με το σκεπτικό ότι οι δειγματοληψίες που είχαν προηγηθεί ήταν αρνητικές και δεν υπήρχαν ενδείξεις ενεργού διασποράς.

Σύμφωνα με την επίσημη τοποθέτηση του Υπουργείου, ο εμβολιασμός εφαρμόζεται ως μέτρο σε περίπτωση που εμφανιστεί ο αφθώδης πυρετός σε ένα κράτος-μέλος και ότι μέχρι τον Φεβρουάριο ήμασταν χώρα απαλλαγμένη από την ασθένεια, προσθέτοντας πως κανένα κράτος-μέλος δεν προβαίνει σε προληπτικό εμβολιασμό πριν από την εκδήλωση της ασθένειας στην επικράτειά του. Επίσης τίθεται το ερώτημα αν τα κατεχόμενα περιλαμβάνονται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Νομικοί κύκλοι χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη διατύπωση ως «νομικά και πολιτικά εσφαλμένη», επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται περί γλωσσικού ολισθήματος, καθότι η επίμαχη θέση διατυπώνεται ρητώς και επαναλαμβάνεται. Όπως αναφέρθηκε, όταν το ίδιο το Υπουργείο δηλώνει ότι έως τον Φεβρουάριο η χώρα ήταν απαλλαγμένη από την ασθένεια, ουσιαστικά υπονοεί ότι οι κατεχόμενες περιοχές δεν συνιστούν τμήμα της επικράτειας της χώρας.

Κατά την ίδια άποψη, μια τέτοια τοποθέτηση αντίκειται τόσο στο Διεθνές Δίκαιο όσο και στο Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο ορίζει ότι το σύνολο της Κυπριακής Δημοκρατίας εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αναστολή εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές όπου το κράτος δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, πέραν της πολιτικής και νομικής διάστασης, ανακύπτει και ζήτημα ουσιαστικής διαχείρισης της κρίσης. Η ύπαρξη «νεκρής ζώνης» και γραμμής αντιπαράταξης, όπου ο έλεγχος είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος, δημιουργεί αντικειμενικές προκλήσεις. Δεδομένου ότι είναι γνωστή η διακίνηση και το λαθρεμπόριο μεταξύ ελεύθερων και κατεχόμενων περιοχών, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπήρξε υγειονομική πλημμέλεια στην αντιμετώπιση της κατάστασης, λόγω της παραδοχής ότι η ασθένεια εντοπιζόταν σε «άλλη χώρα» έως την εμφάνιση κρουσμάτων στις ελεγχόμενες από το κράτος περιοχές.

Η Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Μαρία Παναγιώτου, υπεραμύνθηκε δημόσια του τρόπου με τον οποίο η Κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες διαχειρίζονται την κρίση του αφθώδους πυρετού, απαντώντας στις επικρίσεις για καθυστερήσεις και ολιγωρία. Όπως είπε, μετά τα πρώτα κρούσματα στα κατεχόμενα, οι ενέργειες των υπηρεσιών έγιναν σύμφωνα με τα δεδομένα και τα επιστημονικά πρωτόκολλα και ότι αν κάτι δεν έγινε σωστά, αυτό θα φανεί μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Πεδίο αντιπαράθεσης

Σε πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση του αφθώδους πυρετού εξελίχθηκε σε πεδίο αντιπαράθεσης. Η αντιπολίτευση έκανε λόγο για ελλιπή προετοιμασία, για καθυστερημένες αποφάσεις και για έλλειψη διαφάνειας ως προς το ποιος γνώριζε τι και πότε. Υποστηρίχθηκε ότι η διακοπή των προληπτικών μέτρων πριν από την επιβεβαίωση των κρουσμάτων συνιστά σοβαρή παράλειψη, ενώ διατυπώθηκαν αιχμές για τον βαθμό συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών. Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι όλες οι αποφάσεις ελήφθησαν με βάση τα επιστημονικά δεδομένα της περιόδου και ότι η κριτική ασκείται εκ των υστέρων, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους υγειονομικές απειλές.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, διατυπώθηκαν και πιο μετριοπαθείς φωνές, που ζητούν η απόδοση ευθυνών να γίνει με σοβαρότητα και όχι με προαποφασισμένα συμπεράσματα. Η διαχείριση κρίσεων απαιτεί αξιολόγηση μετά το πέρας των γεγονότων, με πλήρη εικόνα των δεδομένων, των εισηγήσεων των ειδικών και των χρονικών περιορισμών που υπήρχαν. Ωστόσο, η ανάγκη για ψύχραιμη αποτίμηση δεν αναιρεί την υποχρέωση για ενδελεχή διερεύνηση πιθανών παραλείψεων. Αντίθετα, την καθιστά πιο επιτακτική, ώστε τα συμπεράσματα να οδηγήσουν σε θεσμικές βελτιώσεις και όχι σε πρόσκαιρη πολιτική εκμετάλλευση.

Η κτηνοτροφία σε κρίση

Όταν τα πρώτα επιβεβαιωμένα περιστατικά καταγράφηκαν σε μονάδες της Λάρνακας, η κατάσταση εξελίχθηκε ραγδαία. Περίπου 13.920 ζώα κρίθηκε αναγκαίο να θανατωθούν σε 11 μονάδες, ενώ ολόκληρες κτηνοτροφικές μονάδες βρέθηκαν σε καθεστώς απομόνωσης. Πέρα από την απώλεια ζωικού κεφαλαίου, επηρεάστηκαν συμβόλαια προμήθειας γάλακτος, παραγωγικές αλυσίδες και η δυνατότητα τήρησης εξαγωγικών συμφωνιών. Η Πολιτεία ανακοίνωσε αποζημιώσεις που ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ, ωστόσο οι κτηνοτρόφοι επισημαίνουν ότι οι αποζημιώσεις καλύπτουν μόνο ένα μέρος της ζημιάς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη μακροπρόθεσμη απώλεια εισοδήματος, το κόστος επανεκκίνησης των μονάδων και τη ζημιά στη φήμη τους.

Η κρίση επηρέασε αναπόφευκτα και την παραγωγή χαλλουμιού, ενός προϊόντος που αποτελεί εμβληματικό εξαγωγικό πυλώνα της κυπριακής οικονομίας. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση της υγειονομικής κατάστασης της χώρας μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμούς ή αυξημένους ελέγχους από τρίτες χώρες, γεγονός που μεταφράζεται σε καθυστερήσεις, επιπλέον κόστος και απώλεια ανταγωνιστικότητας.

Σήμερα, με τα έκτακτα μέτρα σε πλήρη εφαρμογή, η Κύπρος επιχειρεί να περιορίσει τη διασπορά και να επαναφέρει σταδιακά την κανονικότητα. Το κρίσιμο όμως στοίχημα δεν είναι μόνο η διαχείριση της τρέχουσας επιδημίας, αλλά η αποτροπή της επανάληψης παρόμοιων φαινομένων.