Κύπρος και βρετανικές βάσεις στη σκιά των drones
Το κτύπημα με μη επανδρωμένο αερόχημα εναντίον της βρετανικής βάσης στο Ακροτήρι συνιστά ένδειξη ότι η Κύπρος, λόγω γεωγραφίας και στρατηγικού ρόλου, βρίσκεται πλέον εντός του πραγματικού επιχειρησιακού τόξου της νέας εποχής των drones. Η τεχνολογική διάχυση φθηνών, χαμηλού ίχνους και μεγάλης εμβέλειας μη επανδρωμένων συστημάτων έχει μεταβάλει ριζικά τη φύση της απειλής, καθιστώντας ακόμη και καλά προστατευμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις δυνητικά ευάλωτες υπό ορισμένες συνθήκες. Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν συστήματα άμυνας στην Κύπρο, υπάρχουν, αλλά κατά πόσο αυτά είναι διαμορφωμένα για να αντιμετωπίσουν σενάρια κορεσμού και χαμηλού ύψους προσέγγισης που χαρακτηρίζουν τα σύγχρονα επιθετικά drones.
Οι βρετανικές βάσεις αποτελούν ένα από τους σημαντικότερους εξωευρωπαϊκούς κόμβους της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας. Από εκεί, υπάρχει δυνατότητα αεροσκάφη να επιχειρούν προς τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο και τη Βόρεια Αφρική, ενώ η βάση λειτουργεί ως κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα πληροφοριών, επιτήρησης και επιμελητείας του Λονδίνου. Οι βάσεις αυτές διαθέτουν δικό τους σύστημα επιτήρησης και προστασίας, ανεξάρτητο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σε επίπεδο αισθητήρων, περιλαμβάνονται στρατιωτικά ραντάρ μέσης και μεγάλης εμβέλειας, ικανά να εντοπίζουν συμβατικά αεροσκάφη, πυραύλους cruise και άλλες αεροπορικές απειλές. Παράλληλα, η Βρετανία έχει τα τελευταία χρόνια αντικαταστήσει τα παλαιότερα συστήματα Rapier με το σύγχρονο Sky Sabre, που χρησιμοποιεί πυραύλους CAMM και παρέχει δυνατότητα εμπλοκής στόχων σε αποστάσεις άνω των 25 χιλιομέτρων.
Ωστόσο, η ύπαρξη προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων δεν σημαίνει αυτόματα απόλυτη προστασία έναντι drones τύπου Shahed ή αντίστοιχων χαμηλού κόστους πλατφορμών. Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό και συνδέεται με τον τρόπο που λειτουργεί η αεράμυνα. Τα στρατηγικά ραντάρ έχουν σχεδιαστεί για να ανιχνεύουν στόχους που κινούνται σε μεσαία ή μεγάλα ύψη. Ένα drone που πετά σε ύψος 50 έως 100 μέτρων πάνω από τη θάλασσα περιορίζει δραστικά τον χρόνο προειδοποίησης λόγω της καμπυλότητας της Γης και του λεγόμενου radar horizon. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η ανίχνευση μπορεί να συμβεί μόλις λίγα λεπτά πριν την πρόσκρουση, ιδίως αν η προσέγγιση γίνεται από κατεύθυνση όπου δεν υπάρχει συνεχής πυκνή κάλυψη αισθητήρων χαμηλού ύψους. Επιπλέον, η αεράμυνα λειτουργεί με όρους διαχείρισης κινδύνου και όχι απόλυτης βεβαιότητας. Η αναχαίτιση ενός drone με πύραυλο κόστους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ εγείρει ζητήματα αναλογικότητας, ιδιαίτερα αν ο στόχος εκτιμάται ότι θα πλήξει στρατιωτική υποδομή και όχι κατοικημένη περιοχή. Σε περιβάλλον κορεσμού, όπου πολλαπλά drones εκτοξεύονται ταυτόχρονα ή σε διαδοχικά κύματα, ακόμη και προηγμένα συστήματα μπορεί να αντιμετωπίσουν περιορισμούς πυρών ή να υποχρεωθούν σε επιλογή στόχων. Η διεθνής εμπειρία από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή δείχνει ότι η μαζική χρήση φθηνών drones αποσκοπεί ακριβώς στη δημιουργία τέτοιων διλημμάτων.
Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει δικά της αντιαεροπορικά συστήματα, κυρίως ρωσικής προέλευσης, όπως τα Tor-M1 και Buk M1-2, καθώς και φορητά μέσα μικρής εμβέλειας. Τα συστήματα αυτά είναι ικανά να πλήττουν εναέριους στόχους, συμπεριλαμβανομένων drones, όμως δεν είναι ανεπτυγμένα για την άμεση προστασία των βρετανικών βάσεων, ούτε λειτουργούν ως ενιαίο ολοκληρωμένο δίκτυο με τη RAF. Η Κύπρος δεν βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους πολεμικής κινητοποίησης, γεγονός που σημαίνει ότι η διαρκής ενεργοποίηση όλων των αισθητήρων και η συνεχής επιφυλακή δεν αποτελούν δεδομένο. Το νησί δεν διαθέτει μέχρι στιγμής γνωστό, εκτεταμένο πλέγμα εξειδικευμένων συστημάτων C-UAS (Counter Unmanned Aerial Systems) με συνδυασμό ραντάρ μικρής εμβέλειας, ηλεκτρονικών παρεμβολών και πυροβόλων υψηλής ταχυβολίας.
Στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, δρα ένα άτυπο αλλά υπαρκτό πλέγμα επιτήρησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Αμερικανικά αντιτορπιλικά με σύστημα Aegis και ραντάρ SPY-1 επιχειρούν στην περιοχή, ενώ το Ισραήλ διαθέτει πολυεπίπεδη αεράμυνα με Iron Dome. Παρά ταύτα, τα συστήματα αυτά έχουν πρωταρχικό προορισμό την προστασία ισραηλινού εδάφους και συγκεκριμένων θαλάσσιων ζωνών, όχι τη μόνιμη κάλυψη της Κύπρου. Η επιτήρηση δεν ταυτίζεται με συνεχή ενεργή αναχαίτιση. Ένα χαμηλού ύψους drone που κινείται εκτός του κύριου τόξου προστασίας μπορεί να εντοπιστεί, αλλά να μην αποτελέσει άμεσο στόχο εμπλοκής από συστήματα που δεν είναι ανεπτυγμένα για προστασία τρίτου κράτους.
Η γεωγραφία της Κύπρου επιβαρύνει την εξίσωση. Η απόσταση από τις ακτές της Συρίας είναι μικρότερη των 200 χιλιομέτρων, ενώ ο Λίβανος βρίσκεται περίπου 300 χιλιόμετρα ανατολικά. Για drones μέσης εμβέλειας, οι αποστάσεις αυτές είναι απολύτως διαχειρίσιμες. Η θαλάσσια επιφάνεια επιτρέπει χαμηλή πτήση με περιορισμένα εμπόδια και μειωμένες πιθανότητες έγκαιρου εντοπισμού. Η οροσειρά του Τροόδους δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Από τεχνική σκοπιά, λοιπόν, η Κύπρος βρίσκεται εντός ακτίνας δράσης δρώντων που διαθέτουν τέτοια μέσα.
Το ερώτημα της τρωτότητας της βρετανικής βάσης στο Ακροτήρι σε σμήνη drones είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Σε μεμονωμένη επίθεση, οι πιθανότητες επιτυχούς άμυνας είναι υψηλές, ιδίως εάν υπάρχει επαρκής χρόνος προειδοποίησης. Σε σενάριο ταυτόχρονης προσέγγισης δέκα ή περισσότερων drones από διαφορετικές κατευθύνσεις, η πίεση στο σύστημα αυξάνεται δραματικά. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση απαιτεί πολυεπίπεδο πλέγμα με ραντάρ μικρής εμβέλειας, οπτικά και υπέρυθρα αισθητήρια, ηλεκτρονική παρεμβολή GPS και, ιδανικά, μέσα χαμηλού κόστους όπως πυροβόλα C-RAM ή συστήματα κατευθυνόμενης ενέργειας. Δεν είναι δημόσια γνωστό σε ποιο βαθμό η βάση διαθέτει πλήρη τέτοια αρχιτεκτονική. Η εμπειρία από επιχειρήσεις σε Ιράκ και Συρία δείχνει ότι ακόμη και καλά προετοιμασμένες βάσεις αναβάθμισαν σημαντικά τα μέσα τους αντιμτώπισης των droneς μετά από επιθέσεις κορεσμού.
Ως προς τον κίνδυνο περαιτέρω επιθέσεων, η τεχνική δυνατότητα υπάρχει. Η πραγματοποίηση όμως εξαρτάται πρωτίστως από τη στρατηγική επιλογή των δρώντων. Η Κύπρος ως κράτος δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο. Οι βρετανικές βάσεις, όμως, αποτελούν κυρίαρχο βρετανικό έδαφος και επιχειρησιακό κόμβο. Σε περιβάλλον ευρύτερης σύγκρουσης όπου το Ηνωμένο Βασίλειο εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα, οι βάσεις μπορούν να θεωρηθούν στρατιωτικός στόχος. Η επανάληψη επιθέσεων θα εξαρτηθεί από το επίπεδο της βρετανικής εμπλοκής, την αντίδραση του Λονδίνου και τη δυναμική κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή.
Συμπερασματικά, η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι εικόνα πανικού, αλλά ούτε και πλήρους εφησυχασμού. Η Κύπρος δεν είναι αφύλακτη, όμως η διάδοση φθηνών, χαμηλού ύψους drones έχει μειώσει την απόσταση μεταξύ εχθρικής πρόθεσης και επιχειρησιακής δυνατότητας. Η βρετανική βάση στο Ακροτήρι διαθέτει σημαντικά μέσα προστασίας, αλλά όπως κάθε σύγχρονη στρατιωτική εγκατάσταση βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση του κορεσμού και της αναλογίας κόστους-απειλής. Η νέα εποχή της αεράμυνας δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα εμβέλειας, αλλά σε ικανότητα διαρκούς επιτήρησης χαμηλού ύψους και σε ευελιξία αντιμετώπισης πολλαπλών ταυτόχρονων στόχων. Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας και η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής της θέσης, δεν μπορεί πλέον να θεωρεί ότι η απόσταση αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.
*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips