25η Μαρτίου 1821- Επέτειος της Εθνικής Παλιγγενεσίας
«Η Ρωμηοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου. Κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει.
Κανένας, γιατί σσιέπει την που τα ’ψη ο Θεός μου. Η Ρωμηοσύνη εν να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει».
Μέρος Β΄
Και η επανάσταση ξαπλώνεται στη Ρούμελη και τα νησιά. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να πιστέψουν στο κακό που τους βρήκε. Αιφνιδιάζονται, αγριεύουν και αρχίζουν σφαγές Ελλήνων παντού, συλλαμβάνουν προκρίτους και τους φυλακίζουν. Ανάμεσα σε άλλους συλλαμβάνουν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και τον κρεμάζουν στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου. Τρεις μέρες μετά, το ιερό του λείψανο παραδίδεται στον όχλο, διαπομπεύεται και ρίχνεται στα νερά του Βοσπόρου. Μετά από τρεις μέρες το περισυλλέγει από τη θάλασσα ο Επτανήσιος καπετάνιος Σκλάβος και το μεταφέρει στην Οδησσό, όπου κηδεύεται με τιμές.
Στην Κύπρο ο διοικητής Κουτσιούκ Μεχμέτ διατάζει σφαγές κληρικών, προυχόντων και λαού. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι τρεις Μητροπολίτες Πάφου Μελέτιος, Κιτίου Χρύσανθος και Κυρηνείας Λαυρέντιος οδηγούνται στο Σεράγιο και, σε μια συνοπτική παρωδία δίκης, καταδικάζονται στην εσχάτη των ποινών. Ο Αρχιεπίσκοπος κρεμάζεται στη συκαμινιά της αυλής του Σεραγίου και οι τρεις Μητροπολίτες καρατομούνται, ενώ εξαγριωμένα στίφη ξεχύνονται σε πόλεις και χωριά και επιδίδονται σε σφαγές, ατιμώσεις γυναικών και καταληστεύσεις, όσων από τους προύχοντες είχαν γλιτώσει μέχρι τη στιγμή εκείνη από τις σφαγές. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης στο υπέροχο έπος του της 9ης Ιουλίου 1821 τονίζει την απάντηση του Αρχιεπισκόπου στον Κουτσιούκ Μεχμέτ, που τον απειλούσε ότι είχε στον νου του να σφάξει, να κρεμάσει:
«Σφάξε μας ούλλους τζι ας γενεί, το γαίμαν μας αυλάτζιην.
Κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζιαι τους Ρωμηούς τραούλια.
Αμμά ’ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάτζιην,
τριγύρω του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Η Ρωμηοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου.
Κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει.
Κανένας, γιατί σσιέπει την που τα ’ψη ο Θεός μου.
Η Ρωμηοσύνη εν να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει».
Στη Ρούμελη, ο γιος της Καλογριάς Γεώργιος Καραϊσκάκης κατανικά τους Τούρκους στην Αράχωβα, το Δίστομο, στον κάμπο της Αθήνας. Ο Μάρκος Μπότσαρης μάχεται σαν λιοντάρι στο Μεσολόγγι και πέφτει αργότερα πολεμώντας στο Καρπενήσι. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κάνει το Χάνι της Γραβιάς Ρημοκλήσι της Δόξας. Με 118 μόνο παλληκάρια κατορθώνει το ακατόρθωτο. Κατατροπώνει τη στρατιά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ καθυστερώντας έτσι οποιαδήποτε προώθηση τουρκικών ενισχύσεων στον Μοριά. Ο πολέμαρχος της Λειβαδιάς, Θανάσης Διάκος, γράφει το δικό του έπος στο Γεφύρι της Αλαμάνας. Κοντά του ο Γερο Πανουριάς, οι πρωτοκαπετάνιοι Δυοβουνιώτης, Γκούρας, και ο επίσκοπος Σαλώνων, Ησαΐας. Μάχεται μέχρι που ακόμα και του σπαθί του έχει σπάσει. Συλλαμβάνεται και ο γνώριμος από τα Γιάννενα Ομέρ Βρυώνης, του ζητεί να τουρκέψει, να του χαρίσει τη ζωή και να του δώσει αξιώματα. Και ο Διάκος απαντά: «Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε, εγώ Γραικός γεννήθηκαν, Γραικός θε να πεθάνω. Τελικά τον σουβλίζουν κι’ αυτός τραγουδά παραπονεμένα: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ’ η γης χορτάρι»
Κι ενώ η Επανάσταση προχωρούσε, με τις νίκες να διαδέχονται η μια την άλλη, ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος και αντί οι Έλληνες να κυνηγούν τους Τούρκους, άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους και να σημειώνονται αλληλοσπαραγμοί. Έλληνες κυνηγούσαν και σκότωναν Έλληνες. Ο γιος του Γέρου του Μοριά και γαμπρός της Μπουμπουλίνας Πάνος Κολοκοτρώνης δολοφονείται, στήθηκαν δίκες και ο Γέρος με τον ανεψιό του Δημήτρη Πλαπούτα καταδικάζονται σε θάνατο και η ποινή τους μετριάζεται σε ισόβια κάθειρξη. Κι όλα αυτά ενώ ο Ιμπραήμ με στρατό αποβιβάστηκε στον Μοριά κι άρχισε να σπέρνει τον θάνατο και την ερήμωση στο διάβα του. Ο Παπαφλέσσας εγκαταλείπει το Υπουργείο Εσωτερικών και αποφασίζει ν’ αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μαζώνει όσους μπορέσει και οχυρώνεται στο Μανιάκι, γνωρίζοντας ότι η προσπάθειά του ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Πήγε όμως και στάθηκε με τους λίγους μπροστά στους στρατιώτες του Τουρκοαιγύπτιου στρατάρχη. Πολέμησε και θυσιάστηκε. Κι ο Ιμπραήμ, που θαύμασε τον ήρωα, ζήτησε και τον βρήκαν, το έπλυναν και τον φίλησε λέγοντας: «Αλήθεια, ήταν ένας γενναίος άντρας».
Ο Παπαφλέσσας.
Μετά τη θυσία του Παπαφλέσσα θυμήθηκαν οι Έλληνες τον Κολοκοτρώνη, που τον είχαν κλεισμένο με τον Πλαπούτα στη φυλακή, στο Παλαμήδι . Αποφυλακίζονται κι ο Γέρος του Μοριά μαζώνει όσους έμειναν ακόμη στα όπλα κι αρχίζει τον πόλεμο με τον Μπραΐμη. Ο Μιαούλης με τους Καπετάνιους και τους Μπουρλοτιέρηδές του συνεχίζει να κυνηγά στα πέλαγα την τουρκική αρμάδα. Κανάρης, Τσαμαδός, Σαχίνης, Πιπίνος, Ματρόζος και άλλοι κυνηγούν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Και ο «Φράχτης του Μεσολογγίου», όπως τον αποκάλεσε ο Μπραΐμης, κρατά μέχρι που του έλειψαν οι τροφές. Τότε και μόνο τότε οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι πήραν τη μεγάλη απόφαση της ιστορικής τους Εξόδου, ελεύθεροι να ζήσουν εκείθε με τους αδελφούς κι εδώθε με τον χάρο.
Η Έξοδος του Μεσολογγίου.
Γράφει ο καθηγητής της Ιστορίας, Σωκράτης Κουγέας: «Εις τους κύκλους των αιώνων συναντώμεν κι άλλας πολιορκίας πόλεων, ευρίσκομεν και άλλας εξόδους πολιορκημένων. Αλλά καμία, ούτε της Καρχιδόνος, ούτε της Νουμαντίας, ούτε της Σαραγκόσης, ούτε άλλη τις, πλην ίσως της των Πλαταιών κατά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον, παρουσιάζει το τραγικόν μεγαλείον της πολιορκίας και της εξόδου του Μεσολογγίου. Την νύκτα της 22ας προς την 23ην Απριλίου του έτους 1826 διεδραματίσθη εις το Μεσολόγγι, όχι μόνον η ηρωικότατη και η συγκινητικότατη σκηνή του ελληνικού Αγώνος, αλλά και μία των υψηλοτέρων και ενδοξοτέρων πράξεων της παγκοσμίου Ιστορίας». Δεν έλεγε υπερβολή ο επιφανής ξένος (Φαμπρέν), όταν χαρακτήριζε την άμυναν και την Έξοδο του Μεσολογγίου ως ωραιότατον παράδειγμα, το οποίον ο πατριωτισμός και το θάρρος προσέφεραν ποτέ εις την Οικουμένην…». Κι ο ποιητής θα τραγουδήσει:
«Ως κι η Φραγγιά, που έμεινε πληχτή στο θαύμα εκείνο
Έσπευσε να την ασπαστεί κι γλυκά στο Ναυαρίνο
Να πάρει από τη δάφνη της κι αυτή ένα κλωνάρι,
Να πάρει από τη δόξα της ολίγο φως και χάρη
Πως όποιος πέσει με τιμή, ποτέτου δεν πεθαίνει».
Μετά από ποταμούς αιμάτων, κι έπειτα από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, οι εκπρόσωποι της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας αποφασίζουν την αναγνώριση ελληνικού Κράτους και πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας ορίζεται ο Ιωάννης Καποδίστριας, κυπριακής καταγωγής. Και μια λεπτομέρεια: Οι Έλληνες της Κύπρου, με υπόμνημά τους στον Κυβερνήτη, ζητούν να περιληφθεί και η Κύπρος μέσα στα σύνορα τού υπό ίδρυση ελληνικού Κράτους.