Το Έπος της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας
«Τέσσερα μαύρ’ ατέλειωτα εκατόχρονα
βουβός
κι αποκρυμμένος,
κλωσούσε την εκδίκηση ο Δικέφαλος στο δουλωμένο γένος.
Ξάφνου μια μέρα βρόντησ’ ο αντίλαλος
‘Ώς πότε παλληκάρια!’
και μύριοι Αητοί Δικέφαλοι φτερούγισαν
από σπαθιών θηκάρια».
Γ. Δροσίνη «Ο Δικέφαλος»
Τιμούμε σήμερα το Έπος του ’21 και τους πολέμαρχους πρωτεργάτες του, που σήκωσαν το λάβαρο της Επανάστασης.
Στρέφουμε με συγκίνηση τον λογισμό προς τη θυσία όλων των Ελλήνων, που με το αίμα τους και τους άφθαστους ηρωισμούς τους αποτίναξαν τον οθωμανικό ζυγό και, παρ’ όλες τις ραδιουργίες της Ιερής Συμμαχίας και τις αντιδράσεις των οπισθοδρομικών δυνάμεων της οθωμανικής στρατιωτικής φεουδαρχίας, πέτυχαν την εθνική ανεξαρτησία και έθεσαν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους.
Το ’21 αποτελεί πάντα μια βρυσομάνα φρονηματισμού για τις νεότερες γενιές και μας δίνει πλούσια διδάγματα για τους σημερινούς αγώνες που διεξάγει ο λαός μας για την περιφρούρηση της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας του, για τη δημοκρατία και την πρόοδο.
Ο αγώνας της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας αποτελούσε έργο ολόκληρου του ελληνικού λαού και ήταν αγώνας πανεθνικός. Γιατί αν οι ψυχές όλων των Ελλήνων - μικρών και μεγάλων, ανδρών και γυναικών - δεν είχαν προετοιμαστεί μυστικά για τον Αγώνα που θα ’κρίνε για ζωή και θάνατο, αν οι δοκιμασίες τετρακοσίων χρόνων δεν είχαν γίνει ισοδύναμη λαχτάρα στις ψυχές των για ελευθερία, τα λόγια και τα έργα των ολίγων δεν θα μπορούσαν να είναι η φλόγα η αναστάσιμη, που ξεχύθηκε και έστησε ορθό, έτοιμο για τις πιο απίθανες θυσίες τον Ελληνισμό. “Πατρίς” λέει ο Μακρυγιάννης στα “Απομνημονεύματά” του, και τα απλά λόγια του είναι σαν υπέρτατος καθαγιασμός της καθολικής εισφοράς του Γένους στον αγώνα, σαν μια επίσημη αναγνώριση από την απρόσωπη ελληνική συνείδηση της συμβολής όλων των Ελλήνων στην απελευθέρωση, “Πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες ότι θυσιάστηκαν διά εσέ, να σε αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μια φορά ελεύθερη πατρίδα, όπου ήσουν χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών· όλους αυτούς να τους μακαρίζεις”.
Είναι όλοι αυτοί, εκείνοι που πολέμησαν στην Αλαμάνα και στη Γραβιά, στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια, στην Τριπολιτσά, στους Μύλους, στη Χίο, στη Χαλκιδική, στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στην Κρήτη και στην Κύπρο. Όλοι αυτοί είναι εκείνοι που πολεμούσαν με δύο και τρεις και πέντε χιλιάδες Τούρκους, συχνά χωρίς τροφές και πολεμοφόδια, που εξουθενωμένοι από τον αγώνα και την πείνα, αλλά με την ψυχή πάντα ορθή, στο τέλος έπεφταν στα χέρια του εχθρού, παραδίνοντάς του μόνο το βασανισμένο κορμί τους. Από την εικόνα τέτοιων πράξεων, από τέτοιους γενναίους άντρες ήταν γεμάτη η ψυχή του Σολωμού όταν έγραφε τον “Ύμνο στην Ελευθερία” κι όταν έβαζε την Ελληνίδα Μητέρα να λέει “Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα. Τίποτε δεν είναι αν στητή μεν’ η ψυχή και ολόρθη!”.
“Το να σου παραδώσω την πόλη ούτε από μένα εξαρτάται ούτε από κανέναν άλλο απ’ όσους κατοικούν μέσα σ’ αυτήν, γιατί είμαστε όλοι αποφασισμένοι με μια γνώμη να πεθάνουμε και δεν θα νοιαστούμε καθόλου για τη ζωή μας”. Με αυτήν τη γενναία απάντηση του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, έκλεινε τον χιλιετή βίο της η Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το Έθνος συντρίβεται κάτω από τα σιδερένια πέλματα βάρβαρων κατακτητών. Η φυλή σπαράζεται από άγρια σμήνη φανατισμένων αλλοθρήσκων. Τα φαινόμενα μαρτυρούσαν πλήρη καταστροφή, ολοκληρωτικό όλεθρο, οριστικό τέλος του ιστορικού μας βίου. Ο Ελληνισμός, όμως, έχει ζώπυρα αθάνατα στους μυχούς της ψυχής του. Κάτω από την ασφυκτική πίεση της αμείλικτης πραγματικότητας συνθλίβει κάθε άλλη μορφή ομαδικής εκφράσεως και συσπειρώνεται σ’ ό,τι πιο πυρηνικό υπάρχει: στο Γένος. Και του Γένους η ψυχή, ασύλληπτη, ανυπότακτη, αδάμαστη, δεν παραδίνεται στον κατακτητή.
Μένει όχι μόνο ζωντανή αλλά και ελεύθερη, όχι μόνο ελεύθερη αλλά και ενεργός. Αυτή η ψυχή με αστραπιαία επιδεξιότητα ξανάδεσε την ιστορική μας συνέχεια στο ίδιο μέρος που την έκοψε το σπαθί του Μωάμεθ.
Αυτή με καταπληκτικά εύστοχη ετοιμότητα προέβαλε στο άπειρο το αστραφτερό όραμα της Μεγάλης Ιδέας, που έγινε για τον Ελληνισμό το οξύ που συντηρούσε την ελπίδα για το αναμενόμενο ελεύθερο αύριο. Πέρα, όμως, από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας οι Έλληνες προχώρησαν σε συνεχή επαγρύπνηση, αλλεπάλληλα επαναστατικά κινήματα και εκρηκτική δραστηριότητα, που έτειναν όλα στον ίδιο σκοπό: την Ανάσταση της Πατρίδας. Η Εκκλησία ως υπέρτατη Αρχή του Γένους, η αέναη ανανέωση των εθνικών μας παραδόσεων, η διατήρηση της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, η βαθιά μέχρι μυστικισμού στροφή προς την παιδεία, η διασπορά των σοφών του Βυζαντίου στις χώρες και τις αυλές της Ευρώπης, η έντονη επίδοση στο εμπόριο και στη ναυτιλία, η πρόθυμη αυταπάρνηση και θυσία τόσων νεομαρτύρων της Ορθοδοξίας, η αναβίωση των ακριτών με τη μορφή των Κλεφτών και των Αρματολών ήταν παράγοντες δυναμικοί, που εναρμονισμένοι όλοι από την Ψυχή του Γένους συνέβαλαν αποφασιστικά στην προώθηση του Εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα.
Το πονεμένο ερώτημα του Ρήγα Φεραίου, “ως πότε παλληκάρια;”, πήρε απάντηση καταφατική στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. “Ποτέ πια σκλάβοι!’’. Μα και το “Ελευθερία ή Θάνατος” δεν ήταν σύνθημα πολιτικό ή απλή πολεμική κραυγή. Ήταν όρκος φριχτός, δοσμένος ενώπιον Θεού και ανθρώπων με αποφασιστικότητα αμετάκλητη. Κάθε ξεσηκωμένος ραγιάς αποτελούσε την ώρα εκείνη συνειδητή ενσάρκωση της πιο μεγάλης ιδέας του ανθρώπινου πολιτισμού, της ιδέας της Ελευθερίας. Και η ιδέα αυτή δεν ήταν μόνο πνεύμα, ήταν και πράξη, δεν ήταν μόνο λόγος, ήταν και ξίφος. Ήταν απόφαση θανάτου. Οι Έλληνες του 1821 ήταν δυνατότεροι από τους Τούρκους, κατά την ίδια έννοια που ήταν δυνατότεροι από τους Πέρσες, οι Έλληνες της Σαλαμίνας και των Πλαταιών. Οι Τούρκοι είχαν με το μέρος τους στον αγώνα εκείνο την ύλη, οι Έλληνες την ψυχή. Τετρακόσια χρόνια βαφτίζονταν στην κολυμβήθρα του πόνου. Τέτοια και τόση δοκιμασία άλλον λαό θα τον είχε τσακίσει για πάντα. Τους Έλληνες, όμως, τους κράτησε στητούς και σ’ αυτήν τη χιλιοβασανισμένη, αλλά πάντα ορθή ψυχή τους στηρίχτηκαν για να κάνουν τη μεγάλη τους “τρέλα”, την επανάσταση - “με τα μάτια τους γεμάτα από το φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον Χάρο”. Τόλμησαν να τα βάλουν μια χούφτα άνθρωποι με την απέραντη Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί έκριναν ότι είναι ένας λαός που του αξίζει να ζει ισότιμα με όλα τα ελεύθερα κράτη, να ζει και να δημιουργεί μέσα στον αέρα της ελευθερίας. Τιμώντας λοιπόν σήμερα την Εποποιΐα του 1821, ας μην ξεχνάμε ότι το κοσμοϊστορικό εκείνο μεγαλούργημα οφείλεται στην ελληνική ψυχή, που μένει πάντα η ίδια, αμόλυντη και περήφανη και δεν ανέχεται τις ταπεινώσεις.
Η Εθνεγερσία του ’21 ας γίνει αφορμή όχι μόνο για πανηγυρισμούς και τυμπανοκρουσίες, αλλά πρώτιστα αφορμή για περισυλλογή και ανάληψη ευθυνών. Και τότε μόνο θα δικαιωθούν οι αγώνες και οι θυσίες των ηρώων του ’21 , όταν ερμηνεύσουμε κι εμείς με πράξεις ανδρείας το νόημα της θυσίας τους.
Εδώ, σ’ αυτήν την ακριτική γωνιά του Ελληνισμού καλούμαστε μετά από 52 χρόνια ν’ αγωνιστούμε ενάντια στον ίδιο κατακτητή που με αδιαλλαξία και αλαζονεία κατέχει παράνομα τις από αιώνων ελληνικές πόλεις μας.
Ο αγώνας μας προβλέπεται μακρύς και δύσκολος, ανένδοτος.
Μας παραστέκονται σ’ αυτόν οι ήρωες της Σαλαμίνας και των Πλαταιών, η Εποποιΐα του ’21, ο Αγώνας της ΕΟΚΑ 1955-59 αλλά και ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού. Μας ενδυναμώνουν οι στίχοι του ποιητή:
«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από έvα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δεν θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές».
(Γιώργος Σεφέρης, “Σαλαμίνα της Κύπρος”)
*Φιλόλογος