Αναλύσεις

Ιστορική μνήμη, Διεθνές Δίκαιο και Κυπριακό

Η κυπριακή πλευρά οφείλει ν’ αξιοποιήσει το Διεθνές Δίκαιο όχι μόνο ως εργαλείο καταγγελίας, αλλά και ως βάση διαπραγμάτευσης.

Η Ιστορία του Ελληνισμού δεν αποτελεί απλώς μιαν αλληλουχία γεγονότων, αλλά ένα ζωντανό πλαίσιο αναφοράς που καθορίζει τη συλλογική συνείδηση και την πολιτική συμπεριφορά. Στην περίπτωση της Κύπρου, η επίδραση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και του Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955–1959) παραμένει καταλυτική. Ωστόσο, σε μια εποχή κατά την οποία το Διεθνές Δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα συνιστούν θεμελιώδεις πυλώνες της διεθνούς τάξης, το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι μόνο η ιστορική αναφορά, αλλά η ορθή αξιοποίησή της προς την κατεύθυνση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε κορυφαία έκφραση του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση, έννοια που αργότερα κατοχυρώθηκε στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο. Το αίτημα των Ελλήνων για ελευθερία και ανεξαρτησία δεν ήταν μόνο εθνικό, αλλά και βαθύτατα πολιτικό και ανθρωποκεντρικό. Ενσάρκωνε την απαίτηση για αξιοπρέπεια, ελευθερία και θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για το Κυπριακό. Διότι το ζήτημα της Κύπρου δεν είναι μόνο εθνικό ή γεωπολιτικό. Είναι πρωτίστως ζήτημα παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία συνιστά σαφή παραβίαση της αρχής της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας ενός κράτους-μέλους των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ίδιος ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, μέσω πληθώρας ψηφισμάτων, έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει την ανάγκη σεβασμού της ανεξαρτησίας, της ενότητας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παράλληλα, έχει καταδικάσει τις μονομερείς ενέργειες που αλλοιώνουν τον δημογραφικό χαρακτήρα των κατεχόμενων περιοχών, επισημαίνοντας την παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων και η προστασία της περιουσίας.

Σ´ αυτό το πλαίσιο, η ιστορική εμπειρία του 1821 προσφέρει ένα σαφές μήνυμα, ότι οι αγώνες για ελευθερία δικαιώνονται όταν εδράζονται σε αρχές που αποκτούν διεθνή νομιμοποίηση. Η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης δεν ήταν μόνο στρατιωτική, αλλά και διπλωματική. Η διεθνοποίηση του ζητήματος και η ανάδειξή του ως υπόθεσης δικαίου και πολιτισμού συνέβαλαν καθοριστικά στην τελική έκβαση. Η τελική δικαίωση του 1821 δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο της ηρωικής αντίστασης, αλλά και της ικανότητας αξιοποίησης των διεθνών συγκυριών. Η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, που κορυφώθηκε με τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, κατέδειξε ότι ακόμη και οι πιο δίκαιοι αγώνες χρειάζονται γεωπολιτική στήριξη για να ευοδωθούν. Αντίστοιχα, ο Αγώνας της ΕΟΚΑ ανέδειξε το αίτημα της αυτοδιάθεσης και της Ένωσης. Ωστόσο, η κατάληξή του κατέδειξε και τα όρια της μονοδιάστατης προσέγγισης. Η ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν συμβιβασμό, ο οποίος, παρά τις αδυναμίες του, ενσωμάτωνε βασικές αρχές Διεθνούς Δικαίου και πολιτικής ισορροπίας εδραζομένης στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σήμερα, το Κυπριακό δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί έξω από το πλαίσιο αυτό. Η επίλυση του προβλήματος προϋποθέτει την πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη λύση που να νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής ή να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Η εφαρμογή και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν αδιαπραγμάτευτη βάση. Το δικαίωμα επιστροφής και αποκατάστασης της ιδιοκτησίας των περιουσιών, η ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης, καθώς και η πλήρης διασφάλιση της ασφάλειας όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως κοινότητας, δεν συνιστούν απλώς πολιτικές διεκδικήσεις, αλλά νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Σε αυτό το σημείο, αναδεικνύεται και η ευθύνη της διεθνούς κοινότητας. Η επιλεκτική εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου υπονομεύει την αξιοπιστία του και ενισχύει τη λογική των τετελεσμένων. Η Κύπρος δεν μπορεί ν’ αποτελεί εξαίρεση. Η συνεπής εφαρμογή των αρχών του Δικαίου αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για τη λύση του Κυπριακού, αλλά και για τη διατήρηση της διεθνούς νομιμότητας.

Ταυτόχρονα, η κυπριακή πλευρά οφείλει ν’ αξιοποιήσει το Διεθνές Δίκαιο όχι μόνο ως εργαλείο καταγγελίας, αλλά και ως βάση διαπραγμάτευσης. Η επίκληση των αρχών πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένες προτάσεις που να καθιστούν σαφές πώς αυτές μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα λειτουργικό πολιτειακό σχήμα. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ανάγκη υπέρβασης ορισμένων ιστορικών στερεοτύπων. Η αντίληψη της «απόλυτης δικαίωσης», που αντλείται τόσο από το 1821 όσο και από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου διεθνούς περιβάλλοντος. Η πολιτική πραγματικότητα επιβάλλει συμβιβασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν θα παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Η πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι η εγκατάλειψη της ιστορικής μνήμης, αλλά η επανατοποθέτησή της σε ένα σύγχρονο πλαίσιο. Η ιστορία πρέπει να λειτουργεί ως οδηγός για την προάσπιση του δικαίου και όχι ως άλλοθι για ακαμψία. Διότι, σε τελική ανάλυση, το ζητούμενο δεν είναι η επανάληψη των αγώνων του παρελθόντος, αλλά η διασφάλιση ενός μέλλοντος που θα στηρίζεται στην ειρήνη, στη δικαιοσύνη και στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών. Ως εκ τούτου, η επίλυση του Κυπριακού περνά μέσα από τη σύνθεση της ιστορικής μνήμης και συνείδησης, της νομικής τεκμηρίωσης και του πολιτικού ρεαλισμού. Χωρίς την πρώτη, χάνεται η ταυτότητα. Χωρίς τη δεύτερη, χάνεται η νομιμοποίηση. Και χωρίς τον τρίτο, χάνεται η δυνατότητα επίτευξης λύσης.

Συμπερασματικά, αν υπάρχει ένα κοινό δίδαγμα από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, αυτό δεν είναι η επιμονή στη σύγκρουση, αλλά η αναζήτηση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Και στη σύγχρονη εποχή, η δικαιοσύνη και η ελευθερία εκφράζονται μέσα από το Διεθνές Δίκαιο και την καθολική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Κύπρος έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Βρίσκεται στη σωστή πλευρά του δικαίου. Το ζητούμενο είναι να μετατρέψει αυτό το πλεονέκτημα σε πολιτική στρατηγική που θα οδηγήσει, επιτέλους, σε μια δίκαιη, λειτουργική και βιώσιμη λύση.

*Πρώην Πρύτανης, Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips