Αναλύσεις

Νερό: Τα φράγματα ανέβηκαν, το πρόβλημα έμεινε

Τα αποθέματα αυξήθηκαν μετά τις βροχές, όμως η χώρα παραμένει σε συνθήκες υδατικής κρίσης και το καλοκαίρι θ’ αποτελέσει το πραγματικό τεστ

Οι τελευταίες βροχοπτώσεις άλλαξαν αισθητά την εικόνα στο υδατικό, ανεβάζοντας τα αποθέματα των φραγμάτων από το εξαιρετικά χαμηλό 13,7% του Φεβρουαρίου σε επίπεδα κοντά στο 29%-30% στα τέλη Μαρτίου και δίνοντας μια πρώτη, αναγκαία ανάσα στο σύστημα. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει κρίσιμο, πρόκειται για ουσιαστική ανατροπή της πορείας της κρίσης ή απλώς για μια προσωρινή βελτίωση που μεταθέτει το πρόβλημα προς το καλοκαίρι;

Τη σαφή διάκριση ανάμεσα στη βελτίωση της εικόνας και στη διατήρηση της ουσίας της κρίσης θέτει η Ανώτερη Εκτελεστική Μηχανικός του Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, Γιάννα Οικονομίδου, η οποία, μιλώντας στη «Σημερινή», επισημαίνει ότι, παρά τις πρόσφατες βροχοπτώσεις, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Όπως εξηγεί, τα αποθέματα έχουν κινηθεί οριακά πάνω από τα περσινά επίπεδα, προσφέροντας μια πρώτη ανάσα, χωρίς όμως ν’ αλλάζει η βασική εικόνα πίεσης στο υδατικό ισοζύγιο, με τη χώρα να εξακολουθεί να βρίσκεται σε συνθήκες υδατικής κρίσης.

Την ίδια ώρα, ξεκαθαρίζει ότι η πλήρης αποτίμηση θα καταστεί δυνατή με την ολοκλήρωση των εισροών μέχρι το τέλος Απριλίου, οπότε και θα φανεί το πραγματικό αποτύπωμα της φετινής περιόδου. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ωστόσο, δεν αναμένεται ουσιαστική ανατροπή της εικόνας, ούτε διαφοροποίηση των αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων ενόψει του καλοκαιριού.

Τα αποθέματα ανεβαίνουν, η ασφάλεια όχι

Σύμφωνα με την κ. Οικονομίδου, ακόμη και με τη βελτίωση που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες, τα επίπεδα των φραγμάτων, τα οποία κινούνται πλέον γύρω στο 29%-30%, δεν θεωρούνται επαρκή για να δημιουργήσουν αίσθημα ασφάλειας. Παρά το γεγονός ότι η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη σε σύγκριση με την περσινή χρονιά, τα αποθέματα παραμένουν χαμηλά για τα δεδομένα της εποχής, διατηρώντας την ανησυχία για τη συνέχεια.

Παράλληλα, όπως μας δήλωσε, η περιορισμένη ποσότητα νερού που έχει αποθηκευτεί, σε συνδυασμό με τη σταθερή ετήσια αύξηση της ζήτησης για ύδρευση, εντείνει την πίεση στο σύστημα, καθιστώντας σαφές ότι η πρόσφατη άνοδος των αποθεμάτων δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει ομαλή πορεία τους επόμενους μήνες.

Καλοκαίρι χωρίς περιθώρια εφησυχασμού

Ερωτηθείσα η κ. Οικονομίδου για το κατά πόσον η χώρα μπαίνει με ασφάλεια στο καλοκαίρι, ξεκαθάρισε ότι η εικόνα παραμένει οριακή, παρά τη σχετική βελτίωση. Όπως ανέφερε, η Κύπρος βρίσκεται μεν σε ελαφρώς καλύτερη θέση σε σύγκριση με πέρσι, ωστόσο απέχει ακόμη από το να μπορεί να αισθανθεί άνεση ως προς την επάρκεια νερού, υπενθυμίζοντας ότι το 2025 αποτέλεσε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά, που λειτούργησε χωρίς περικοπές μόνο μέσα από συνεχή και απαιτητική προσπάθεια.

Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι η κατάσταση το φετινό καλοκαίρι θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά της κατανάλωσης ήδη από τώρα, τονίζοντας πως η μείωση της ζήτησης είναι απολύτως αναγκαία. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιεί ότι το όποιο όφελος προέκυψε από τις πρόσφατες εισροές μπορεί να εξανεμιστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, υπό το βάρος των αυξημένων θερινών αναγκών.

Η εξοικονόμηση ως μόνιμη στρατηγική

Η διατήρηση της καμπάνιας για μείωση της κατανάλωσης κατά 10% αποτυπώνει με σαφήνεια ότι η κρίση δεν θεωρείται λήξαν ζήτημα, εξηγεί η κ. Οικονομίδου, σημειώνοντας ότι η εξοικονόμηση νερού δεν είναι ένα προσωρινό μέτρο, αλλά σταθερή στρατηγική επιλογή για μια χώρα όπως η Κύπρος, που βιώνει παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας.

Την ίδια ώρα, πρόσθεσε, η κατεύθυνση αυτή ευθυγραμμίζεται και με τις ευρωπαϊκές πολιτικές, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της Νέας Στρατηγικής για την ανθεκτικότητα των Υδάτων (Ιούνιος 2025), καλεί τα κράτη μέλη να περιορίσουν τη ζήτηση πριν στραφούν σε νέες πηγές, θέτοντας στόχο βελτίωσης της αποδοτικής χρήσης κατά τουλάχιστον 10% έως το 2030. Στο πλαίσιο αυτό, η εξοικονόμηση αναδεικνύεται σε διαρθρωτική πολιτική και ταυτόχρονα σε εθνική προτεραιότητα για τη διασφάλιση της υδατικής επάρκειας.

Αφαλάτωση και αντοχές του συστήματος

Καθοριστικός μεν, αλλά όχι χωρίς προκλήσεις, είναι ο ρόλος της αφαλάτωσης στο υδατικό ισοζύγιο της χώρας, τόνισε η κ. Οικονομίδου, επισημαίνοντας ότι η εξάρτηση της ύδρευσης σε ποσοστό άνω του 70% από τη συγκεκριμένη μέθοδο καθιστά αναγκαία την ιδιαίτερα προσεκτική διαχείρισή της. Όπως εξηγεί, πρόκειται για μια ενεργοβόρα διαδικασία που βασίζεται σε σύνθετες τεχνικές υποδομές, οι οποίες ενδέχεται να παρουσιάσουν βλάβες ή απρόοπτα, απαιτώντας άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση. Παρά ταύτα, η αφαλάτωση παραμένει βασικός πυλώνας της υδατικής πολιτικής και κρίσιμος παράγοντας για τη διασφάλιση της επάρκειας.

Την ίδια ώρα, τόνισε ότι η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει καταδείξει τα όρια της αποκλειστικής εξάρτησης από τα φράγματα, καθώς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η χώρα μπορεί να μεταβεί από περιόδους υπερχείλισης σε συνθήκες έντονης ξηρασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, ενόψει και της αυξημένης θερινής ζήτησης, καθίσταται εξίσου κρίσιμη η μείωση των απωλειών και η συγκράτηση της κατανάλωσης.

Παράλληλα, όπως σημείωσε, εξετάζεται η ενίσχυση της βιωσιμότητας της αφαλάτωσης μέσα από την ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και πιο αποδοτικών τεχνολογιών, με στόχο ένα σύστημα πιο ανθεκτικό, ενεργειακά αποδοτικό και περιβαλλοντικά συμβατό.

Αγροτικός τομέας σε φάση προσαρμογής

Σε ό,τι αφορά τον αγροτικό τομέα, οι μειωμένες ποσότητες άρδευσης από τα Κυβερνητικά Υδατικά Έργα δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε μια χαμένη χρονιά, διευκρινίζει η κ. Οικονομίδου, εξηγώντας ότι οι διαθέσιμες ποσότητες καθορίζονται βάσει του Σχεδίου Διαχείρισης Ξηρασίας, το οποίο θέτει τα ασφαλή όρια απόληψης νερού για κάθε φράγμα. Παράλληλα, σημειώνει ότι τα συγκεκριμένα έργα καλύπτουν περίπου το 30% της συνολικής αρδευόμενης κατανάλωσης, με την πλειονότητα των γεωργικών εκτάσεων να εξυπηρετούνται από γεωτρήσεις, όπου δεν έχουν επιβληθεί περιορισμοί. Αντιθέτως, έχει προωθηθεί η αδειοδότηση νέων γεωτρήσεων, με στόχο τη διασφάλιση επάρκειας για τους παραγωγούς.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη χρήση ανακτημένου νερού, καθώς –όπως υπογραμμίζει– στις περιοχές που εξυπηρετούνται από αυτό δεν έχουν καταγραφεί μειώσεις, λόγω της πολύ υψηλής αξιοποίησης που ξεπερνά το 85%. Την ίδια ώρα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια συνολικότερη προσπάθεια ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του συστήματος, με έμφαση στην εξοικονόμηση νερού από τα φράγματα μέσω της αφαλάτωσης, στην περαιτέρω αξιοποίηση ανακυκλωμένων πόρων και στον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών υποδομών, ώστε να περιοριστούν οι απώλειες.

Υπό αυτό το πρίσμα, καταλήγει ότι οι μειώσεις από τα Κυβερνητικά Υδατικά Έργα απαιτούν μεν προσεκτικό σχεδιασμό, δεν συνιστούν όμως από μόνες τους ένδειξη μιας δύσκολης χρονιάς, καθώς η υδατική πολιτική στηρίζεται πλέον σε ένα πιο σύνθετο και ανθεκτικό μοντέλο, που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις βροχοπτώσεις.

Ένα σύστημα που παραμένει ευάλωτο

Το ενδεχόμενο ενός ακόμη πιο οριακού σεναρίου αφήνει ανοικτό η κ. Οικονομίδου, ξεκαθαρίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε συνθήκες υδατικής κρίσης και εξακολουθεί να κινείται χωρίς περιθώρια εφησυχασμού. Όπως επισημαίνει, αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι τελευταίες βροχοπτώσεις, η κατάσταση θα ήταν αισθητά πιο πιεστική, κάτι που αναδεικνύει τη δομική ευαλωτότητα του συστήματος.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η εικόνα μπορεί να επιδεινωθεί γρήγορα, εάν δεν υπάρξει συγκράτηση στη ζήτηση, τονίζοντας πως η διαχείριση της κατανάλωσης αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση των αποθεμάτων και την κάλυψη των αναγκών τους επόμενους μήνες.