Από τον εκφοβισμό στην παραβατικότητα: μια διαδρομή που μπορούμε να προλάβουμε
Η νεανική παραβατικότητα και οι μορφές βίας παραμένουν ένα διαχρονικά επίκαιρο θέμα, το οποίο ωστόσο συνεχίζει να δυσκολεύει ως προς την πλήρη κατανόηση και την αποτελεσματική αντιμετώπισή του
Η νεανική παραβατικότητα δεν περιορίζεται σε άδικες ή παρορμητικές πράξεις παιδιών και εφήβων, αλλά συνιστά ένα σύνολο συμπεριφορών που παραβιάζουν κανόνες και όρια, φτάνοντας συχνά μέχρι και τη σύγκρουση με τον νόμο, όπως η κλοπή, οι βανδαλισμοί ή άλλες επιθετικές ενέργειες. Διαφέρει από τον σχολικό εκφοβισμό, ο οποίος εκδηλώνεται κυρίως μέσα σε διαπροσωπικές σχέσεις και ομάδες, συνήθως εντός του σχολικού πλαισίου. Ο εκφοβισμός, χωρίς να υποτιμάται, αποτελεί ένα φαινόμενο που με έναν τρόπο είναι σχεδόν αναμενόμενο να εμφανιστεί όπου υπάρχουν ομάδες παιδιών, ιδιαίτερα σε σχολικά περιβάλλοντα. Αυτό που έχει σημασία είναι η έγκαιρη αναγνώριση και διαχείρισή του. Όταν όμως τέτοιες πρώιμες ενδείξεις δεν εντοπίζονται ή δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς, τότε μπορεί σταδιακά να εξελιχθούν σε πιο έντονες και εκτεταμένες μορφές βίας, που εντάσσονται πλέον στο πλαίσιο της νεανικής παραβατικότητας, ενώ ταυτόχρονα οι επιπτώσεις του εκφοβισμού διεισδύουν βαθύτερα στην ψυχοσύνθεση των παιδιών που τον ασκούν, τον βιώνουν ή τον παρακολουθούν.
Η νεανική παραβατικότητα και οι μορφές βίας παραμένουν ένα διαχρονικά επίκαιρο θέμα, το οποίο ωστόσο συνεχίζει να δυσκολεύει ως προς την πλήρη κατανόηση και την αποτελεσματική αντιμετώπισή του. Αυτό συμβαίνει γιατί πρόκειται για ένα φαινόμενο πολυπαραγοντικό. Δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσα από μία μόνο οπτική. Όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την παραβατική συμπεριφορά μόνο ως αποτέλεσμα «χαρακτήρα» ή μόνο ως αποτέλεσμα «κακού περιβάλλοντος», χάνουμε τη συνολική εικόνα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία όπου ατομικά στοιχεία, όπως η ιδιοσυγκρασία και ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί αντιδρά και επεξεργάζεται τα βιώματά του, συναντούν εμπειρίες και συνθήκες που διαμορφώνονται γύρω του.
Μέσα από το πρίσμα της οικοσυστημικής κατανόησης, το παιδί δεν νοείται απομονωμένο αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος σχέσεων. Στο πιο άμεσο επίπεδο βρίσκεται το μικροσύστημα, εκεί όπου το παιδί ζει και αλληλεπιδρά καθημερινά. Σε αυτό πρωταγωνιστούν οι γονείς, οι οποίοι αποτελούν βασικούς πυλώνες ανάπτυξης. Ο τρόπος που σχετίζονται με το παιδί, οι στάσεις που υιοθετούν, τα όρια που θέτουν και το συναισθηματικό κλίμα που διαμορφώνουν, επηρεάζουν ουσιαστικά την εμπειρία και την εσωτερική του οργάνωση. Το παιδί ερμηνεύει τον εαυτό του και τους άλλους μέσα από αυτές τις σχέσεις και σταδιακά διαμορφώνει τρόπους έκφρασης και αντίδρασης που το συνοδεύουν.
Γύρω από αυτό το άμεσο πλαίσιο αναπτύσσονται και άλλα επίπεδα επιρροής. Το μεσοσύστημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα βασικά περιβάλλοντα του παιδιού συνδέονται μεταξύ τους, για παράδειγμα όταν υπάρχει ουσιαστική συνεργασία ή αντίθετα ένταση ανάμεσα σε γονείς και σχολείο, κάτι που το παιδί αντιλαμβάνεται και επηρεάζεται από αυτό. Το εξωσύστημα περιλαμβάνει συνθήκες που δεν αφορούν άμεσα το παιδί αλλά επηρεάζουν την καθημερινότητά του, όπως η πίεση που μπορεί να βιώνουν οι γονείς στον εργασιακό τους χώρο ή η πρόσβαση σε υποστηρικτικές υπηρεσίες. Το μακροσύστημα σχετίζεται με τις ευρύτερες κοινωνικές αξίες και στάσεις, δηλαδή με το πώς μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τη βία, τα όρια και την ευθύνη. Όταν η βία κανονικοποιείται ή υποβαθμίζεται, αυτό το μήνυμα περνά στα παιδιά με τρόπους συχνά σιωπηλούς αλλά ισχυρούς. Το χρονοσύστημα, τέλος, αναφέρεται στη διάσταση του χρόνου και στις εμπειρίες που συσσωρεύονται. Επαναλαμβανόμενες δυσκολίες ή καθυστερημένες παρεμβάσεις διαμορφώνουν διαφορετικές πορείες σε σχέση με περιπτώσεις όπου υπάρχει έγκαιρη και σταθερή στήριξη.
Τα δεδομένα από την Κύπρο έρχονται να ενισχύσουν αυτήν την ανάγκη για πιο βαθιά κατανόηση. Σύμφωνα με πρόσφατη εγχώρια καταγραφή κατά τα έτη 2024–2025, σε δείγμα 98 σχολείων αναφέρθηκε ποσοστό περιστατικών βίας που ανέρχεται στο 13,19%. Ενδιαφέρον αλλά και προβληματισμό παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αναφορές αφορούν πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό σωματικές μορφές βίας, σε σύγκριση με παλαιότερα, όταν κυριαρχούσαν άλλες εκφάνσεις, όπως η ηλεκτρονική βία. Παράλληλα, τα περιστατικά φαίνεται να εκδηλώνονται περισσότερο σε ανοιχτούς και κοινόχρηστους χώρους, όπως η αυλή και η τάξη, και λιγότερο σε απομονωμένα σημεία. Αυτή η μετατόπιση δείχνει ότι η βία δεν αποκρύπτεται με τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν, γεγονός που ενισχύει τον προβληματισμό γύρω από την πιθανή κανονικοποίησή της και τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα όρια και τις συνέπειες των πράξεών τους.
Μέσα από αυτήν την εικόνα, γίνεται σαφές ότι η βία δεν αποτελεί το ίδιο το πρόβλημα, αλλά περισσότερο το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας εμπειριών, σχέσεων και συνθηκών που δεν λειτούργησαν προστατευτικά. Η εστίαση, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη διαχείριση της συμπεριφοράς, αλλά χρειάζεται να στραφεί στα συστήματα που περιβάλλουν το παιδί και το επηρεάζουν. Τα συστήματα αυτά μπορεί να λειτουργούν άλλοτε ως πηγές στήριξης και άλλοτε ως παράγοντες ευαλωτότητας. Οι πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις, όπως έχει αναδειχθεί και ερευνητικά, είναι εκείνες που υιοθετούν μια συστημική κατεύθυνση, παρεμβαίνοντας ταυτόχρονα στην οικογένεια, στο σχολείο και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Στη χώρα μας, η ανάγκη για εφαρμογή τέτοιων παρεμβάσεων είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, όχι μόνο για τη διαχείριση των περιστατικών, αλλά και για τη διαμόρφωση συνθηκών που μειώνουν την πιθανότητα εμφάνισής τους.
*Κλινική Ψυχολόγος, Σχολική Ψυχολόγος