Κόβοντας τον γόρδιο δεσμό της γραφειοκρατίας
Όταν εφαρμόστηκε η ιδέα του κυρίαρχου κράτους με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας το 1648, έκτοτε η δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της κάθε πολιτειακής οργάνωσης, τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην εξουσία και την καθημερινότητα των πολιτών. Συνοπτικά, ως δημόσια διοίκηση νοείται το σύνολο των θεσμών, των φορέων και ενεργειών, μέσω των οποίων το κράτος εφαρμόζει νομοθετικές διατάξεις, υλοποιεί δημόσιες πολιτικές και εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της πολιτειακής λειτουργίας, ανεξαρτήτως πολιτικών μεταβολών. Ωστόσο κάτω από τις επιδράσεις της μετανεωτερικότητας, η δημόσια διοίκηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καθολική (και σχεδόν υπαρξιακή) αντίφαση. Παρότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες και τα συστήματα ψηφιακής διακυβέρνησης αναπτύσσονται με γεωμετρική πρόοδο, ο πολίτης αισθάνεται πιο αποκομμένος από το κράτος όσο ποτέ άλλοτε. Εδώ ακριβώς έγκειται το ζητούμενο για έναν πραγματικό ψηφιακό μετασχηματισμό, όπως κατά κόρον αποκαλείται. Δηλαδή μια πραγματική μεταρρύθμιση που να αποβλέπει σε ολική επαναφορά του ανθρώπου στο προσκήνιο της διοικητικής μέριμνας και φιλοσοφίας της διακυβέρνησης, αποφεύγοντας απλά και μόνο τη μηχανική ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και οντοτήτων, η οποία ουσιαστικά απολήγει στην κατάρτιση μιας ανάλογα πολύπλοκης «ψηφιακής γραφειοκρατίας».
Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτήν καθαυτή τη φύση της δημόσιας διοίκησης όμως, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στον συγκεκριμένο ιδεότυπο του Μαξ Βέμπερ περί γραφειοκρατίας, όπου περιγράφει ότι συνιστά την πλέον ορθολογική και αποτελεσματική μορφή διοικητικής οργάνωσης. Σύμφωνα με τη θεώρηση τούτη, οι προδιαγραφές μιας ιδανικής διοίκησης είναι η αυστηρή ιεραρχία, η τμηματοποιημένη εξειδίκευση (π.χ. αρμοδιότητες), οι γραπτοί κανόνες (π.χ. νομοθεσία, εγκύκλιοι) και θεωρητικά η απροσωποληψία. Κατά τον ίδιο, η διοίκηση οφείλει να λειτουργεί “sine ira et studio” (δίχως οργή και πάθος), διασφαλίζοντας έτσι την ισονομία όλων. Ωστόσο, είχε προβλέψει τους επικείμενους κινδύνους από τον απόλυτο εξορθολογισμό, επισημαίνοντας μάλιστα πως η απόλυτη προσκόλληση σε κλειστούς κανόνες, θα μεταμόρφωνε τη γραφειοκρατία σε έναν «σιδερένιο κλωβό» (eisenkäfig), εξαιτίας του οποίου τόσο η ανθρώπινη ελευθερία, όσο και το ανθρώπινο πνεύμα, θα «συνθλίβονταν» εφάπαξ. Στον τεχνοψηφιακό πολιτισμό τού οποίου διανύουμε την αρχική φάση, οι διαδικτυακοί αλγόριθμοι και τα αυτοματοποιημένα εργαλεία, φαίνεται ότι σταδιακά μεταβάλλουν την απροσωποληψία που κάποτε επινοήθηκε για την προστασία του πολίτη, σε μια ολότελα «παγερή αδιαφορία».
Τούτη η «παγερή αδιαφορία» της γραφειοκρατίας μάλλον δικαιώνει τις προσεγγίσεις μεταγενέστερων κοινωνιολόγων όπως ο Ρόμπερτ Μέρτον, ο οποίος έγραψε για τη λεγόμενη «γραφειοκρατική προσωπικότητα». Σύμφωνα με τον Μέρτον, η υπερβολική προσήλωση στους κανονισμούς οδηγεί σε μια τυφλή «μετατόπιση στόχου», όπου οι κανονιστικές ρυθμίσεις παύουν να είναι το μέσο για την εξυπηρέτηση του πολίτη και απολήγουν να γίνονται ο ίδιος ο σκοπός. Στο σύγχρονο ψηφιοποιούμενο κράτος, η συγκεκριμένη δυσλειτουργία παρατηρείται να γιγαντώνεται από το «πυκνό σκοτάδι» της ανακυκλωνόμενης πολιτικής διαφθοράς που μοιάζει να την περιζώνει σε τοπικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, εφόσον ούτε ουσιαστική λογοδοσία στον δήμο που είναι οι πολίτες τηρείται όπως θα έπρεπε. Όταν το σύστημα προβαίνει εκ παραδρομής σε απρόσωπο σφάλμα (error), τότε ο δημόσιος υπάλληλος όντας καθυποταγμένος στην αλγοριθμική αυθεντία, στερείται εξίσου της δυνατότητας ευελιξίας για τον αποτελεσματικό χειρισμό οποιασδήποτε ιδιάζουσας περίπτωσης από την ανθρώπινή της πλευρά, παρά τις όποιες αντίθετες διακηρύξεις προβάλλονται. Κατά συνέπεια, σημειώνεται μια «ψηφιακή διχοστασία», δηλαδή ένα διευρυνόμενο ψηφιακό χάσμα το οποίο επισύρει αποκλεισμό των ευάλωτων ομάδων (με κυριότερη την ομάδα των ηλικιωμένων), ακόμη και από την πρόσβαση σε στοιχειώδεις υπηρεσίες. Η κυριαρχία απόστασης της οθόνης έναντι της ανθρώπινης εγγύτητας, μεταβάλλει το κράτος σε έναν αδυσώπητο αντί αδέκαστο ελεγκτή, λησμονώντας ότι κάθε ψηφιακό αίτημα συνοδεύεται από πραγματικές ανάγκες με συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές ή άλλες συνθήκες στις οποίες τα διάφορα μέλη του κοινωνικού συνόλου προσπαθούν να ανταπεξέλθουν, (π.χ. πολυμελείς οικογένειες, μικρές ή μεγάλες επιχειρήσεις, ασθενείς με χρόνια προβλήματα υγείας, άνεργα άτομα επί μακρόν).
Έπειτα, αυτή καθαυτή η δομή των δημόσιων οργανισμών με τη σειρά της επιδεικνύει σταθερή αντίσταση στον εκσυγχρονισμό. Το φαινόμενο που ο Μισέλ Κροζιέ χαρακτήρισε ως «το γραφειοκρατικό φαινόμενο». Ο Κροζιέ απέδειξε ότι η γραφειοκρατία αποτελεί σύστημα που τρέφεται από τις δικές του δυσλειτουργίες και απορρίπτει εξ ορισμού κάθε απόπειρα βελτιστοποίησης. Κατά τα γραφόμενά του, τα ετερόκλητα διοικητικά τμήματα και υπάλληλοι χρησιμοποιούν την πολυπλοκότητα των κανόνων και των διαδικασιών, ως στρατηγικό εργαλείο για να προστατεύσουν τη δική τους εξουσία και να ελέγξουν τυχόν «γκρίζες περιοχές». Επομένως κάθε προσπάθεια για ψηφιακή μεταρρύθμιση, κινδυνεύει να υπονομευτεί εκ των έσω όποτε εκλαμβάνεται ότι απειλείται η παραδοσιακή επιρροή. Προκειμένου να σπάσει ο «φαύλος κύκλος», καθιστώντας τη δημόσια διοίκηση πραγματικά κοινωφελή, απαιτείται άμεση στροφή προς τη διαχείριση βάσει ποιοτικής αποδοτικότητας με μετρήσιμα στατιστικά δεδομένα. Η αυστηρά κάθετη ιεραρχία όπως παρατηρήθηκε από τον Μαξ Βέμπερ, με τα αλλεπάλληλα επίπεδα εγκρίσεων που προστατεύουν και την μορφή του καλουπωμένου συνδικαλισμού, οφείλει να ενσωματώσει την απλούστευση διαδικασιών, τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών για την εφαρμοσιμότητα σχεδιαστικών πλάνων, σε συνδυασμό με την οριζόντια ιεραρχία για απαλοιφή αχρείαστων διευθυντικών στρωμάτων που συνεπάγεται σύντμηση του χρόνου λήψης αποφάσεων και ώθηση συνέργειας και πρωτοβουλιών από τη βάση, κατά τα ακόλουθα παραδείγματα: α) της Φινλανδίας όπου εφαρμόζονται διοικητικές δομές με χαμηλότερα επίπεδα ιεραρχίας, β) της Αυστραλίας η οποία έχει αναπτύξει συστήματα αξιολόγησης της διοικητικής απόδοσης (performance management), γ) της Σιγκαπούρης μέσω του πρωτοποριακού “GovTech” και των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών που έχει αναπτύξει και δ) της Ιαπωνίας η οποία επιδιώκει να συνδυάζει την εκτεταμένη ψηφιοποίηση διατηρώντας την ανθρώπινη εξυπηρέτηση. Έτσι, με την ενδεδειγμένη επιστημονική και τεχνική κατάρτιση, η αποτελεσματικότητα θα κρίνεται από τα επίπεδα ικανοποίησης του πολίτη και το θετικό αποτύπωμα υποδομικών ή άλλων έργων (π.χ. δείκτης κοινωνικής προόδου).
Η ιστορία καταδεικνύει επανειλημμένα πως οι κοινωνίες δεν αξιολογούνται από την ισχύ των θεσμών τους, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τούτοι οι θεσμοί δεσμεύονται να υπηρετούν τον άνθρωπο μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Διότι το απώτερο μέλλον θα ανήκει σε εκείνα τα κράτη που ακόμη και μέσα στην απόλυτη τεχνολογική τους υπεροχή (π.χ. Ιαπωνία, Σιγκαπούρη, Δανία), δεν θα επιτρέψουν ποτέ στον ανθρώπινο παράγοντα να «καταποντιστεί» στον απέραντο ωκεανό των αλγόριθμων. Από τη Βεστφαλία έως την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η μορφή του κράτους εξελίσσεται χωρίς σταματημό, όμως στον τεχνοψηφιακό πολιτισμό επιβάλλεται να αναβαθμίσει το ανθρώπινο πρόσωπο και τον κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό της ύπαρξής του. Εάν ο ψηφιακός μετασχηματισμός κατορθώσει να συνδράμει μια τέτοια θεμελιώδη αρχή στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης, τότε και μόνο θα αποτελέσει αληθινή αναπτυξιακή προσδοκία. Διαφορετικά ο «σιδερένιος κλωβός» που περιέγραψε ο Βέμπερ θα εδραιωθεί και ψηφιακά σαν άλλος γόρδιος δεσμός με όλες τις σύνοδες επιπτώσεις, παρά να καταλυθεί ή τουλάχιστον να αποδυναμωθεί.
*Κοινωνιολόγος