Κεντροαριστερή σύμπραξη: Προϋποθέσεις και προοπτικές
Η συζήτηση για συγκρότηση μιας ευρύτερης κεντροαριστερής σύμπραξης αναδεικνύεται και αυτή σταδιακά από πολλούς ως στρατηγική ανάγκη που απορρέει από τις βαθιές μεταβολές στο κομματικό σύστημα και στις εκλογικές συμπεριφορές. Κρίνουν ότι σ’ ένα πολιτικό τοπίο που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, ρευστότητα και αυξημένη αβεβαιότητα, η προοπτική συνεργασίας δυνάμεων της κεντροαριστεράς έχει σημασία ενόψει των επόμενων προεδρικών, και όχι μόνον, εκλογών. Τα δεδομένα των τελευταίων δημοσκοπήσεων καταδεικνύουν μια σχετική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων πόλων, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ. Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική διασπορά ψήφων σε μικρότερα και μεσαία κόμματα και σε νεότερους σχηματισμούς, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη εκλογικής πλειοψηφίας χωρίς ευρύτερες συνεργασίες.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιδέα μιας κεντροαριστερής σύμπραξης δεν είναι απλώς επιθυμητή για ορισμένους πολιτικούς κύκλους, αλλά ενδέχεται να αποτελεί για αυτούς και μια ρεαλιστική διέξοδο για την επαναφορά της κεντροαριστεράς σε τροχιά εξουσίας. Η ιστορική εμπειρία της Κύπρου έχει δείξει ότι καμιά πολιτική δύναμη, πέραν εξαιρετικών συγκυριών, δεν μπορεί να επικρατήσει αυτόνομα στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Η ανάγκη για συμμαχίες είναι, συνεπώς, δομική και όχι συγκυριακή.
Η σημασία μιας τέτοιας προοπτικής εδράζεται σε τρία βασικά επίπεδα. Πρώτον, αφορά την ίδια τη συνοχή και επιβίωση του χώρου της κεντροαριστεράς. Η πολυδιάσπαση και η απουσία ενιαίας στρατηγικής έχουν οδηγήσει σε αποδυνάμωση της πολιτικής επιρροής, παρά το γεγονός ότι κοινωνικά και ιδεολογικά ο χώρος διατηρεί σημαντικά ερείσματα. Δεύτερον, συνδέεται με τη δυνατότητα διαμόρφωσης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης απέναντι στην κυρίαρχη σήμερα πολιτική. Και τρίτον, επηρεάζει άμεσα τη δυναμική των επόμενων εκλογών, όπου η ύπαρξη ή μη ενιαίου μετώπου θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα.
Ωστόσο, η συγκρότηση μιας τέτοιας σύμπραξης κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι. Η κεντροαριστερά στην Κύπρο δεν αποτελεί ενιαίο ιδεολογικό σώμα, αλλά ένα σύνολο δυνάμεων με διαφορετικές αφετηρίες, ιστορικές διαδρομές και πολιτικές προτεραιότητες. Από το ΑΚΕΛ μέχρι τα πιο κεντρώα σχήματα, όπως το ΔΗΚΟ, η ΔΗΠΑ, η ΕΔΕΚ και η Volt Cyprus, οι αποκλίσεις σε ζητήματα όπως η οικονομία, το Κυπριακό και η ευρωπαϊκή πολιτική είναι υπαρκτές και συχνά ουσιώδεις.
Η πρώτη και βασικότερη προϋπόθεση για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι η διαμόρφωση ενός ελάχιστου κοινού πολιτικού πλαισίου. Αυτό δεν σημαίνει πλήρη ταύτιση θέσεων, αλλά συμφωνία σε βασικές αρχές και προτεραιότητες, όπως κοινωνική συνοχή, βιώσιμη ανάπτυξη, θεσμική μεταρρύθμιση και επανεκκίνηση των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού. Χωρίς αυτή τη βάση, οποιαδήποτε συνεργασία θα παραμείνει ευάλωτη σε εσωτερικές αντιθέσεις.
Δεύτερη κρίσιμη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη αποδεκτής ηγεσίας. Η επιλογή υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές αποτελεί το πλέον ευαίσθητο σημείο κάθε συμμαχίας. Ένας υποψήφιος που προέρχεται από ένα μόνο κόμμα δύσκολα μπορεί να εκφράσει το σύνολο της σύμπραξης. Αντίθετα, η αναζήτηση ενός προσώπου ευρύτερης αποδοχής, με υπερκομματικά χαρακτηριστικά, ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης. Το παράδειγμα των εκλογών του 2023, όπου η προσωπικότητα του υποψηφίου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, παραμένει νωπό.
Τρίτη προϋπόθεση είναι η οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των κομμάτων. Οι συνεργασίες δεν οικοδομούνται εν μιά νυκτί, ούτε μπορούν να επιβληθούν άνωθεν. Απαιτούν χρόνο, διάλογο και, κυρίως, πολιτική βούληση για υπέρβαση παλαιών αντιπαραθέσεων. Στην κυπριακή περίπτωση, όπου οι κομματικές αντιπαλότητες έχουν βαθιές ρίζες, η πρόκληση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη.
Τέταρτη παράμετρος αφορά την κοινωνική αποδοχή. Μια κεντροαριστερή σύμπραξη δεν μπορεί να επιτύχει αν δεν πείσει την κοινωνία ότι αποτελεί αξιόπιστη και πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Σε μια περίοδο όπου η δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα παραμένει υψηλή, η ανάγκη για σαφήνεια, ειλικρίνεια και συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Οι πιθανότητες επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος μπορούν να χαρακτηριστούν ως υπαρκτές, αλλά υπό προϋποθέσεις. Από τη μια πλευρά, η αριθμητική των εκλογών ευνοεί τις συνεργασίες. Η διασπορά της ψήφου και η ύπαρξη σημαντικού ποσοστού αναποφάσιστων δημιουργούν πεδίο για τη συγκρότηση πλειοψηφικών σχημάτων. Από την άλλη, οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χρονική συγκυρία. Οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές του 2026 αναμένεται να λειτουργήσουν ως πρόκριμα για τις προεδρικές. Τα αποτελέσματά τους θα διαμορφώσουν τις ισορροπίες και θα επηρεάσουν τις στρατηγικές επιλογές των κομμάτων. Αν η κεντροαριστερά καταφέρει να καταγράψει ισχυρή παρουσία, τότε η προοπτική σύμπραξης θα ενισχυθεί. Αντίθετα, μια απογοητευτική επίδοση θα εντείνει τις εσωτερικές αμφιβολίες. Δεν πρέπει να υποτιμάται και ο ρόλος των νέων πολιτικών σχηματισμών, που επιχειρούν να καλύψουν το κενό μιας πιο σύγχρονης, ευρωπαϊκής και προοδευτικής πολιτικής πρότασης, απευθυνόμενα κυρίως σε νεότερες ηλικίες και σε ψηφοφόρους που αποστασιοποιούνται από τα παραδοσιακά κόμματα. Η ένταξη ή μη αυτών των δυνάμεων σε μια ευρύτερη σύμπραξη θα επηρεάσει καθοριστικά τη δυναμική της.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να συγκροτηθεί μια κεντροαριστερή συμμαχία, αλλά αν αυτή μπορεί να αποκτήσει στρατηγικό βάθος και διάρκεια. Η εμπειρία δείχνει ότι οι ευκαιριακές συνεργασίες σπανίως αποδίδουν. Αντίθετα, εκείνες που στηρίζονται σε κοινό όραμα και σε σαφή προγραμματική βάση έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας.
Συμπερασματικά, η Κύπρος εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικής μετάβασης, όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες αμφισβητούνται και νέες μορφές συνεργασίας αναζητούνται. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η κεντροαριστερά καλείται να απαντήσει σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Θα παραμείνει κατακερματισμένη, περιοριζόμενη σε ρόλο συμπληρωματικής δύναμης, ή θα επιδιώξει τη συγκρότηση ενός ευρύτερου μετώπου που θα της επιτρέψει να διεκδικήσει εκ νέου την εξουσία; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί μόνο στα κομματικά γραφεία, αλλά και στην κοινωνία. Διότι, σε τελική ανάλυση, οι πολιτικές συμμαχίες δεν κρίνονται μόνο από τη σκοπιμότητά τους, αλλά και από την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στις προσδοκίες των πολιτών. Και σε αυτό ακριβώς θα κριθεί και η επιτυχία ή αποτυχία μιας ενδεχόμενης κεντροαριστερής σύμπραξης.
*Καθηγητής-Ανθρωπολόγος στο Philips University, πρώην Πρύτανης