Αναλύσεις

Πώς η λύση του Κυπριακού είναι καθήκον (και) της Βουλής;

Το Σύνταγμα αποτελεί το θεμέλιο νομιμοποίησης και νομιμότητας (Κράτος Δικαίου), τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό κάθε Κράτους.  Το άρθρο 179 του Κυπριακού Συντάγματος ρητώς ορίζει ότι, «…το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας».  Στο ίδιο άρθρο γίνεται και παραπομπή στο άρθρο 1Α, διά του οποίου διευκρινίζεται τόσο η ενσωμάτωση όσο και η υπεροχή του Ευρωπαϊκού Δικαίου επί /στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Άλλες διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας (π.χ. Διεθνείς Συμβάσεις/Συνθήκες/Συμφωνίες), έχουν επίσης «ενταχθεί» στην εθνική ή εσωτερική έννομη τάξη, στη βάση του άρθρου 169 του Συντάγματος, αρχικά, αλλά τίθενται σε ισχύ μόνο κατόπιν κύρωσης τους, λ.χ. σε Νόμο, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία, ως Νομοθετική Εξουσία με βάση την Αρχή της Διάκρισης Εξουσιών, εντέλλεται από το ίδιο Σύνταγμα (άρθρο 61) και το Νόμο να νομοθετεί επί παντός θέματος. Το καθήκον της Βουλής να ρυθμίζει νομοθετικά τόσο τις διεθνείς σχέσεις όσο και την εσωτερική έννομη τάξη, δεν εξαιρεί ούτε το ίδιο το Σύνταγμα, αφού δύναται και αυτό να το τροποποιεί, όπως και έγινε, δυνάμει του άρθρο 182 και του Δικαίου της Ανάγκης, λόγω της de facto παράνομης αποχώρησης Τούρκων της Κύπρου από την Κυβέρνηση.

Συνεπώς και η λύση του Κυπριακού, σαφώς, εν τέλει, θα βασίζεται σε Νομοθετικές Ρυθμίσεις, με θεμέλια βάση το Σύνταγμα, το οποίο θα διασφαλίζει και πρέπει να διασφαλίζει και τη συνέχεια του αναγνωρισμένου διεθνώς Κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή της υφιστάμενης Συνταγματικής Τάξης που περιλαμβάνει και το Ενωσιακό και Διεθνές Δίκαιο, με τρόπο που θα αποφασιστεί.  Το πλαίσιο ή / και τα όρια παρεκκλίσεων από το Σύνταγμα, επίσης καθορίζονται μέσα από αυτό, διά μέσω του Τρίτου Παραρτήματος (Παράρτημα ΙΙΙ), το οποίο διευκρινίζει τα θεμελιώδη άρθρα που δεν  επιτρέπεται να τροποποιηθούν με βάση το άρθρο 182. 

Άρα και η όποια λύση του Κυπριακού θα ολοκληρωθεί και θα λάβει νομική υπόσταση μέσω του Νομοθετικού Σώματος (από τη Βουλή των Αντιπροσώπων), εντός των ανωτέρω συνταγματικά καθορισμένων πλαισίων. Περαιτέρω, τόσο οι Βουλευτές όσο και όλοι οι λοιποί Ανώτεροι Κρατικοί Αξιωματούχοι, αιρετοί και διορισμένοι, δεσμεύονται και από την επίσημη βεβαίωση ή όρκο που δίδουν για «πίστη και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Κύπρου».                

Η Βουλή των Αντιπροσώπων λοιπόν, ως το αρμόδιο Νομοθετικό Σώμα του Κράτους, καθηκόντως θα κληθεί να διαμορφώσει και να ρυθμίσει νομοθετικά (συνταγματικά κ.λπ.) τη λύση του Κυπριακού που θα τεθεί ενώπιον της.  Ως εκ τούτου, οι πολιτικές ηγεσίες που διεκδικούν συμμετοχή στο Κοινοβούλιο δεν αρκεί να εκφράζουν γενικόλογες θέσεις για τη λύση του Κυπριακού, πόσο δε μάλλον να μην έχουν θέσεις, αλλά καθηκόντως οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί και συγκεκριμένο ολοκληρωμένο σχεδιασμό λύσης εντός των συνταγματικά επιτρεπόμενων, άρα νόμιμων, ορίων

Προκειμένου ο λαός να μπορεί να κρίνει ορθολογιστικά με βάση ορθά ή κατάλληλα  δεδομένα για το τι θα ψηφίσει στις επικείμενες Βουλευτικές Εκλογές, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του από κάθε υποψήφια πολιτική δύναμη/υποψήφιο ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες θέσεις πρωτίστως για τη λύση του Κυπριακού αλλά και για ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση του Κράτους, με προτάσεις νόμων και θεματολογία κοινοβουλευτικού ελέγχου που να καλύπτει όλα τα Υπουργεία και Υφυπουργεία της Κυβέρνησης.

*Μεταπτυχιακό (Μ.Α.), Πολιτικές Επιστήμες – Διεθνείς Σχέσεις