Αναλύσεις

Η αντλία καίει το πορτοφόλι

Η μείωση φόρου φέρνει μικρή ανάσα, αλλά η πίεση στην αγορά και στο νοικοκυριό παραμένει βαριά

Η νέα άνοδος στα καύσιμα δεν είναι απλώς μια ακόμη δυσάρεστη μεταβολή στην τιμή και χτύπημα στην τσέπη. Είναι η πιο καθαρή υπενθύμιση ότι η Κύπρος παραμένει ευάλωτη κάθε φορά που το πετρέλαιο ανεβαίνει και η διεθνής αβεβαιότητα αποτυπώνεται στην τσέπη του πολίτη. Στο φύλλο της Κυριακής, 5 Απριλίου, η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη: οι τιμές πήραν ξανά την ανηφόρα, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης για την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου, αλλά η ουσία του προβλήματος παραμένει ίδια. Η χώρα εξαρτάται από εισαγόμενα καύσιμα, η αγορά είναι ελεύθερη, οι διεθνείς τιμές περνούν γρήγορα στο πρατήριο και ο Κύπριος οδηγός έχει ελάχιστες πραγματικές εναλλακτικές.

Άλμα τιμών μέσα σε τρεις εβδομάδες

Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, τα οποία αφορούν τις τιμές που ίσχυαν στις 30 Μαρτίου 2026, δείχνουν μέση τιμή €1,579 το λίτρο για την αμόλυβδη 95, €1,843 για το πετρέλαιο κίνησης και €1,318 για το πετρέλαιο θέρμανσης. Στις 9 Μαρτίου, οι αντίστοιχες τιμές ήταν €1,350, €1,462 και €1,004. Μέσα σε τρεις εβδομάδες, η αμόλυβδη αυξήθηκε κατά 22,9 σεντ ή σχεδόν 17%, το πετρέλαιο κίνησης κατά 38,1 σεντ ή λίγο πάνω από 26% και το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 31,4 σεντ ή πέραν του 31%. Αυτή η μεταβολή αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει γιατί το θέμα των καυσίμων επιστρέφει τόσο επιθετικά στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

Η φορολογική ανάσα και τα όριά της

Η κυβερνητική παρέμβαση, όπως ανακοινώθηκε στις 26 Μαρτίου, προβλέπει μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης κατά 8,33 σεντ το λίτρο για την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου 2026. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον η μείωση περάσει πλήρως στην τελική τιμή, ένα γέμισμα 50 λίτρων θα δίνει όφελος περίπου €4,17. Με βάση τις επίσημες μέσες τιμές της 30ής Μαρτίου, η αμόλυβδη θα μπορούσε να κινηθεί θεωρητικά κοντά στο €1,496 το λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης γύρω στο €1,760. Πρόκειται για μια χρήσιμη ανάσα, αλλά όχι για λύση. Γιατί, ακόμη και μετά τη μείωση, ο οδηγός θα συνεχίσει να πληρώνει αισθητά περισσότερο απ’ ό,τι πλήρωνε στις αρχές Μαρτίου.

Πόσο βαραίνουν οι φόροι

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό όταν δει κανείς από τι αποτελείται η τελική τιμή. Στις 30 Μαρτίου, από το €1,579 της αμόλυβδης 95, περίπου 69,2 σεντ αντιστοιχούσαν σε φόρους. Στο πετρέλαιο κίνησης, από το €1,843, περίπου 70,5 σεντ ήταν φορολογική επιβάρυνση. Με απλά λόγια, περίπου το 43,8% της τελικής τιμής της βενζίνης και το 38,3% της τιμής του diesel συνδέονται με φόρους. Αυτό εξηγεί γιατί κάθε συζήτηση για τα καύσιμα καταλήγει μοιραία στο ίδιο σημείο: το κράτος μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, αλλά κάθε ουσιαστική παρέμβαση έχει και μεγάλο δημοσιονομικό κόστος.

Κάτω από την ΕΕ, αλλά όχι φθηνά

Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη. Η Κύπρος, με βάση τα ίδια επίσημα στοιχεία, παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 30 Μαρτίου, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 στην ΕΕ ήταν €1,872 το λίτρο και του πετρελαίου κίνησης €2,076, δηλαδή υψηλότερα από τα κυπριακά επίπεδα. Όμως αυτή η σύγκριση λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Γιατί ο Κύπριος καταναλωτής ζει σε μια χώρα όπου το αυτοκίνητο παραμένει σχεδόν αναγκαστικό μέσο μετακίνησης. Άρα, ακόμη και όταν η Κύπρος είναι χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το βάρος για το νοικοκυριό και τον επαγγελματία παραμένει πολύ βαρύ.

Η δομική αδυναμία της Κύπρου

Η βαθύτερη αδυναμία είναι δομική. Η ίδια η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή υπενθυμίζει ότι από τον Μάιο του 2004 οι τιμές των πετρελαιοειδών στην Κύπρο είναι ελεύθερες και δεν καθορίζονται από το κράτος. Υπενθυμίζει, επίσης, ότι η χώρα εισάγει έτοιμα πετρελαιοειδή, δηλαδή διυλισμένα προϊόντα, και ότι για την τιμολόγησή τους χρησιμοποιείται ο ημερήσιος δείκτης Platts Basis Italy. Οι τιμές επηρεάζονται από την τιμή εισαγωγής, τα αποθέματα που κρατούν οι εταιρείες, την ισοτιμία δολαρίου-ευρώ και φυσικά τους φόρους. Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος δεν είναι εκτεθειμένη μόνο στο αργό πετρέλαιο, αλλά σε ολόκληρη την αλυσίδα των διεθνών ανατιμήσεων.

Κατανάλωση που δεν πέφτει εύκολα

Η εξάρτηση αυτή φαίνεται και από τα επίσημα στοιχεία κατανάλωσης. Τον Ιανουάριο του 2026 οι συνολικές πωλήσεις πετρελαιοειδών έφτασαν τους 118.460 τόνους, σημειώνοντας αύξηση 11,2% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025. Τον Φεβρουάριο ανήλθαν σε 111.922 τόνους, ενώ για το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου οι πωλήσεις έφτασαν τους 230.382 τόνους έναντι 218.312 την αντίστοιχη περσινή περίοδο, δηλαδή αύξηση 5,5%. Το μήνυμα είναι απλό: η κατανάλωση δεν πέφτει εύκολα, γιατί η οικονομία, οι μεταφορές και η καθημερινότητα συνεχίζουν να λειτουργούν πάνω στο καύσιμο.

Από το πρατήριο στο κόστος ζωής

Το αποτύπωμα της ανόδου φαίνεται πλέον και στο γενικότερο κόστος ζωής. Τα επίσημα στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του Μαρτίου δείχνουν ότι η κατηγορία «Μεταφορές» ανέβηκε από 97,71 μονάδες τον Φεβρουάριο στις 100,56 τον Μάρτιο, δηλαδή περίπου 2,9% μέσα σε έναν μήνα. Αυτό σημαίνει ότι η πίεση από τα καύσιμα δεν μένει στην αντλία. Περνά στις μετακινήσεις, στις διανομές, στις υπηρεσίες, στο λειτουργικό κόστος επιχειρήσεων και τελικά σε ολόκληρη την αγορά.

Η διεθνής κρίση και η επόμενη μέρα

Και, πάνω απ’ όλα, η διεθνής εικόνα δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Στις 2 και 3 Απριλίου οι διεθνείς αγορές πετρελαίου κατέγραψαν νέα έντονη άνοδο, με το Brent να κινείται γύρω από τα 108-109 δολάρια το βαρέλι, ενώ μεγάλες τράπεζες προειδοποιούν ότι αν η αναταραχή στη Μέση Ανατολή παραταθεί, οι τιμές μπορεί να παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια στο δεύτερο τρίμηνο ή και να κινηθούν ακόμη υψηλότερα. Για την Κύπρο αυτό μεταφράζεται σε κάτι πολύ απλό: η μείωση φόρου αγοράζει χρόνο, αλλά δεν αλλάζει τη ρίζα του προβλήματος. Και μέχρι ν’ αλλάξει αυτό, τα καύσιμα θα συνεχίσουν να καίνε όχι μόνο το πορτοφόλι του οδηγού, αλλά και τα όρια του ίδιου του κυπριακού μοντέλου μετακίνησης και κατανάλωσης.